Skip to main content

Η μαύρη καπελιέρα 2



«Η Μαύρη Καπελιέρα είναι γυναίκα μου κύριε Δανιήλ.»

Η έκπληξή μου ήταν τόσο μεγάλη ώστε περιορίστηκα σε ένα απλό κούνημα του κεφαλιού.

«Τι μου λέτε» ψέλλισα. «Λυπάμαι πολύ, τα συλλυπητήρια μου για τα πεθερικά σας»

Ανασήκωσε τους ώμους του.

«Πάει σχεδόν ένας χρόνος. Και ποτέ μου δε τους συμπάθησα. Μεγαλοαστοί. Υπερήφανοι για τη θολή κατάγωγή τους, δηκτικοί με όλους και σφιχτοί με τα χρήματα. Ειδικά η κυρία. Δεν ήθελαν καν να παντρευτώ την κόρη τους. Υποφέραμε στην αρχή με τα καμώματά τους. Η γυναίκα μου κόντεψε να τρελλαθεί. Πολύ σκληροί άνθρωποι.»

«Η κυρία; Αποκαλέσατε την πεθερά σας κυρία.»

«Έτσι την αποκαλούσα πάντα. Κυρία Αργώ. Αυτό ήταν το μικρό της όνομα, ολοι νομίζουν ότι ήταν ψευδώνυμο ή κάποιο παρατσούκλι. Άλλη μια ιδιοτροπία της οικογένειας. Τα σπάνια ονόματα. Πως να μπορέσει η κυρία Αργώ να δεχθεί το γεγονός ότι ο γαμπρός της λέγονταν Παύλος και κυρίως ότι είχε ταπεινή καταγωγή;»

Χαμογέλασε. 
«Ξέρετε τι μου έλεγε;»


«Τι σας έλεγε;»

«Παύλε, αν και το ονομά σου το είχαν βασιλιάδες, μη νομίζεις ότι είναι τίποτα το ξεχωριστό. Παύλο λένε και τον μπακάλη μου, όλοι Παύλοι πια!»

«Η γυναίκα σας δείχνει πολύ ευαίσθητος άνθρωπος» τόλμησα να πω

«Είναι ευαίσθητη. Αλλά είναι και τύραννος. Δεν καταλαβαίνει κανέναν άλλον πέρα από τον εαυτό της ξέρετε. Όπως όλα τα κορίτσια αυτών των οικογενειών.»

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Μαύρη Καπελιέρα φάνηκε να έρχεται περπατώντας. Το σπίτι τους πρέπει να ήταν κάπου εκεί κοντά. Φορούσε το συνηθισμένο της φουστάνι με τη σούρα στη μέση και την κόκκινη κορδέλα. Το πλατύγυρο καπέλο έκρυβε όλο το πρόσωπό της καθώς προχωρούσε με το κεφάλι σκυφτό. Παρατήρησα ότι φορούσε ψηλά παπούτσια, μαύρες γόβες με στρογγυλές μύτες. Κρατούσε μια μαύρη τσάντα. Υπήρχε μια λεπτομέρεια στην τσάντα της που με έκανε να σκιρτήσω. Μια κόκκινη ρίγα γύρω γύρω στο κάτω μέρος που ταίριαζε τέλεια με την κόκκινη ζώνη. Σημείο κοκκεταρίας σκέφτηκα. Ήταν αταίριαστο με το βαρύ πένθος που υπαινισσόταν ο άντρας της. Μπήκε μέσα στο εστιατόριο περπατώντας σα να ήταν υπνωτισμένη και δίχως να μιλήσει κατευθύνθηκε προς το τραπέζι όπου καθόταν πάντα. Καθώς πέρασε από δίπλα μας μύρισα άρωμα πικρής βανίλλιας. Ένας από τους σερβιτόρους της έφερε αμέσως τη συνηθισμένη παραγγελία της. Πορτοκαλάδα και τη σούπα ημέρας. Τον έδιωξε με ένα νεύμα και τακτοποίησε μόνη της τα σκεύη πάνω στο τραπέζι. Παρατήρησα ότι αυτό της πήρε πολλή ώρα. Άλλαξε αρκετές φορές τη διάταξη των κουταλοπήρουνων, του ποτηριού, του πιάτου. Οι κινήσεις της ήταν απότομες, τραβούσε το πιάτο με τρόπο ώστε να κάνει θόρυβο. Δεν κατάλαβε ότι την κοιτούσα ή δεν ήθελε να δείξει ότι το είχε καταλάβει. Φοβήθηκα ότι ο συζυγός της μπορεί να παρεξηγούσε το ενδιαφέρον μου. Αποφάσισα να σηκωθώ.

«Κύριε Δανιήλ, όπως πάντα θα ήταν χαρά μας να σας ξαναδούμε. Μη σας απασχολεί η Κλάρα. Θέλω να πω μην αισθάνεστε λύπη ή συμπόνοια. Η Κλάρα ξέρει πάντα να επανέρχεται. Και να ξεγελά».

image: Witold Wojtkiewicz

Comments

Popular posts from this blog

Το έλασμα

Ξύπνησα τα ξημερώματα από ένα έντονο όνειρο. Ένας άντρας ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα επιδίδονταν με περίεργη αφοσίωση σε μια πράξη μαζοχισμού. Ο άντρας προφανώς ήμουν εγώ ή μπορεί να ήταν κάποιος που θα ήθελα να μιμηθώ. Κρατούσε το ένα του πόδι ψηλά και είχε περάσει στο μεσαίο δάχτυλο κάτι σα μεταλλικό λεπτό έλασμα. Η μία πλευρά του ελάσματος είχε μια επίσης μεταλλική μακριά λαβή, ψιλή σα συρματάκι. Σε κάθε τράβηγμα της λαβής το έλασμα γύρω από το δάχτυλο έσφιγγε σε σημείο που έφερνε δάκρυα στον άντρα. Μόλις τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, ήταν ξεκάθαρο πως ο άντρας –που θα ονομάσω Τόμας γιατί είναι ένα εύκολο όνομα- έπεφτε σε ένα είδος έκστασης. Ο Τόμας απολάμβανε τα δάκρυά του, αυτό ήταν φως φανάρι. Όμως όσο το έλασμα έσφιγγε περισσότερο, τον καταλάμβανε μια αλλόκοτη αγωνία την οποία μπορούσα να ζήσω ως εντελώς δική μου μέσα στο όνειρο. Ο Τόμας αισθανόταν πως βρισκόταν μπροστά σε ένα τέρας που όρμησε ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο για να του καταβροχθίσει το πόδι. Ο φρικτός πόνος που …

Ο χρόνος είναι άπειρος

(η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 3)
Όταν ο Αύγουστος ξαναγύρισε στην πλατεία, ο ήλιος έκαιγε τα πάντα. Οι περισσότεροι χωρικοί κάθονταν γύρω στα μικρά καφενεία συζητώντας για την απεραντοσύνη του χρόνου και το κρεβάτι του Αυγούστου που είχε εξαφανιστεί από την πλατεία το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε. Όλοι έπιναν πικρό Σεμπάστα με αμύγδαλα, το τοπικό ποτό που σερβίρονταν μόνο την ημέρα του εορτασμού του Αγίου Σεβαστιανού. Κάποιοι έκοβαν βόλτες τριγύρω, χαζεύοντας το εμπόρευμα των μικροπωλητών. Τα κατάμαυρα μαλλιά των γυναικών έλαμπαν και ο τριποδισμός των φρεσκοβαμμένων παπουτσιών τους ακούγονταν σαν τις ξύλινες χάντρες του ροζάριου όταν χτυπούν η μια πάνω στην άλλη. Ο Αύγουστος έκλεισε τα μάτια του για λίγο και αισθάνθηκε την αντανάκλαση του ήλιου πάνω στα βλέφαρά του. Μια έκρηξη πορτοκαλοκίτρινων χρωμάτων πλημμύρισε τους βολβούς. Αυτές οι γυναίκες ήταν όμορφες. Τα σκούρα μαλλιά τους τον έκαναν να νοιώθει δύναμη. Οι άντρες στα καφενεία με τα Σεμπάστα μπροστά τους ήταν κι εκείνοι όμορφοι…

Η μαύρη καπελιέρα

Τι συμπέρασμα θα μπορούσε να βγάλει κάποιος για τη Μαύρη Καπελιέρα; Αν την έβλεπε για πρώτη φορά, σίγουρα θα σκεφτόταν ότι κάτι δεν πάει καλά . Καθόταν κάθε απόγευμα στην ίδια θέση, αφού είχε παραγγείλει μια πορτοκαλάδα και μια σούπα τα οποία ποτέ δεν άγγιζε. Σταύρωνε τα χέρια μπροστά από το στομάχι της και κοιτούσε επίμονα και αφηρημένα όποιον πελάτη βρισκόταν εντός του οπτικού της πεδίου.
Κάποιοι θύμωναν. Τη ρωτούσαν για ποιο λόγο τους κοιτάζει. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν απαντούσε. Ακόμη κι όταν γίνονταν πιο επιθετικοί προσβάλλοντάς την, δεν ανοιγόκλεινε ούτε τα βλέφαρά της. Άλλοι γελούσαν μεταξύ τους, θεωρώντας την ανισόρροπη και κάποιοι άλλοι αισθάνονταν αμήχανα και άλλαζαν θέση. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν κοιτούσε αυτούς. Ούτε μέσα σε αυτούς, όπως κάποιοι υπέθεταν νομίζοντας ότι είχε κάποιο διαισθητικό χάρισμα. Το βλέμμα της εστίαζε στον τοίχο, σε ένα συγκεκριμένο σημείο ανάμεσα στη βιβλιοθήκη και στο μπουφέ με τα εκκεντρικά σερβίτσια. Μια μικρή ρωγμή, ένα ελαφρύ σκάσιμο στον τοίχο βρισκ…