Skip to main content

Νέγι 1


Ο Νέγι ήταν 90 ετών. Τα μαλλιά του ήταν κατάμαυρα αλλά το ένα μάτι του είχε φύγει και κοιτούσε μονίμως προς το ταβάνι. Ήταν γνωστός για την αξιοθαύμαστη μνήμη του, η οποία με χρονική ακρίβεια δυο εβδομάδων τον εγκατέλειπε για λίγες ημέρες. Μέσα στις ημέρες αυτές ο Νέγι κοιτούσε με πραγματική κακία κάθε άνθρωπο που βρισκόταν κοντά του, μουρμουρίζοντας αισχρές βρισιές και χτυπώντας τα δάχτυλά του επίμονα και δυνατά σε όποια επιφάνεια έβρισκε εύκαιρη. «Χαχα» έκανε δυνατά. Και μετά από λίγο ξαναγελούσε λέγοντας να του φέρουν το πιάνο. «Ποιο πιάνο;» ρωτούσε η νοσοκόμα.

«Το πιάνο ηλίθια, το πιάνο!» Με μια απότομη κίνηση ορμούσε στο τραπέζι μπροστά του, κάνοντας μια θεαματική βουτιά. Τα δάχτυλά του άρχιζαν να κινούνται μανιασμένα , πάιζοντας φανταστικές σπουδές και κονσέρτα. Κάθε τόσο σταματούσε για να φτύσει τη νοσοκόμα και μετά συνέχιζε με το μάτι του να είναι αιωνίως κολλημένο στο ταβάνι, ενώ το άλλο παρακολουθούσε με προσήλωση το πιάνο.

«Ο κυρίος Νέγι είναι τρομακτικός. Και μου προκαλεί σιχαμάρα όταν φτύνει και ξύνει τα νύχια του πάνω στο τραπέζι». Όλες οι νοσοκόμες τον εγκατέλειπαν, μην αντέχοντας τόση παλαβομάρα. Ένα από τα πολλά παιδιά του έρχονταν τότε και έμενε μέχρι να περάσει η κρίση ή μέχρι να ξαναβρεθεί καινούρια νοσοκόμα. Ο Νέγι είχε εφτά παιδιά, όσα και οι νότες. Ήταν ιδιαιτέρως εξυπηρετικό για έναν άνθρωπο στην κατάστασή του γιατί ποτέ δεν έμενε μόνος δίχως περιποίηση.

Ο θυρεοειδής αδένας του υπερλειτουργούσε προξενώντας του προβλήματα με τα μάτια από τότε που ήταν νέος. Δεν είχε δώσει ποτέ σημασία. «Δε θα ζήσεις πολύ έτσι» του έλεγαν οι γιατροί όταν θυμόταν να τους επισκεφθεί μετά από πιέσεις της οικογένειάς του. Τους είχε διαψεύσει φυσικά.

«Το μυστικό μου είναι το πιάνο» έλεγε αναπολώντας τις συναυλίες του, «αυτό με αναζωογονούσε πάντα, αυτό με κράτησε όπως είμαι τώρα και αυτό θα με κρατήσει για άλλα τόσα χρόνια»

Όταν τα εξηντάχρονα και πενηντάχρονα παιδιά του του υπενθύμιζαν συνεσταλμένα και φοβισμένα ότι ‘’μα πατέρα ποτέ δεν παίζατε πιάνο, ούτε καν έχουμε πιάνο’’  τα χαστούκιζε. Με όλη τη δύναμη των γερασμένων μπράτσων του. Κι εκείνα έτρεμαν ακόμη τις εκρήξεις του και δεν επέμεναν περισσότερο.


Θυμόταν όλα τα ονοματα τους, θυμόταν ποιος είναι, θυμόταν πως να βγει έξω από το σπίτι του και να επιστρέψει με ασφάλεια πίσω σε αυτό, θυμόταν όλες τις διαδρομές προς τα καταστήματα στα οποία ψώνιζε και όταν έβλεπε κάποιο γνωστό του στο δρόμο, μπορούσε να ανακαλέσει λεπτομέρειες από τη ζωή του, τις οποίες δε θυμόταν και ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος. Οι γιατροί δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο είδος άνοιας που να κρατάει λίγες ημέρες και να μετατρέπει τον άρρωστο σε πιανίστα.

Η εικόνα είναι από την ταινία Μαθήματα Πιάνου της Τζέιν Κάμπιον

Comments

Popular posts from this blog

Το έλασμα

Ξύπνησα τα ξημερώματα από ένα έντονο όνειρο. Ένας άντρας ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα επιδίδονταν με περίεργη αφοσίωση σε μια πράξη μαζοχισμού. Ο άντρας προφανώς ήμουν εγώ ή μπορεί να ήταν κάποιος που θα ήθελα να μιμηθώ. Κρατούσε το ένα του πόδι ψηλά και είχε περάσει στο μεσαίο δάχτυλο κάτι σα μεταλλικό λεπτό έλασμα. Η μία πλευρά του ελάσματος είχε μια επίσης μεταλλική μακριά λαβή, ψιλή σα συρματάκι. Σε κάθε τράβηγμα της λαβής το έλασμα γύρω από το δάχτυλο έσφιγγε σε σημείο που έφερνε δάκρυα στον άντρα. Μόλις τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, ήταν ξεκάθαρο πως ο άντρας –που θα ονομάσω Τόμας γιατί είναι ένα εύκολο όνομα- έπεφτε σε ένα είδος έκστασης. Ο Τόμας απολάμβανε τα δάκρυά του, αυτό ήταν φως φανάρι. Όμως όσο το έλασμα έσφιγγε περισσότερο, τον καταλάμβανε μια αλλόκοτη αγωνία την οποία μπορούσα να ζήσω ως εντελώς δική μου μέσα στο όνειρο. Ο Τόμας αισθανόταν πως βρισκόταν μπροστά σε ένα τέρας που όρμησε ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο για να του καταβροχθίσει το πόδι. Ο φρικτός πόνος που …

Το Σεπτέμβριο 1

Yπάρχει ένα πράγμα που με φοβίζει όταν γράφω. Ότι δε θα μπορέσω να ξανασηκωθώ. Το κεφάλι μου θα μείνει εκεί, σκυμμένο αιωνίως και το χέρι μου δε θα σταματήσει να γράφει ενώ οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια και οι αιώνες θα περνούν. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν έξι χρονών. Αυτοκτόνησε πέφτοντας από το μπαλκόνι της αδελφής του, Ιερουσαλήμ.
«Δε σκοτώνουμε τα δέντρα. Τα αφήνουμε να πεθάνουν μόνα τους» ήταν το μόνο πράγμα που μου είπε η μητέρα μου κατά τη διάρκεια της κηδείας όταν με έσφιξε επάνω στα μαύρα ρούχα της. Η μητέρα μου ήταν πάντα απούσα και απόμακρη. Μου έλειπε ακόμα και όταν βρισκόμασταν στο ίδιο δωμάτιο. Αισθανόμουν τη μοναξιά της απομόνωσης, που καθώς ενηλικιωνόμουν με έκανε έναν μελαγχολικό νεαρό άντρα, ο οποίος έβρισκε καταφύγιο στις ονειροπολήσεις και στο γράψιμο. Γράφοντας ανακάλυψα πως μπορούσα επιτέλους να ακούσω φωνές μέσα στο άδειο κεφάλι μου. Γιατί το κεφάλι μου ήταν ένα μέρος άδειο και τρομακτικά ήσυχο. Κι εγώ μεγάλωνα μέσα στην εκκωφαντική σιωπή του. Τη σιωπή που έ…

Όχι κουμπιά

Ημέρα 32η

Η γυναίκα με τα μπλε μαλλιά. Ναι η ηλικιωμένη. Ξαναήρθε, αλλά αυτή τη φορά ο Μοδέστος την πλησίασε με αποφασιστικότητα, έξω από την αίθουσα,  πριν καν ξεκινήσει η παράσταση. «Όχι κουμπιά», της είπε κοφτά. «Καλύτερα μη δίνετε καθόλου φιλοδώρημα. Είναι ντροπιαστικό για εσάς την ίδια να μου δίνετε κουμπιά.» Ξαφνιάστηκα. Πρώτη φορά τον άκουγα να μιλάει τόσο πολύ. Η φωνή του ήταν ένα συρτό μουρμούρισμα δίχως κανέναν παλμό. Μιλούσε σα να υπαγόρευε κάποιο κείμενο. Εκείνη τον κοίταξε ατάραχη. «Πρόκειται για κουμπιά από τη στολή του βασιλιά Παύλου. Θα έπρεπε να είστε ιδιαιτέρως ικανοποιημένος που σας αμείβω με αυτά. Και αυτό επειδή σας συμπαθώ. Κι εσείς μου μιλάτε με τόση αυθάδεια ξαφνικά.»
«Γιατί έρχεστε και βλέπετε συνεχώς την ίδια παράσταση;»
Η γυναίκα στράβωσε υποτιμητικά τα χείλη της.
«Δεν καταλάβατε τι σας είπα πριν. Του βασιλιά Παύλου. Δε θα με ρωτήσετε πως τα βρήκα»«Όχι»
Η άρνησή του δεν έδειξε να την πτοεί. Στάθηκε μπροστά του, πλησιάζοντας τον περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε και …