Apr 24, 2018

Ο λόγος λοιπόν


(a)


Ήταν δύστροπος. Με θυσανωτά φρύδια και στριφτό το επάνω χείλος σα να είχε μόλις δει κάτι τρομερά αηδιαστικό. Η μύτη του κυρτή με ένα χαρακτηριστικό εξόγκωμα στην κορυφή της. Το ίδιο ακριβώς εξόγκωμα έφεραν όλοι οι άντρες της οικογενείας. Ήταν κάτι σαν οικογενειακή σφραγίδα. «Άλλοι χρειάζονται θυρεούς και οικόσημα» έλεγε ο αδερφός του, «εμείς χρειαζόμαστε τις μύτες μας για να αναγνωριζόμαστε. Όπως ακριβώς κάνουν και τα σκυλιά. Τι δυστυχία κι αυτή. Να μοιάζουμε τόσο πολύ με σκύλους.»

Το πρόσωπό του συμπλήρωναν δυο θλιβερά μάτια με κλίση προς τις κάτω γωνίες του προσώπου, κάνοντας την τελική εικόνα του προσώπου του πολύ μπερδεμένη. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει αν είχε μόλις θυμώσει ή κλάψει. Αν και τα δυο αυτά δεν έχουν και τόσο μεγάλη διαφορά.

Όμως ναι, ήταν δύστροπος. Μισάνθρωπος και περιφρονητικός προς κάθε αδυναμία των άλλων. Αισθανόταν ότι μισούσε όλο τον κόσμο, μαζί και τον εαυτό του. Το ανθρώπινο είδος ήταν η μετουσίωση μιας περιρρέουσας δυστυχίας χωρίς αρχή και τέλος , περιφερόμενης αενάως στο σύμπαν που ξαφνικά βρήκε έναν τρόπο να διασκεδάσει τον εαυτό της μεταμορφώνοντάς τον σε ανθρώπινες αναπαραστάσεις. Αναρωτιόταν για ποιο λόγο είχε γεννηθεί αν και ήξερε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος, η μητέρα του ήταν μια ηλίθια αφοσιωμένη στη γυναικεία φύση της, ο πατέρας του ένα πραγματικό βδέλυγμα που είχε το νου του συνέχεια στις απατεωνιές και ο αδελφός του άλλος ένα ηλίθιος σε μια σειρά ηλιθίων. Δεν ήθελε καν να τους απευθύνει το λόγο, αλλά ζούσε μαζί τους, ακόμη και τώρα που οι γονείς είχαν μεγαλώσει τόσο ώστε να ξεχνάει την υπάρξή τους.


Η μόνη του απόλαυση ήταν η υποχόνδρια φύση του. Κάθε ημέρα αρρώσταινε και από κάτι. Κάθε ημέρα κάποια κατάρα του σώματος τον άρπαζε στα νύχια της και τον έλιωνε δίχως έλεος. Ένα σπυρί πάνω από το φρύδι σίγουρα ήταν καρκίνος έτοιμος να φάει όλο του το πρόσωπο, ένας κόμπος στο λαιμό αναμφίβολα μετρούσε τις τελευταίες του ώρες, ένας ξαφνικός πόνος στο στέρνο ήταν καρδιακή προσβολή και πνευμονία μαζί, μια κράμπα στο στομάχι αντανάκλαση της κίρρωσης του ήπατος που αποφάσισε να εκδηλωθεί σε έναν μη αλκοολικό, ένας ξαφνικός παλμός στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του, διαβήτης ο οποίος θα οδηγούσε στο κόψιμο όλου του ποδιού του. Επισκέπτονταν τους γιατρούς έχοντας έτοιμες τις διαγνώσεις. Ωχ Θεε μου, μουρμούριζαν οι περισσότεροι, μην αντέχοντας να τον βλέπουν άλλο, ήρθε ο τρελλός,  κατέφτασε ο ψυχοπαθής, ο απερίγραπτος, ο υποχόνδριος, ο εξαποδώ. Η παρουσία του στα γραφεία τους ισοδυναμούσε με απερίγραπτο τρόμο, ισοδύναμο της παρουσίας μιας φυσικής καταστροφής. Αν τυχόν προσπαθούσαν να τον ξεφορτωθούν ή αν τολμούσαν να εκφράσουν διαφορετική γνώμη, ταράζονταν τόσο ώστε μπορούσε να αντιδράσει μέχρι και με κατά μέτωπον επίθεση. Τέτοια ήταν η μανία του με τις αρρώστιες. Όμως ανόητος δεν ήταν. Πρόσεχε να μην ξεπεράσει τα όρια γιατί αν τα ξεπερνούσε κανένας γιατρός δε θα τον δέχονταν πια. Αυτό θα σήμαινε το τέλος του. Μόνο και μόνο με τη σκέψη ότι δε θα μπορούσε να επισκεφθεί έναν γιατρό κάθε ημέρα, τον έλουζε κρύος ιδρώτας. Πως θα έβγαζε τη μέρα του; Τι θα έκανε; Που θα πήγαινε; Πόσο γρήγορα θα πέθαινε από το σπυρί στο πλάι της μύτης ή από το σφάχτη στη μέση; Για πόσο θα λειτουργούσαν ακόμη τα νεφρά του και σε ποιο στάδιο κατάρρευσης βρίσκονταν; Γρήγορα δε θα μπορούσε να αναπνεύσει καλά, ήδη αισθάνονταν τον κόμπο του πανικού να κάθεται σαν καρούμπαλο στο φάρυγγά του. Σε τέτοιες στιγμές χρειάζονταν έναν τοίχο για να πιαστεί, συγγενείς και γνωστοί συχνά πυκνά τον πετύχαιναν στη μέση του δρόμου να μαγκώνεται με τα νύχια στους τοίχους κάθιδρος, ανήμπορος και να κάνει το παραμικρό βήμα, ανήμπορος να τους δει, ανήμπορος να τους ακούσει.


Θα μπορούσε βέβαια να περιφέρεται μέσα στα νοσοκομεία, αλλά κανένα νοσοκομείο δεν είναι το ίδιο με τα ιδιωτικά ιατρεία. Μέσα σε ένα ιδιωτικό ιατρείο αισθάνονταν θαλπωρή και ασφάλεια, ήταν βέβαιος ότι το πρόβλημά του θα έβρισκε γρήγορη θεραπεία και ότι ο γιατρός θα τον άκουγε με προσοχή, αφοσίωση κι επαγγελματική λαχτάρα. Ασθενείς σαν αυτόν θα έπρεπε να θεωρούνται μεγάλη τύχη. Συναντούσε το γιατρό έχοντας έτοιμη τη διάγνωση, κανένας γιατρός δε χρειάζονταν να κουραστεί μαζί του, γιατρέ ήρθα εδώ γιατί έχω καρδιακή ανεπάρκεια, να αυτά εδώ τα φάρμακα θα μου γράψετε και αυτές εδώ τις εξετάσεις χρειάζομαι. Θα έπαιρνε τα συνταγογραφούμενα χάπια ευλαβικά κι αν ο γιατρός ήταν από τους δύσκολους και αρνούνταν να γράψει κάποιο φάρμακο, τότε θα το έγραφε μόνος του κλέβοντας συνήθως κάποια σφραγίδα και κάποιο ιατρικό μπλοκάκι που θα ήταν ξεχασμένο πάνω στο ακατάστατο γραφείο. Γνώριζε όλα τα φάρμακα και είχε γίνει ειδικός σε κάθε χρήση τους, τίποτα ευκολότερο από το να γράψει αυτό που ήξερε ότι ήθελε.


Με τα νοσοκομεία ήταν διαφορετικά. Αν και απολάμβανε τη μυρωδιά τους, -όλο αυτό το αντισηπτικό, το οινόπνευμα, η οσμή της νοσοκομειακής καθαριότητας  τάραζαν όλο του το είναι-, στην ουσία καταλάβαινε πως εκεί δε θα του πρόσφεραν  την πρέπουσα προσοχή. Επιπλέον εκνευρίζονταν αφάνταστα από τους άλλους ασθενείς οι οποίοι περιφέρονταν στους διαδρόμους και στους θαλάμους σα ζόμπι. Ήταν αξιολύπητοι, όλοι έμοιαζαν λες και είχαν συνομωτήσει για να πάνε εκεί και να ψοφήσουν μέσα στα επόμενα πέντε λεπτά. «Ψοφήστε λοιπόν» σκεφτόταν με χαιρεκακία καθώς το κάτω χείλος του τρεμόπαιζε με ευχαρίστηση στην ιδέα ότι όλοι πέθαιναν μπροστά του σφαδάζοντας σα λιωμένες κατσαρίδες. Όλοι με το βλέμμα του μελλοθάνατου και ηλίθιες πυτζάμες ή θλιβερές ζακέτες με διάφανα κουμπιά και στραβά φερμουάρ. Μια βαθιά εισπνοή αποστειρωμένης γάζας τον επανέφερνε στην πραγματικότητα. Σηκώνονταν τότε από τις αίθουσες αναμονής κι έκοβε βόλτες στους κήπους που ήταν το ίδιο θλιβεροί με τους ασθενείς. Για το μόνο που άξιζαν ήταν τα καλά εξοπλισμένα τους εργαστήρια όπου έκανε τις εξετάσεις του. Οι εξετάσεις ήταν η μεγάλη του χαρά.
Αξονικοί τομογράφοι, μαγνητικές, κολονοσκοπήσεις, σπινθηρογραφήματα, βυθοσκοπήσεις ήταν τα κλειδιά της ευτυχίας.

image: John Bellany


No comments:

Γεννήθηκα άσχημος 3

Το σχολείο υπήρξε μια εμπειρία μοναδική για μένα. Το γεγονός ότι έγινα το επίσημο σκιάχτρο της τάξης σε περιπτώσεις που ήθελαν να τρομά...