Aug 6, 2017

Λαιμός Καμηλοπάρδαλης 2



Από τη στιγμή που άρχισα να περπατάω, άλλο ένα ζήτημα προέκυψε για τον κύριο Πικάρ. Ο υιοθετημένος γιος του λιποθυμούσε στα καλά καθούμενα. Κάποιο πρόβλημα που είχα κληρονομήσει από τους πραγματικούς γονείς μου, με έριχνε κάτω στα ξαφνικά. Οι γιατροί μίλησαν για κρίσεις πανικού που προέρχονταν από μεγάλο άγχος.

«Μα είναι μωρό, πως μπορεί ένα μωρό να έχει άγχος;» απορούσε ο κύριος Πικάρ.

Ένας γιατρός  του είπε κατάμουτρα «επιτέλους κυριε Πικάρ, κάθε μέρα είστε εδώ, δε βλέπετε πως το παιδί έχει πρόβλημα; Αρκεί να το κοιτάξετε για να το καταλάβετε. Γιατί ταλαιπωρείστε κάθε τόσο και ταλαιπωρείτε κι εμάς; Ο γιος σας είναι εξαιρετικά δύσμορφος. Το κακό είναι πως έχει υποσυνείδητη επίγνωση αυτής της δυσμορφίας του κι αυτό, πάλι υποσυνείδητα,του προκαλεί τις κρίσεις. Γνωρίζει πως κανένας δεν επιθυμεί να το πλησιάσει.»

Ο κύριος Πικάρ σηκώθηκε συνοφρυωμένος από τη θέση του, με πήρε ξανά στην αγκαλιά του και μου χαμογέλασε για μια ακόμη φορά «Φιλαράκο, αυτός είναι ένας άθλιος γιατρός.» Κι εγώ ξαναλιποθύμισα μέσα στα χέρια του.

«Αφού του αρέσει λοιπόν να λιποθυμάει, ας λιποθυμάει. Μπορώ να κάνω κάτι άλλο;» Κι από εκείνη τη στιγμή, ο κύριος Πικάρ με άφηνε να λιποθυμώ δίχως να τρομάζει, δίχως να μου φωνάζει να ξυπνήσω, δίχως να με ταρακουνά ή να με λούζει με κουβάδες νερό. Με άφηνε να κείτομαι ξερός στο πάτωμα ή έξω στην αυλή. Πηδούσε από πάνω μου αν του έκοβα το δρόμο και συνέχιζε ό,τι έκανε και πριν. Κι εγώ έμενα εκεί με τα χέρια συνήθως διάπλατα ανοιχτά και τους κοπτήρες μου να προεξέχουν από τα χείλη για να δείχνω ακόμη ασχημότερος.

Κάποια στιγμή, λίγο πριν πάω σχολείο, αποφάσισε να μου δώσει όνομα. Ως τότε ήμουν ο Φιλαράκος, αλλά αφού θα πήγαινα σχολείο δεν ήταν σωστό να πάω δίχως όνομα. Βαπτίστηκα επισήμως με το όνομα Γκαλίς Πικάρ και λιποθύμησα αμέσως μόλις το χέρι του παπά άγγιξε το κεφάλι μου. Ο παπάς έκανε γρήγορα το σταυρό του και αποφάνθηκε πως η λιποθυμία μου αυτή την ώρα που θα δεχόμουν τη χάρη του Θεού, ήταν ιδιαιτέρως ύποπτη, ειδικά αν τη συνδέαμε με το παρουσιαστικό μου που όσο μεγάλωνα τόσο έμοιαζε με αυτό ενός δαίμονα ο οποίος είχε ξεπηδήσει από τις σελίδες κάποιου βιβλίου μεσαιωνικής μαγείας.

Την πρώτη ημέρα που βαπτισμένος πια πάτησα το πόδι μου μέσα στη σχολική τάξη, επικράτησε πανζουρλισμός. Μερικά παιδιά άρχισαν να κλαίνε, άλλα άρχισαν να γελάνε και κανα δύο με πλησίασαν και προσπάθησαν να τραβήξουν τα μαλλιά μου ρωτώντας με αν είναι αληθινά. Αντί να τρομάξω ή να θυμώσω στάθηκα εντελώς μαγεμένος από εκείνο το ανεπάντεχο άγγιγμα στο κεφάλι μου κι όχι μόνο τους άφησα να μου τραβήξουν τα μαλλιά, αλλά τους παρότρυνα να κάνουν το ίδιο και στο υπόλοιπο πρόσωπο. Ο πρώτος μου τράβηξε τα καπάκια των ματιών για να δει αν μπορούν να ξεζαρώσουν και να δείξουν φυσιολογικά, ο δεύτερος μου τράβηξε τη μύτη για να δει αν μεγαλώνει κι άλλο και άλλος ένας έχωσε τα δάχτυλά του μέσα στο στόμα μου για να δει αν έχω δόντια κροκόδειλου όπως ψιθυρίζονταν. Ο δάσκαλος δεν αντέδρασε ιδιαίτερα εκτός από ένα ξερό «Όλοι στα θρανία σας. Δεν παίζουμε μέσα στην τάξη. Γκαλίς φρόνιμα σε παρακαλώ»

Ο κύριος Πικάρ σύντομα αποφάσισε ότι αυτό το σχολείο δεν ήταν για μένα. Με έγραψε σε ένα ακριβό ιδιωτικό, του οποίου τα δίδακτρα ήταν εξωφρενικα. Πληροφόρησε εξ αρχής τη διευθύντρια αν ο γιος του γινόταν στόχος κάποιας κοροϊδίας ή αδικίας, εκείνος θα μήνυε το σχολείο. Θα τους άρεσε;

«Φυσικά και όχι κύριε Πικάρ, μείνετε ήσυχος. Εξάλλου ο Γκαλίς είναι συμπαθέστατος. Έλα εδώ χρυσό μου.»

Την πλησίασα ανύποπτος για τον τρόμο που θα της προξενούσε η τραχύτητα του δέρματός μου και το αφύσικα προτεταμένο σαγόνι μου από κοντά. Είδα τα μάτια της να ανοίγουν, τα ρουθούνια της να συστέλλονται και αισθάνθηκα τη ζωώδη ανησυχία της. Μπορούσα να τη μυρίσω στον αέρα. Και για αυτό λιποθύμησα ξανά. Μπόρεσε να κρατήσει το ψεύτικο χαμόγελό της ακόμη κι όταν ανασήκωσα το κεφάλι μου ζαλισμένος προβάλλοντας τα σπηλαιώδη ρουθούνια μου τόσο κοντά στο πρόσωπό της. Η αταραξία της κέρδισε τον κύριο Πικάρ που πίστεψε ότι το περιβάλλον εκει θα ήταν το πιο κατάλληλο για εμένα.

image: φωτογραφία από το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα στο Ναύπλιο, Αυγή Μελέτη

Jul 20, 2017

Λαιμός καμηλοπάρδαλης


Γεννήθηκα άσχημος. Οι νοσοκόμες μόρφαζαν με απέχθεια κάθε φορά που πλησίαζαν στο κρεβατάκι μου. Η μητέρα μου με μίσησε. Δύο εβδομάδες μετά τη γέννησή μου με εγκατέλειψε στην όχθη ενός ποταμού. Είχα λαιμό καμηλοπάρδαλης, κεφάλι ποντικού, μαλλιά λέοντα και φωνή κόρακα που παγωνε το αιμα σε όσους την άκουγαν.

Το ποτάμι στο οποίο εγκαταλείφθηκα ήταν γεμάτο κροκόδειλους. Οι κροκόδειλοι δεν είναι ζώα ευαίσθητα, παρ’ολα αυτά στάθηκαν τρυφεροί μαζί μου. Το αλλόκοτο σαγόνι μου έμοιαζε με το ρύγχος τους και τα κλάματά μου με τα δικά τους. Κάτι από τα δύο τους συγκίνησε. Όλοι μαζί, ένας ένας κάθε φορά, έσπρωξαν το καλαθάκι μου κατά πλάτος της όχθης μέχρι που στο τέλος κατέληξα σε ένα στενό αγροτικό δρόμο γεμάτο χορτάρια. Εκεί με εγκατέλειψαν κι εκείνοι.

Ο κύριος Πικάρ με βρήκε όταν το αυτοκίνητό του κόντεψε να βγει από το δρόμο σε μια μανούβρα που έκανε για να αποφύγει να με πατήσει. Βγήκε από το αυτοκίνητο αγριεμένος και στάθηκε από πάνω μου με τα δυο πόδια ανοιχτά.

«Τι διάολο είναι αυτό το πράγμα;» αναφώνησε.

Έσκυψε από πάνω μου, κούνησε λίγο το άθλιο κουρέλι με το οποίο με είχε σκεπάσει η μητέρα μου και στραβομουτσούνιασε.

«Φιλαράκο είσαι ένα μάτσο χάλια» είπε και γέλασε δυνατά, πολύ ευχαριστημένος με το αστείο του. Πήρε το καλάθι μου και το έβαλε στη θέση του συνοδηγού. Εκεί σταμάτησα να κλαίω, παρηγορημένος από τη ζεστασιά του αυτοκινήτου και ευχαριστημένος από τη μουσική που ο κύριος Πικάρ είχε βάλει στο τέρμα. Άκουγε τον κουρέα της Σεβίλλης κι ήξερε όλα τα λόγια απ’εξω. Τραγουδούσε τόσο δυνατά που με έκανε να χαμογελάσω.

«Φιλαράκο, όταν χαμογελάς είσαι ακόμη πιο άσχημος!» είπε ξεσπώντας  σε τρανταχτά γέλια.

Αυτή ήταν η πρώτη μου ημέρα με τον κύριο Πικάρ. Τις επόμενες ημέρες έπρεπε να υπομείνω πλήθος συγγενών του που τον επισκέφθηκαν για να εξετάσουν από κοντά το παράξενο εύρημά του. Κεφάλια αχτένιστα έσκυβαν πάνω από το μικρό μου καλάθι και δάχτυλα γεμάτα περιέργεια ζουλούσαν την κοιλιά μου και ψαχούλευαν το πρόσωπό μου.

Κακάσχημο, μα πως είναι έτσι αυτό το μωρό, σίγουρα κάποια αιμομιξία, μα τι τερας, ήταν μερικές από τις φράσεις που μουρμούριζαν μεταξύ τους κοιτώντας με με πραγματική απέχθεια την οποία δεν προσπαθούσαν να κρύψουν. Ήταν εξάλλου ολοφάνερο ότι ήμουν ένα μίασμα της φύσης, οπότε η οποιαδήποτε έκφραση αποστροφής μπορούσε να γίνεται με υπερηφάνεια ως επιβεβαίωση αυτού του ολοφάνερου.

Ο κύριος Πικάρ χαμογελούσε στωικά και πότε πότε εμφανιζόταν θεόρατος πάνω από το κεφάλι μου, καπνίζοντας και φτύνοντας τον καπνό στο πλάι.

«Είσαι όντως πολύ άσχημος φιλαράκο, αλλά τι να κάνουμε; Να σε πνίξουμε ή να σε πετάξουμε στο ποτάμι όπως έκανε η μάνα σου;»

Αποφάσισε λοιπόν να με κρατήσει όσο κι αν οι φίλοι και η οικογένειά του προσπάθησαν με κάθε τρόπο να τον αποτρέψουν.

«Τρελλάθηκες; Ξένο παιδί θα μεγαλώσεις;»

«Δεν το βλέπεις; Είναι καθυστερημένο. Θέλεις να βάλεις φασαρίες στο κεφάλι σου;»

«Για όνομα του Θεού Πικάρ, είσαι 60 χρονών. Τόσα χρόνια ήσουν δίχως παιδιά, τώρα σου ήρθε; Και κοίτα το πως είναι! Πραγματικά αποκρουστικό! Τουλάχιστον αν ήταν λίγο ομορφότερο..»

«Αν ήταν ομορφότερο τι θα γινόταν;» απαντούσε ο Πικάρ, πάντα γελώντας και συνέχιζε να αδιαφορεί παντελώς για όσα σχόλια προκαλούσε η αποφαση του.

Μάλλον η ομορφιά δεν τον συγκινούσε ως ιδιότητα, αντίθετα με την ασχήμια μου η οποία φαινόταν να του ασκεί ένα είδος γοητείας. Ή προσπαθούσε με αυτόν τον τρόπο να σοκάρει τους πάντες, καθώς φτάνοντας στα εξήντα του ισως να αποφάσισε πως η ζωή του ήταν βαρετή κι έπρεπε να κάνει κάτι για να την αλλάξει.

Με έβαλε στο δικο του δωμάτιο. Τα βράδυα κοιμόμασταν μαζί. Ο Πικάρ, εγώ και τα δυο μεγαλόσωμα λαμπραντόρ που είχε. Τα πρωινά με έπαιρνε μαζί του όπου κι αν πήγαινε. Είχε αγοράσει ένα καλάθι πλάτης από αυτά που παίρνουν συνήθως οι μοντέρνοι πατέρες, το τροποποίησε ώστε να μετατρέπεται και σε καρότσι κι έτσι κρεμιόμουν δύστροπος και αγέλαστος πίσω του, ζουληγμένος ανάμεσα σε κουβέρτες και πανιά. Ο υπερβολικά μακρύς λαιμός μου ξεχώριζε πάνω από αυτό το κατασκεύασμα καθώς κουνιόταν ζαρωμένος σα μίσχος κάποιου σαρκοφάγου άνθους, μόνο που δεν υπήρχε πουθενά κάποιο άνθος. Το κεφάλι μου και το πρόσωπό μου μόνο με λουλούδια δεν έμοιαζαν. Κι εγώ λες και είχα επίγνωση του αποτροπιασμού που προκαλούσε η δυσμορφία μου από μια τόσο μικρή ηλικία, όλη την ώρα στρίγγλιζα ή έκανα απαίσιους μορφασμούς σουφρώνοντας το μουλαρίσιο σαγόνι μου και την τεράστια μύτη μου προκαλώντας εκφράσεις αηδίας στα πρόσωπα των περαστικών. Όταν βγήκαν και τα πρώτα μου δόντια, δεν ξεχώριζα καθόλου από κανονικό αρουραίο πλέον. Ένας αρουραίος με υπερμεγέθες κεφάλι.


image: collage 1) Self-portrait with a bird (after Holbein) Milorad Krstic 
                           2) Detail from a photo of Roland Topor




Jun 29, 2017

Σεπτέμβρης


«Δε σκοτώνουμε τα δέντρα. Τα αφήνουμε να πεθάνουν μόνα τους» ήταν το μόνο πράγμα που μου είπε η μητέρα μου κατά τη διάρκεια της κηδείας όταν με έσφιξε επάνω στα μαύρα ρούχα της. Η μητέρα μου ήταν πάντα απόμακρη και απούσα. Μου έλειπε ακόμα και όταν βρισκόμασταν στο ίδιο δωμάτιο. Αισθανόμουν τη μοναξιά της απομόνωσης, που καθώς ενηλικιωνόμουν με έκανε έναν μελαγχολικό νεαρό άντρα, ο οποίος έβρισκε καταφύγιο στις ονειροπολήσεις και στο γράψιμο. Γράφοντας ανακάλυψα πως μπορούσα επιτέλους να ακούσω φωνές μέσα στο άδειο κεφάλι μου. Γιατί το κεφάλι μου ήταν ένα μέρος άδειο και τρομακτικά ήσυχο. Κι εγώ μεγάλωνα μέσα στην εκκωφαντική σιωπή του. Τη σιωπή που έχει ένας βυθός που δεν τελειώνει ποτέ.

 

Τα δέντρα είχαν τη μυστική ζωή τους που κανένας μας δεν μπορούσε να αντιληφθεί. Η ακινησία τους παλλόταν σαν καλοτεντωμένη χορδή κάθε φορά που ανοιγοκλείναμε τα μάτια μας. Και οι ρίζες τους προχωρούσαν και βάθαιναν μέσα στο έδαφος, προκαλώντας τριγμούς στα μεσημέρια μας, τριγμούς που ήμασταν ανίκανοι να τους αισθανθούμε. Εκτός από την Κόκοσκα που ένοιωθε και καταλάβαινε τα πάντα. Η ίδια έλεγε πως έτσι είχε γεννηθεί. Με περισσότερα αγγεία από ό,τι οι άλλοι οι άνθρωποι, με περισσότερα νεύρα στο ευαίσθητο κεφάλι της. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό. Ήταν μια καταδίκη. Κόκοσκα, θα κατανοείς τα ακατανόητα, θα αντιλαμβάνεσαι τα ανύπαρκτα και θα βλέπεις τα αόρατα. Η μητέρα μου ορκιζόταν πως κάποιος της είχε ψιθυρίσει αυτά ακριβώς τα λόγια στο αυτί τη στιγμή που την ακουμπούσαν προσεκτικά μέσα στην πρώτη μωρουδιακή κούνια της, και πως ήταν αδύνατον να ξεχάσει το κόκκινο χρώμα στα ξύλινα κάγκελα γύρω από το βρεφικό της κεφάλι.

 

Καθώς μεγάλωνα και την έβλεπα να κάθεται πετρωμένη και αμίλητη δίπλα στο παράθυρο του υπνοδωματίου της, δεν θυμάμαι αν είχα προσπαθήσει ποτέ να την πλησιάσω. Δεν μπορούσα καν να έχω τέτοιες αναμνήσεις. Η εικόνα της, να στέκεται έτσι, μου προκαλούσε έναν τρομερό φόβο. Δεν γυρνούσε να με κοιτάξει, δεν ανάσαινε, τα βλέφαρά της δεν κουνιόνταν. Το πιο τρομακτικό για μένα τότε ήταν να καταλάβω αυτή την ακινησία. Ήξερα ότι δεν κοιτούσε πουθενά, δεν αφουγκραζόταν κάτι, δε σκεφτόταν τίποτα. Η Κόκοσκα απλώς έπαυε να υπάρχει. Και γι’ αυτό υπήρχε περισσότερο από ποτέ. Το σώμα της, σταθερό και στητό καθώς καθόταν στην ψάθινη πολυθρόνα, γινόταν το σημείο όπου ό,τι υπήρχε κάτω από το χώμα, στα έγκατα του σπιτιού, και ό,τι υπήρχε πάνω και πέρα από τον ουρανό που το φώτιζε, ενώνονταν μέσα της, μεταμορφώνοντάς την σε ένα πλάσμα δαιμονικό για μένα. Καθώς την κοιτούσα, το στομάχι μου σφιγγόταν και τα βλέφαρά μου σταματούσαν να σαλεύουν. Ήταν σαν να μου μετέδιδε την ακινησία της. Ήθελα να πω σιγά το όνομά της ή να πω «μαμά, είμαι εδώ» απαλά, για να μην την τρομάξω. Αλλά ούτε αυτό μπορούσα να κάνω. Ντρεπόμουν. Ντρεπόμουν την ίδια μου τη μητέρα. Συναισθανόμενος τη δίνη που στροβιλιζόταν στο στήθος της, καταπίνοντας το σώμα της απ’ έξω προς τα μέσα, δεν ήξερα αν έπρεπε να λυπηθώ γι’ αυτή τη μελαγχολία ή να την αγνοήσω. Όπως έκανε πολλές φορές και η ίδια για μένα, αδιαφορώντας αν υπάρχω, πού βρίσκομαι ή αν ζω.

 

«Το Σεπτέμβριο μπορούμε να γράψουμε τις ωραιότερες ιστορίες, το γνώριζες αυτό;» μου έλεγε καθώς έκανε τις δουλειές του σπιτιού κάποιες φορές. Όχι, δεν το γνώριζα. «Γιατί συμβαίνει αυτό;» τη ρωτούσα, πραγματικά απορημένος με το πόρισμά της. Οι ερωτήσεις μου ήταν ενοχλητικές. Ανασήκωνε τους γερούς της ώμους και κουνούσε το κεφάλι της ως δείγμα εκνευρισμού. «Αν θέλεις πάντα να μαθαίνεις το γιατί, δε θα κατανοήσεις ποτέ σου τίποτα.»

 

Σεπτέμβρη πέθανε και ο Άλμα. Ο Άλμα φορούσε πάντα κάλτσες στο χρώμα του ροδιού και διάβαζε Γερμανική λογοτεχνία. Παντρεύτηκε τη μητέρα μου όταν ήμουν στο νηπιαγωγείο. Με αποκαλούσε «μικρό παπαγαλάκι» στα γαλλικά. «Πτι πεγοκέ, θα πας στο πεγίπτεγο να μου φέγεις τσιγάγα;» «Πτι πεγοκέ, τι λέει η εφημεγίδα σήμεγα;» Για να τον ευχαριστήσω, μιμούμουν τα κρωξίματα του παπαγάλου, κι αυτός γελούσε. «Είσαι ένα πολύ καλό παιδί». Τα δάχτυλά του χάιδευαν τρυφερά το κεφάλι μου. Η Κόκοσκα δυσφορούσε. «Αυτό το παιδί κάνει συνεχώς ηλιθιότητες», έλεγε στον καθρέφτη καθώς ανεβοκατέβαζε με μανία τη βούρτσα ανάμεσα στα μαλλιά της. «Κόκοσκα», σοβάρευε απότομα καθώς έγερνε το σώμα της κοντά στον καθρέφτη, «εσύ το έκανες αυτό το παιδί, μην το ξεχνάς. Και το αγαπάς.»

 

Υπήρχαν διαστήματα στα οποία η Κόκοσκα γινόταν διαχυτική μαζί μου. Με περιποιούνταν τότε από το πρωί ως το βράδυ, με ρωτούσε συνεχώς πώς περνάω, τι πιστεύω για εκείνο, τι πιστεύω για το άλλο. «Είσαι καλά, αγαπημένο μου παιδί, μήπως το παρακάνω;»

 

Ναι, το παρακάνεις, ήθελα να της πω, γιατί ασφυκτιούσα. Δεν ήμουν συνηθισμένος σε τόσες περιποιήσεις εκ μέρους της, ούτε σε τέτοιο ενδιαφέρον. Πρέπει να μείνεις όπως είσαι Κόκοσκα, δε σε ξέρω όταν προσποιείσαι μια άλλη. Κι εκείνη σα να άκουγε τι σκεφτόμουν μέσα στο κεφάλι μου, σταματούσε ξαφνικά να είναι μια καλή και τρυφερή μητέρα και ξαναγύριζε στον κόσμο της. «Ο κόσμος της Κόκοσκα» έλεγε ο Άλμα, εισπνέοντας με απόλαυση τον καπνό του τσιγάρου του. Καθόμασταν στο μικρό μπαλκόνι της κουζίνας και μου έδινε στα κρυφά να καπνίσω κι εγώ. «Ξέγεις με τι μοιάζει η μαμά σου;» με ρωτούσε. Απαντούσα πως δεν ξέρω, αν και ήξερα. Η μητέρα μου ήταν ένα δέντρο. Φυτεμένο μες στο σπίτι. Τα κλαδιά της χτυπούσαν στους τοίχους και οι ρίζες της φύτρωναν κάτω από τα τσιμέντα. Περνούσε τη βούρτσα μέσα από τα μαλλιά της, καθισμένη στην τουαλέτα της και τα φύλλα της χοροπηδούσαν τριγύρω σαν τρελά.

 

«Με τι μοιάζει λοιπόν η μαμά μου, Άλμα;» Με διέταζε τότε να κλείσω τα μάτια μου. «Δες και πες μου κι εμένα», έλεγε χαμογελώντας. Έκλεινα τα βλέφαρά μου. Αλλόκοτα χρώματα μπλέκονταν το ένα με το άλλο σε ένα μοτίβο δίχως καμία συνοχή και καθαρότητα. Μέσα από το σκοτεινό βάθος ξεπρόβαλλε σιγά σιγά η μητέρα μου. Μεγάλωνε, μεγάλωνε, μεγάλωνε, ώσπου η μορφή της καταλάμβανε το κέντρο του οράματός μου. Αν πίεζα λίγο τα μάτια μου, μπορούσα να δω τα φυλλαράκια να φυτρώνουν στα χέρια της, στο λαιμό της, στο πρόσωπό της. Κάτω από τα πόδια της υπήρχε ένα βροντερό ποτάμι που απειλούσε να τη ρουφήξει. Η εικόνα αυτή με ευχαριστούσε πολύ, δίχως να ξέρω από πού πηγάζει αυτή η ευχαρίστηση. Πλημμύριζα από ανεξήγητη λατρεία, μια λατρεία που είχε περισσότερο ως αντικείμενο εμένα, παρά τη μητέρα μου. Ήταν οι μόνες στιγμές που ένοιωθα γαλήνη με τον εαυτό μου. Και ήθελα να βλέπω και να ξαναβλέπω τη μητέρα μου να αιωρείται στο κενό, πάνω από το νερό που φαινόταν να βράζει. Κι εγώ να ησυχάζω επιτέλους και να μη φοβάμαι.

 

-Τι βλέπεις λοιπόν; επέμενε ο Άλμα.

 

- Περίεργα σύννεφα, νομίζω.

 

- Λες ψέματα μικγέ. Η μαμά σου δεν είναι σύννεφο.



 Ιmage: from the movie Closely Watched Trains

 

Το διήγημα Ο Σεπτέμβρης δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ιστολόγιο logotexnia21 του Αλέξανδρου Κυπριώτη

Apr 23, 2017

Μπεε, Θεοτοκά


Ο Θεοτοκάς ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος. Mεγαλωμένος από την αυταρχική γιαγιά του, η οποία είχε αναλάβει την προστασία του από τότε που και οι δύο γονείς του κάηκαν στη μεγαλύτερη πυρκαγιά που είχε δει ποτέ η Κορθία. Κορθία ήταν και το όνομα της γιαγιάς , βαφτισμένης  με το όνομα της πόλης. Ο πατέρας της υπήρξε δήμαρχος και τι καλύτερο για να πείσει τους ψηφοφόρους του για τον ενθουσιασμό του, από το να δώσει στη μοναδική του κόρη το όνομα της πόλης;

Η γιαγιά κατέστρεψε τον Θεοτοκά. Αυτό ήταν ένα κοινό μυστικό. Ήταν τόσο ιδιότροπη και τόσο αλαζονική που επόμενο ήταν ο Θεοτοκάς να πάρει τα χούγια της. Ξυπνούσε το πρωί και ήθελε έτοιμους τους ζελέδες του. Σε συγκεκριμένη σειρά. Πρώτα το ζελέ βερύκοκο, μετά κάστανο και στο τέλος μούρο για να μπορέσει ο ουρανίσκος του να το απολαύσει όσο περισσότερο γινόταν, δίχως να ανακατεύσει τη γεύση μετά με άλλα φρούτα. Τη φρυγανιά του μισοκαμένη αλλά όχι πολύ τραγανή γιατί αλλιώς θα τη πετούσε στο κεφάλι της Κορθίας, παίρνοντας εκδίκηση για όσα είχε περάσει μικρός. Το βούτυρό του Lurpac αλατισμένο και τετραγωνισμένο, γιατί οι Δανοί  γνωρίζουν να φτιάχνουν βούτυρο περιωπής, όχι όπως οι ντόπιοι αγριάνθρωποι που φορούσαν μάλλινες κάλτσες χειμώνα καλοκαίρι.

Κάθε ημέρα μετά το πρωινό, ο Θεοτοκάς κλεινόταν στο παλιό γραφείο του παππού του και δεχόταν τους πελάτες του, οι οποίοι κατέφθαναν από όλες τις γειτονικές πόλεις και νομούς. Ο Θεοτοκάς ήταν ξακουστό μέντιουμ με πολλά ψυχικά χαρίσματα. Αρκούσε να κλείσει για λίγο τα μάτια του για να δει τι είχε κάνει κάποιος ως τώρα στη ζωή του ή τι θα κάνει στο μέλλον. Ή και τα δυο αν βρισκόταν σε καλή ημέρα. «Θεοτοκά σου αρέσει να κοροϊδεύεις τον κόσμο» τον επέπληττε η Κορθία η οποία μπορεί να ήταν ιδιότροπη αλλά οι απατεωνιές δεν ήταν της αρεσκείας της. Όμως ο Θεοτοκάς καθόλου δεν κορόιδευε τον κόσμο. Η αλήθεια ήταν πως όταν καθόταν σε μια καρέκλα και έκλεινε τα μάτια του, πάθαινε κάτι που δεν μπορούσε να το εξηγήσει σε κανέναν. Πράσινες και μωβ σκιές διαχέονταν ξαφνικά μέσα στα βλεφαρά του και ανακατεύονταν η μια με την άλλη με τόσο έντονο τρόπο ώστε η μίξη τους γεννούσε περίεργες εικόνες. Μικρές και ακαθόριστες στην αρχή, μεγαλύτερες και διαυγείς στη συνέχεια. Κάθε εικόνα διαρκούσε για λίγα δευτερόλεπτα και αυτά τα δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για να του δείξουν όσα ήθελε. Η επιτυχία του ήταν εκπληκτική. Προέβλεπε με ακρίβεια τι θα συμβεί και γνώριζε με λεπτομέρειες τι είχε ήδη συμβεί. Οι ικανότητές του αυτές δημιουργούσαν αισθήματα λατρείας και φόβου στην πελατεία του που τον έβλεπε σα Θεό. Για αυτό και κάθε επίσκεψη κοστολογούνταν 300 ευρώ. «Είσαι απατεώνας» επέμενε η Κορθία «Αλλά καλύτερος από τον παππού σου. Τουλάχιστον πληρώνεις τους λογαριασμούς σου».

Ήταν ένα ανήσυχο βροχερό πρωινό με πολύ αέρα όταν ο Θεοτοκάς έκλεισε τα μάτια του, υποδεχόμενος τον τέταρτο πελάτη του, τον γιατρό Κλειδώνη που ανησυχούσε για τους έρωτες της κόρης του και την αφοσίωση της γυναίκας του. «Τι βλέπετε;» ρώτησε αναστατωμένος καθώς ο Θεοτοκάς άρχιζε να χαλαρώνει στην ψάθινη πολυθρόνα. Φαινόταν σα να κοιμάται. Σιγά σιγά βυθίστηκε σε μια σκοτεινή άβυσσο, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή την έκρηξη των φωτεινών σκιών. Κούνησε απαγορευτικά το δάχτυλό του για να σιωπήσει τον γιατρό και επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την ανάσα του. Όλες οι λειτουργίες του σώματός του ήταν αργές, ακριβώς όπως έπρεπε και μόνο κάτω από τα κλειστά βλέφαρα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ένα ελαφρύ παίξιμο των ματιών.

Σε εκείνη την επίσκεψη ήταν η πρώτη φορά που οι σκιές τον εγκατέλειψαν. Δεν μπορούσε να δει τίποτα. Φύσηξε δυνατά και προσπάθησε να ξαναχαλαρώσει. Σκοτάδι παντού. Καμία μπλε, πράσινη ή μωβ σκιά. Τίποτα. Το απόλυτο τίποτα. «Δεν μπορεί» συλλογίστηκε «Δεν είναι δυνατόν. Ας περιμένω». Και περίμενε. Πήρε ξανά βαθιές αργές ανάσες και άφησε τα μέλη του σωματός του να γίνουν βαριά. Δεν ήθελε να δείξει στο γιατρό ότι κάτι συνέβαινε και δεν ήθελε και ο ίδιος να το παραδεχθεί. Το σκοτάδι  επέμενε. Βαθύ και άγνωστο, σα μια μαύρη στοά, ήταν η πρώτη φορά που τον επισκέπτονταν. Οι πολύχρωμες σκιές δεν υπήρχαν πουθενά. Η καρδιά του χτυπούσε μανιασμένα. Ώσπου μέσα από τη στοά μπόρεσε να δει να ξεπροβάλλει κάτι που τον εξέπληξε τόσο ώστε τον έκανε να αναπηδήσει φωνάζοντας.
Άνοιξε τα μάτια του και τρέμοντας έδειξε την πόρτα στο γιατρό. «Περάστε αύριο, σας παρακαλώ. Δεν αισθάνομαι καλά.»

Όμως και οι επόμενες ημέρες ήταν ίδιες. Κάθε φορά που ο Θεοτοκάς έκλεινε τα βλέφαρά του ένα άσπρο, αδύνατο αρνί εμφανίζονταν μπροστά του. Το αρνί τον κοιτούσε κατάματα για αρκετή ώρα, βέλαζε δυο φορές και εξαφανίζονταν. Η ταραχή του ήταν μεγάλη. Δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε. Τι ήταν αυτό το αρνί; Που πήγαν οι σκιές και οι εικόνες του; Γιατί δεν μπορούσε πια να δει τίποτα; Ποιος του έστελνε αυτό το αρνί να τον βασανίσει ακόμη και στον ύπνο του; Γιατί τον κοιτούσε κατ’αυτόν τον τρόπο; Όταν το έβλεπε να ξεπροβάλλει ξαφνικά από το σκοτάδι, κοιτάζοντας τον επίμονα, του ερχόταν να τρελλαθεί. «Έχεις ήδη τρελλαθεί» άρχιζε η Κορθία «πάνε οι πελάτες σου, πάνε οι εισπράξεις σου, όλα έγιναν φτερά.» Ο Θεοτοκάς κραύγαζε και δεν της πετούσε ούτε καν τις φρυγανιές του τώρα, καθώς αδυνατούσε να σηκώσει έστω και το χέρι του πια.

Το αρνί τον ακολούθησε για μήνες. Έγινε αχώριστος βασανιστής του. Ένας δεσμοφύλακας που δεν τον άφηνε να πάρει αναπνοή. Απέφευγε να κλείσει τα μάτια, απέφευγε να κοιμηθεί μήπως και εμφανιστεί μπροστά του με εκείνο το ηλίθιο βέλασμα και τα ακόμη πιο ηλίθια μάτια του.


«Μπεε, Θεοτοκά» έκανε κάθε φορά που τον κάρφωνε με το αρνίσιο βλέμμα του. «Μπεε» άρχισε να κάνει και ο Θεοτοκάς τα πρωινά όταν ξυριζόταν, τα μεσημέρια όταν έβγαινε για καφέ, τα βράδυα όταν διάβαζε ως αργά, αποφεύγοντας να πέσει για ύπνο. «Μπεε, μπεε, μπεε» αυτές ήταν πια οι μοναδικές του κουβέντες. Ο Θεοτοκάς βέλαζε όλη μέρα και όλη νύχτα. Μέχρι που η Κορθία αποφάσισε να τον πνίξει με ένα μαξιλάρι. Αρκετά πια, μουρμούρισε καθώς και ο Θεοτοκάς άφηνε το τελευταίο του βέλασμα.  Ήταν Πάσχα του 2017.

image: Pierre Adolphe Valette 

Το διήγημα ''Μπεε, Θεοτοκά'' γράφτηκε για την Εβδομάδα Αρνιού που οργάνωσε και συντόνισε η Ιφιγένεια Σιαφάκα. Tην ευχαριστώ για την παρακίνηση. Πολλές φορές τη χρειάζομαι.

Feb 21, 2017

Η μαύρη καπελιέρα 2



«Η Μαύρη Καπελιέρα είναι γυναίκα μου κύριε Δανιήλ.»

Η έκπληξή μου ήταν τόσο μεγάλη ώστε περιορίστηκα σε ένα απλό κούνημα του κεφαλιού.

«Τι μου λέτε» ψέλλισα. «Λυπάμαι πολύ, τα συλλυπητήρια μου για τα πεθερικά σας»

Ανασήκωσε τους ώμους του.

«Πάει σχεδόν ένας χρόνος. Και ποτέ μου δε τους συμπάθησα. Μεγαλοαστοί. Υπερήφανοι για τη θολή κατάγωγή τους, δηκτικοί με όλους και σφιχτοί με τα χρήματα. Ειδικά η κυρία. Δεν ήθελαν καν να παντρευτώ την κόρη τους. Υποφέραμε στην αρχή με τα καμώματά τους. Η γυναίκα μου κόντεψε να τρελλαθεί. Πολύ σκληροί άνθρωποι.»

«Η κυρία; Αποκαλέσατε την πεθερά σας κυρία.»

«Έτσι την αποκαλούσα πάντα. Κυρία Αργώ. Αυτό ήταν το μικρό της όνομα, ολοι νομίζουν ότι ήταν ψευδώνυμο ή κάποιο παρατσούκλι. Άλλη μια ιδιοτροπία της οικογένειας. Τα σπάνια ονόματα. Πως να μπορέσει η κυρία Αργώ να δεχθεί το γεγονός ότι ο γαμπρός της λέγονταν Παύλος και κυρίως ότι είχε ταπεινή καταγωγή;»

Χαμογέλασε. 
«Ξέρετε τι μου έλεγε;»


«Τι σας έλεγε;»

«Παύλε, αν και το ονομά σου το είχαν βασιλιάδες, μη νομίζεις ότι είναι τίποτα το ξεχωριστό. Παύλο λένε και τον μπακάλη μου, όλοι Παύλοι πια!»

«Η γυναίκα σας δείχνει πολύ ευαίσθητος άνθρωπος» τόλμησα να πω

«Είναι ευαίσθητη. Αλλά είναι και τύραννος. Δεν καταλαβαίνει κανέναν άλλον πέρα από τον εαυτό της ξέρετε. Όπως όλα τα κορίτσια αυτών των οικογενειών.»

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Μαύρη Καπελιέρα φάνηκε να έρχεται περπατώντας. Το σπίτι τους πρέπει να ήταν κάπου εκεί κοντά. Φορούσε το συνηθισμένο της φουστάνι με τη σούρα στη μέση και την κόκκινη κορδέλα. Το πλατύγυρο καπέλο έκρυβε όλο το πρόσωπό της καθώς προχωρούσε με το κεφάλι σκυφτό. Παρατήρησα ότι φορούσε ψηλά παπούτσια, μαύρες γόβες με στρογγυλές μύτες. Κρατούσε μια μαύρη τσάντα. Υπήρχε μια λεπτομέρεια στην τσάντα της που με έκανε να σκιρτήσω. Μια κόκκινη ρίγα γύρω γύρω στο κάτω μέρος που ταίριαζε τέλεια με την κόκκινη ζώνη. Σημείο κοκκεταρίας σκέφτηκα. Ήταν αταίριαστο με το βαρύ πένθος που υπαινισσόταν ο άντρας της. Μπήκε μέσα στο εστιατόριο περπατώντας σα να ήταν υπνωτισμένη και δίχως να μιλήσει κατευθύνθηκε προς το τραπέζι όπου καθόταν πάντα. Καθώς πέρασε από δίπλα μας μύρισα άρωμα πικρής βανίλλιας. Ένας από τους σερβιτόρους της έφερε αμέσως τη συνηθισμένη παραγγελία της. Πορτοκαλάδα και τη σούπα ημέρας. Τον έδιωξε με ένα νεύμα και τακτοποίησε μόνη της τα σκεύη πάνω στο τραπέζι. Παρατήρησα ότι αυτό της πήρε πολλή ώρα. Άλλαξε αρκετές φορές τη διάταξη των κουταλοπήρουνων, του ποτηριού, του πιάτου. Οι κινήσεις της ήταν απότομες, τραβούσε το πιάτο με τρόπο ώστε να κάνει θόρυβο. Δεν κατάλαβε ότι την κοιτούσα ή δεν ήθελε να δείξει ότι το είχε καταλάβει. Φοβήθηκα ότι ο συζυγός της μπορεί να παρεξηγούσε το ενδιαφέρον μου. Αποφάσισα να σηκωθώ.

«Κύριε Δανιήλ, όπως πάντα θα ήταν χαρά μας να σας ξαναδούμε. Μη σας απασχολεί η Κλάρα. Θέλω να πω μην αισθάνεστε λύπη ή συμπόνοια. Η Κλάρα ξέρει πάντα να επανέρχεται. Και να ξεγελά».

image: Witold Wojtkiewicz

Feb 14, 2017

Η μαύρη καπελιέρα

Τι συμπέρασμα θα μπορούσε να βγάλει κάποιος για τη Μαύρη Καπελιέρα; Αν την έβλεπε για πρώτη φορά, σίγουρα θα σκεφτόταν ότι κάτι δεν πάει καλά . Καθόταν κάθε απόγευμα στην ίδια θέση, αφού είχε παραγγείλει μια πορτοκαλάδα και μια σούπα τα οποία ποτέ δεν άγγιζε. Σταύρωνε τα χέρια μπροστά από το στομάχι της και κοιτούσε επίμονα και αφηρημένα όποιον πελάτη βρισκόταν εντός του οπτικού της πεδίου.

Κάποιοι θύμωναν. Τη ρωτούσαν για ποιο λόγο τους κοιτάζει. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν απαντούσε. Ακόμη κι όταν γίνονταν πιο επιθετικοί προσβάλλοντάς την, δεν ανοιγόκλεινε ούτε τα βλέφαρά της. Άλλοι γελούσαν μεταξύ τους, θεωρώντας την ανισόρροπη και κάποιοι άλλοι αισθάνονταν αμήχανα και άλλαζαν θέση. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν κοιτούσε αυτούς. Ούτε μέσα σε αυτούς, όπως κάποιοι υπέθεταν νομίζοντας ότι είχε κάποιο διαισθητικό χάρισμα. Το βλέμμα της εστίαζε στον τοίχο, σε ένα συγκεκριμένο σημείο ανάμεσα στη βιβλιοθήκη και στο μπουφέ με τα εκκεντρικά σερβίτσια. Μια μικρή ρωγμή, ένα ελαφρύ σκάσιμο στον τοίχο βρισκόταν εκεί. Η Μαύρη Καπελιέρα έβλεπε εκεί κάτι που κανένας άλλος δεν μπορούσε να δει.

Συνήθως φορούσε ένα μαύρο τεράστιο καπέλο από το οποίο της είχαν κολλήσει το παρατσούκλι ‘’Η Μαύρη Καπελιέρα’’, ένα μαύρο φόρεμα που σούρωνε λίγο πιο πάνω από τη μέση και μια κόκκινη ζώνη η οποία έσφιγγε το κάτω μέρος του στήθους της. Μάζευε τα μαλλιά της μέσα στο καπέλο ή μπορεί και να είχε απλώς κοντά, αγορίστικα μαλλιά. Κανείς δεν ήξερε γιατί κανείς δεν την είχε δει ποτέ δίχως καπέλο. Η ηλικία της ήταν ανάμεσα στα είκοσι και τριάντα. Ελαφρώς ακαθόριστη. Τα χαρακτηριστικά της λεπτά, ούτε άσχημα, ούτε όμορφα. Αυτό που σίγουρα ξεχώριζε ήταν το κατάλευκο δέρμα του προσώπου της που ερχόταν σε έντονη αντίθεση με τη μαυρίλα του καπέλου.

 Όταν ρώτησα τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου για τη Μαύρη Καπελιέρα μου είπε να μη δίνω σημασία.

 «Η Κλάρα είναι μια χαρά, μην ακούτε κύριε Δανιήλ φήμες από εδώ και από εκεί. Φοράει μαύρα επειδή έχασε τους γονείς της πριν κανά χρόνο. Πνίγηκαν στη θάλασσα. Τρομερό ατύχημα. Η καημένη, από τότε περνάει κάποια φάση κατάθλιψης μάλλον.»

 «Τι συνέβη στους γονείς της;»

 «Είχαν βγει για βαρκάδα. Κάτι έγινε και η γυναίκα έπεσε στο νερό. Δεν ήξερε κολύμπι. Ο άντρας πνίγηκε προσπαθώντας να τη σώσει. Η κόρη δεν ήταν μαζί τους. Σπούδαζε στο εξωτερικό όταν έγινε και γύρισε άρον άρον.»

 «Και το μαύρο καπέλο; Γιατί; Δεν είναι κάτι που συνηθίζεται. Και αυτή η κόκκινη ζώνη; Δε σας φαίνονται περίεργα αυτά;»

 «Ναι μπορεί, αλλά μην ξεχνάτε πως κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά στο πένθος και μάλιστα σε διπλό πένθος»

 «Έχει αδέρφια;»

 «Δυο αδερφές και δυο αδερφούς»

 «Πρόκειται για μεγάλη οικογένεια τότε.»

 «Και οικογένεια από τζάκι» έκανε με νόημα ο εστιάτορας γέρνοντας προς το μέρος μου.

 «Ο μεγάλος αδελφός πιανίστας. Από τους λίγους στη Ρωσία. Σπούδασε με υποτροφία στο ωδείο της Μόσχας. Ο δεύτερος καλύτερα να μη σας πω εγώ, θα το διαπιστώσετε και μόνος σας. Ελάτε εδώ κάποια Παρασκευή απόγευμα ή Σάββατο μεσημέρι»

 «Δηλαδή;» 

Ο εστιάτορας προτίμησε να κρατήσει το ύφος μυστηρίου και αγνόησε την ερώτησή μου.

 «Η Μαύρη Καπελιέρα είναι η μεσαία. Η επόμενη είναι η Εριέττα, μια θεόρατη γυναίκα που ακούγεται ότι τα έχει λίγο σαλεμένα. Αλλά είναι φήμες. Απλώς είναι λίγο απότομη. Η μικρή είναι το μυαλό της οικογένειας. Μαθηματικός; Χημικός; Δε θυμάμαι ακριβώς, είναι απροσδιόριστο!Χαρτόμουτρο μεγάλο. Ήδη έχει χρέη»

 «Μα τι λέτε! » έκανα δήθεν έκπληκτος ενώ όση ώρα τον άκουγα το ενδιαφέρον μου για αυτήν την οικογένεια όλο και μεγάλωνε. «Κι εσείς πως γνωρίζετε τόσες λεπτομέρειες;»

 «Η Μαύρη Καπελιέρα είναι γυναίκα μου κύριε Δανιήλ.»

Λαιμός Καμηλοπάρδαλης 2

Από τη στιγμή που άρχισα να περπατάω, άλλο ένα ζήτημα προέκυψε για τον κύριο Πικάρ. Ο υιοθετημένος γιος του λιποθυμούσε στα καλά καθο...