Σεπτέμβρης


«Δε σκοτώνουμε τα δέντρα. Τα αφήνουμε να πεθάνουν μόνα τους» ήταν το μόνο πράγμα που μου είπε η μητέρα μου κατά τη διάρκεια της κηδείας όταν με έσφιξε επάνω στα μαύρα ρούχα της. Η μητέρα μου ήταν πάντα απόμακρη και απούσα. Μου έλειπε ακόμα και όταν βρισκόμασταν στο ίδιο δωμάτιο. Αισθανόμουν τη μοναξιά της απομόνωσης, που καθώς ενηλικιωνόμουν με έκανε έναν μελαγχολικό νεαρό άντρα, ο οποίος έβρισκε καταφύγιο στις ονειροπολήσεις και στο γράψιμο. Γράφοντας ανακάλυψα πως μπορούσα επιτέλους να ακούσω φωνές μέσα στο άδειο κεφάλι μου. Γιατί το κεφάλι μου ήταν ένα μέρος άδειο και τρομακτικά ήσυχο. Κι εγώ μεγάλωνα μέσα στην εκκωφαντική σιωπή του. Τη σιωπή που έχει ένας βυθός που δεν τελειώνει ποτέ.

 

Τα δέντρα είχαν τη μυστική ζωή τους που κανένας μας δεν μπορούσε να αντιληφθεί. Η ακινησία τους παλλόταν σαν καλοτεντωμένη χορδή κάθε φορά που ανοιγοκλείναμε τα μάτια μας. Και οι ρίζες τους προχωρούσαν και βάθαιναν μέσα στο έδαφος, προκαλώντας τριγμούς στα μεσημέρια μας, τριγμούς που ήμασταν ανίκανοι να τους αισθανθούμε. Εκτός από την Κόκοσκα που ένοιωθε και καταλάβαινε τα πάντα. Η ίδια έλεγε πως έτσι είχε γεννηθεί. Με περισσότερα αγγεία από ό,τι οι άλλοι οι άνθρωποι, με περισσότερα νεύρα στο ευαίσθητο κεφάλι της. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό. Ήταν μια καταδίκη. Κόκοσκα, θα κατανοείς τα ακατανόητα, θα αντιλαμβάνεσαι τα ανύπαρκτα και θα βλέπεις τα αόρατα. Η μητέρα μου ορκιζόταν πως κάποιος της είχε ψιθυρίσει αυτά ακριβώς τα λόγια στο αυτί τη στιγμή που την ακουμπούσαν προσεκτικά μέσα στην πρώτη μωρουδιακή κούνια της, και πως ήταν αδύνατον να ξεχάσει το κόκκινο χρώμα στα ξύλινα κάγκελα γύρω από το βρεφικό της κεφάλι.

 

Καθώς μεγάλωνα και την έβλεπα να κάθεται πετρωμένη και αμίλητη δίπλα στο παράθυρο του υπνοδωματίου της, δεν θυμάμαι αν είχα προσπαθήσει ποτέ να την πλησιάσω. Δεν μπορούσα καν να έχω τέτοιες αναμνήσεις. Η εικόνα της, να στέκεται έτσι, μου προκαλούσε έναν τρομερό φόβο. Δεν γυρνούσε να με κοιτάξει, δεν ανάσαινε, τα βλέφαρά της δεν κουνιόνταν. Το πιο τρομακτικό για μένα τότε ήταν να καταλάβω αυτή την ακινησία. Ήξερα ότι δεν κοιτούσε πουθενά, δεν αφουγκραζόταν κάτι, δε σκεφτόταν τίποτα. Η Κόκοσκα απλώς έπαυε να υπάρχει. Και γι’ αυτό υπήρχε περισσότερο από ποτέ. Το σώμα της, σταθερό και στητό καθώς καθόταν στην ψάθινη πολυθρόνα, γινόταν το σημείο όπου ό,τι υπήρχε κάτω από το χώμα, στα έγκατα του σπιτιού, και ό,τι υπήρχε πάνω και πέρα από τον ουρανό που το φώτιζε, ενώνονταν μέσα της, μεταμορφώνοντάς την σε ένα πλάσμα δαιμονικό για μένα. Καθώς την κοιτούσα, το στομάχι μου σφιγγόταν και τα βλέφαρά μου σταματούσαν να σαλεύουν. Ήταν σαν να μου μετέδιδε την ακινησία της. Ήθελα να πω σιγά το όνομά της ή να πω «μαμά, είμαι εδώ» απαλά, για να μην την τρομάξω. Αλλά ούτε αυτό μπορούσα να κάνω. Ντρεπόμουν. Ντρεπόμουν την ίδια μου τη μητέρα. Συναισθανόμενος τη δίνη που στροβιλιζόταν στο στήθος της, καταπίνοντας το σώμα της απ’ έξω προς τα μέσα, δεν ήξερα αν έπρεπε να λυπηθώ γι’ αυτή τη μελαγχολία ή να την αγνοήσω. Όπως έκανε πολλές φορές και η ίδια για μένα, αδιαφορώντας αν υπάρχω, πού βρίσκομαι ή αν ζω.

 

«Το Σεπτέμβριο μπορούμε να γράψουμε τις ωραιότερες ιστορίες, το γνώριζες αυτό;» μου έλεγε καθώς έκανε τις δουλειές του σπιτιού κάποιες φορές. Όχι, δεν το γνώριζα. «Γιατί συμβαίνει αυτό;» τη ρωτούσα, πραγματικά απορημένος με το πόρισμά της. Οι ερωτήσεις μου ήταν ενοχλητικές. Ανασήκωνε τους γερούς της ώμους και κουνούσε το κεφάλι της ως δείγμα εκνευρισμού. «Αν θέλεις πάντα να μαθαίνεις το γιατί, δε θα κατανοήσεις ποτέ σου τίποτα.»

 

Σεπτέμβρη πέθανε και ο Άλμα. Ο Άλμα φορούσε πάντα κάλτσες στο χρώμα του ροδιού και διάβαζε Γερμανική λογοτεχνία. Παντρεύτηκε τη μητέρα μου όταν ήμουν στο νηπιαγωγείο. Με αποκαλούσε «μικρό παπαγαλάκι» στα γαλλικά. «Πτι πεγοκέ, θα πας στο πεγίπτεγο να μου φέγεις τσιγάγα;» «Πτι πεγοκέ, τι λέει η εφημεγίδα σήμεγα;» Για να τον ευχαριστήσω, μιμούμουν τα κρωξίματα του παπαγάλου, κι αυτός γελούσε. «Είσαι ένα πολύ καλό παιδί». Τα δάχτυλά του χάιδευαν τρυφερά το κεφάλι μου. Η Κόκοσκα δυσφορούσε. «Αυτό το παιδί κάνει συνεχώς ηλιθιότητες», έλεγε στον καθρέφτη καθώς ανεβοκατέβαζε με μανία τη βούρτσα ανάμεσα στα μαλλιά της. «Κόκοσκα», σοβάρευε απότομα καθώς έγερνε το σώμα της κοντά στον καθρέφτη, «εσύ το έκανες αυτό το παιδί, μην το ξεχνάς. Και το αγαπάς.»

 

Υπήρχαν διαστήματα στα οποία η Κόκοσκα γινόταν διαχυτική μαζί μου. Με περιποιούνταν τότε από το πρωί ως το βράδυ, με ρωτούσε συνεχώς πώς περνάω, τι πιστεύω για εκείνο, τι πιστεύω για το άλλο. «Είσαι καλά, αγαπημένο μου παιδί, μήπως το παρακάνω;»

 

Ναι, το παρακάνεις, ήθελα να της πω, γιατί ασφυκτιούσα. Δεν ήμουν συνηθισμένος σε τόσες περιποιήσεις εκ μέρους της, ούτε σε τέτοιο ενδιαφέρον. Πρέπει να μείνεις όπως είσαι Κόκοσκα, δε σε ξέρω όταν προσποιείσαι μια άλλη. Κι εκείνη σα να άκουγε τι σκεφτόμουν μέσα στο κεφάλι μου, σταματούσε ξαφνικά να είναι μια καλή και τρυφερή μητέρα και ξαναγύριζε στον κόσμο της. «Ο κόσμος της Κόκοσκα» έλεγε ο Άλμα, εισπνέοντας με απόλαυση τον καπνό του τσιγάρου του. Καθόμασταν στο μικρό μπαλκόνι της κουζίνας και μου έδινε στα κρυφά να καπνίσω κι εγώ. «Ξέγεις με τι μοιάζει η μαμά σου;» με ρωτούσε. Απαντούσα πως δεν ξέρω, αν και ήξερα. Η μητέρα μου ήταν ένα δέντρο. Φυτεμένο μες στο σπίτι. Τα κλαδιά της χτυπούσαν στους τοίχους και οι ρίζες της φύτρωναν κάτω από τα τσιμέντα. Περνούσε τη βούρτσα μέσα από τα μαλλιά της, καθισμένη στην τουαλέτα της και τα φύλλα της χοροπηδούσαν τριγύρω σαν τρελά.

 

«Με τι μοιάζει λοιπόν η μαμά μου, Άλμα;» Με διέταζε τότε να κλείσω τα μάτια μου. «Δες και πες μου κι εμένα», έλεγε χαμογελώντας. Έκλεινα τα βλέφαρά μου. Αλλόκοτα χρώματα μπλέκονταν το ένα με το άλλο σε ένα μοτίβο δίχως καμία συνοχή και καθαρότητα. Μέσα από το σκοτεινό βάθος ξεπρόβαλλε σιγά σιγά η μητέρα μου. Μεγάλωνε, μεγάλωνε, μεγάλωνε, ώσπου η μορφή της καταλάμβανε το κέντρο του οράματός μου. Αν πίεζα λίγο τα μάτια μου, μπορούσα να δω τα φυλλαράκια να φυτρώνουν στα χέρια της, στο λαιμό της, στο πρόσωπό της. Κάτω από τα πόδια της υπήρχε ένα βροντερό ποτάμι που απειλούσε να τη ρουφήξει. Η εικόνα αυτή με ευχαριστούσε πολύ, δίχως να ξέρω από πού πηγάζει αυτή η ευχαρίστηση. Πλημμύριζα από ανεξήγητη λατρεία, μια λατρεία που είχε περισσότερο ως αντικείμενο εμένα, παρά τη μητέρα μου. Ήταν οι μόνες στιγμές που ένοιωθα γαλήνη με τον εαυτό μου. Και ήθελα να βλέπω και να ξαναβλέπω τη μητέρα μου να αιωρείται στο κενό, πάνω από το νερό που φαινόταν να βράζει. Κι εγώ να ησυχάζω επιτέλους και να μη φοβάμαι.

 

-Τι βλέπεις λοιπόν; επέμενε ο Άλμα.

 

- Περίεργα σύννεφα, νομίζω.

 

- Λες ψέματα μικγέ. Η μαμά σου δεν είναι σύννεφο.



 Ιmage: from the movie Closely Watched Trains

 

Το διήγημα Ο Σεπτέμβρης δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ιστολόγιο logotexnia21 του Αλέξανδρου Κυπριώτη

Comments

Popular posts from this blog

Το έλασμα

Μπεε, Θεοτοκά

Η μαύρη καπελιέρα