Η μαύρη καπελιέρα

Τι συμπέρασμα θα μπορούσε να βγάλει κάποιος για τη Μαύρη Καπελιέρα; Αν την έβλεπε για πρώτη φορά, σίγουρα θα σκεφτόταν ότι κάτι δεν πάει καλά . Καθόταν κάθε απόγευμα στην ίδια θέση, αφού είχε παραγγείλει μια πορτοκαλάδα και μια σούπα τα οποία ποτέ δεν άγγιζε. Σταύρωνε τα χέρια μπροστά από το στομάχι της και κοιτούσε επίμονα και αφηρημένα όποιον πελάτη βρισκόταν εντός του οπτικού της πεδίου.

Κάποιοι θύμωναν. Τη ρωτούσαν για ποιο λόγο τους κοιτάζει. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν απαντούσε. Ακόμη κι όταν γίνονταν πιο επιθετικοί προσβάλλοντάς την, δεν ανοιγόκλεινε ούτε τα βλέφαρά της. Άλλοι γελούσαν μεταξύ τους, θεωρώντας την ανισόρροπη και κάποιοι άλλοι αισθάνονταν αμήχανα και άλλαζαν θέση. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν κοιτούσε αυτούς. Ούτε μέσα σε αυτούς, όπως κάποιοι υπέθεταν νομίζοντας ότι είχε κάποιο διαισθητικό χάρισμα. Το βλέμμα της εστίαζε στον τοίχο, σε ένα συγκεκριμένο σημείο ανάμεσα στη βιβλιοθήκη και στο μπουφέ με τα εκκεντρικά σερβίτσια. Μια μικρή ρωγμή, ένα ελαφρύ σκάσιμο στον τοίχο βρισκόταν εκεί. Η Μαύρη Καπελιέρα έβλεπε εκεί κάτι που κανένας άλλος δεν μπορούσε να δει.

Συνήθως φορούσε ένα μαύρο τεράστιο καπέλο από το οποίο της είχαν κολλήσει το παρατσούκλι ‘’Η Μαύρη Καπελιέρα’’, ένα μαύρο φόρεμα που σούρωνε λίγο πιο πάνω από τη μέση και μια κόκκινη ζώνη η οποία έσφιγγε το κάτω μέρος του στήθους της. Μάζευε τα μαλλιά της μέσα στο καπέλο ή μπορεί και να είχε απλώς κοντά, αγορίστικα μαλλιά. Κανείς δεν ήξερε γιατί κανείς δεν την είχε δει ποτέ δίχως καπέλο. Η ηλικία της ήταν ανάμεσα στα είκοσι και τριάντα. Ελαφρώς ακαθόριστη. Τα χαρακτηριστικά της λεπτά, ούτε άσχημα, ούτε όμορφα. Αυτό που σίγουρα ξεχώριζε ήταν το κατάλευκο δέρμα του προσώπου της που ερχόταν σε έντονη αντίθεση με τη μαυρίλα του καπέλου.

 Όταν ρώτησα τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου για τη Μαύρη Καπελιέρα μου είπε να μη δίνω σημασία.

 «Η Κλάρα είναι μια χαρά, μην ακούτε κύριε Δανιήλ φήμες από εδώ και από εκεί. Φοράει μαύρα επειδή έχασε τους γονείς της πριν κανά χρόνο. Πνίγηκαν στη θάλασσα. Τρομερό ατύχημα. Η καημένη, από τότε περνάει κάποια φάση κατάθλιψης μάλλον.»

 «Τι συνέβη στους γονείς της;»

 «Είχαν βγει για βαρκάδα. Κάτι έγινε και η γυναίκα έπεσε στο νερό. Δεν ήξερε κολύμπι. Ο άντρας πνίγηκε προσπαθώντας να τη σώσει. Η κόρη δεν ήταν μαζί τους. Σπούδαζε στο εξωτερικό όταν έγινε και γύρισε άρον άρον.»

 «Και το μαύρο καπέλο; Γιατί; Δεν είναι κάτι που συνηθίζεται. Και αυτή η κόκκινη ζώνη; Δε σας φαίνονται περίεργα αυτά;»

 «Ναι μπορεί, αλλά μην ξεχνάτε πως κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά στο πένθος και μάλιστα σε διπλό πένθος»

 «Έχει αδέρφια;»

 «Δυο αδερφές και δυο αδερφούς»

 «Πρόκειται για μεγάλη οικογένεια τότε.»

 «Και οικογένεια από τζάκι» έκανε με νόημα ο εστιάτορας γέρνοντας προς το μέρος μου.

 «Ο μεγάλος αδελφός πιανίστας. Από τους λίγους στη Ρωσία. Σπούδασε με υποτροφία στο ωδείο της Μόσχας. Ο δεύτερος καλύτερα να μη σας πω εγώ, θα το διαπιστώσετε και μόνος σας. Ελάτε εδώ κάποια Παρασκευή απόγευμα ή Σάββατο μεσημέρι»

 «Δηλαδή;» 

Ο εστιάτορας προτίμησε να κρατήσει το ύφος μυστηρίου και αγνόησε την ερώτησή μου.

 «Η Μαύρη Καπελιέρα είναι η μεσαία. Η επόμενη είναι η Εριέττα, μια θεόρατη γυναίκα που ακούγεται ότι τα έχει λίγο σαλεμένα. Αλλά είναι φήμες. Απλώς είναι λίγο απότομη. Η μικρή είναι το μυαλό της οικογένειας. Μαθηματικός; Χημικός; Δε θυμάμαι ακριβώς, είναι απροσδιόριστο!Χαρτόμουτρο μεγάλο. Ήδη έχει χρέη»

 «Μα τι λέτε! » έκανα δήθεν έκπληκτος ενώ όση ώρα τον άκουγα το ενδιαφέρον μου για αυτήν την οικογένεια όλο και μεγάλωνε. «Κι εσείς πως γνωρίζετε τόσες λεπτομέρειες;»

 «Η Μαύρη Καπελιέρα είναι γυναίκα μου κύριε Δανιήλ.»

Comments

Popular posts from this blog

Το έλασμα

Μπεε, Θεοτοκά