Jul 18, 2016

Ο χρόνος είναι άπειρος

(η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 3)

Όταν ο Αύγουστος ξαναγύρισε στην πλατεία, ο ήλιος έκαιγε τα πάντα. Οι περισσότεροι χωρικοί κάθονταν γύρω στα μικρά καφενεία συζητώντας για την απεραντοσύνη του χρόνου και το κρεβάτι του Αυγούστου που είχε εξαφανιστεί από την πλατεία το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε. Όλοι έπιναν πικρό Σεμπάστα με αμύγδαλα, το τοπικό ποτό που σερβίρονταν μόνο την ημέρα του εορτασμού του Αγίου Σεβαστιανού. Κάποιοι έκοβαν βόλτες τριγύρω, χαζεύοντας το εμπόρευμα των μικροπωλητών. Τα κατάμαυρα μαλλιά των γυναικών έλαμπαν και ο τριποδισμός των φρεσκοβαμμένων παπουτσιών τους ακούγονταν σαν τις ξύλινες χάντρες του ροζάριου όταν χτυπούν η μια πάνω στην άλλη. Ο Αύγουστος έκλεισε τα μάτια του για λίγο και αισθάνθηκε την αντανάκλαση του ήλιου πάνω στα βλέφαρά του. Μια έκρηξη πορτοκαλοκίτρινων χρωμάτων πλημμύρισε τους βολβούς. Αυτές οι γυναίκες ήταν όμορφες. Τα σκούρα μαλλιά τους τον έκαναν να νοιώθει δύναμη. Οι άντρες στα καφενεία με τα Σεμπάστα μπροστά τους ήταν κι εκείνοι όμορφοι. Οι φλέβες των χεριών τους εκτεθειμένες στο λαμπερό φως, τα αλαζονικά χείλη τους να αντικρίζουν τον ουρανό καθώς τα κεφάλια τους σηκώνονταν προς αυτόν σα γιγαντιαίοι βλαστοί. Υπήρχε ένα βουητό τριγύρω. Ένα περίεργο βουητό στο οποίο κανείς δε φαινόταν να δίνει σημασία. Ο Αύγουστος μπορούσε να το ακούει βαθιά, μέχρι μέσα στον εγκέφαλό του, να ρέει μονότονα, εξαφανίζοντας κάθε άλλο ήχο. Οι άνθρωποι συζητούσαν δίχως να ακούγεται η φωνή τους, τα παιδιά φώναζαν κουνώντας τα χείλη τους σιωπηλά, τα πουλιά φτερούγιζαν σαν τεράστια ιπτάμενα άνθη και ο Αύγουστος μπορούσε πια να ακούει ως και το μυστικό βόμβο του στομαχιού του. Ξεκούμπωσε το σακάκι του. Η φαρέτρα ήταν δεμένη στην πλάτη του.

Όταν τελείωσε, όλα τα σώματα κείτονταν στο δρόμο και στα πεζοδρόμια. Άνθρωποι ούρλιαζαν και έκλαιγαν. Κάθε θόρυβος ακούγονταν ξεκάθαρος τώρα. Ήταν σα να είχε συμβεί μια έκρηξη ήχου. Δεν υπήρχε ούτε ένας χωρικός δίχως βέλος καρφωμένο στη φτέρνα του. Ο Αύγουστος ξανάκλεισε τα μάτια του. Το αίμα έβραζε μέσα στο στήθος του. Ήξερε ότι μια γιγαντιαία αρτηρία διέσχιζε το πίσω μέρος του σώματός του, από το λαιμό ως τη φτέρνα του, σαν την αρτηρία του Τάλω που είχε κατασκευάσει ο Ήφαιστος. Κοίταξε το ρολόι του καμπαναριού. Συνέχιζε να λειτουργεί κανονικά. Ναι, ο χρόνος ήταν άπειρος.

image: Lucien Freud

Jul 14, 2016

Το αυγό του Αγίου Σεβαστιανού

(η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 2)


Ήταν ένας βροχερός Οκτώβριος όταν ο Αύγουστος αποφάσισε ότι θα έπρεπε να βρει τρόπο να σπάσει το δικό του κοσμικό αυγό και να διασκορπίσει το χάος που ήταν κλειδωμένο στον κρόκο εδώ και αιώνες. Κουβάλησε το κρεβάτι του στη μέση της πλατείας έτσι ώστε κάθε βράδυ να κοιμάται κάτω από αυτό.

Οι χωρικοί πίστεψαν ότι είχε τρελαθεί εντελώς αλλά δεν είπαν τίποτα. Δεν υπήρχε καμία αντίδραση και κανένας δεν ήταν αρκετά τολμηρός ώστε να μετακινήσει το κρεβάτι ή να διώξει τον Αύγουστο. Μέχρι που έφτασαν να προσποιούνται ότι το κρεβάτι δεν ήταν εκεί όταν αυτοί κάθονταν στα καφενεία γύρω από την πλατεία. Έδιναν παραγγελίες για ποτά, γελούσαν δυνατά, συζητούσαν για οτιδήποτε, αλλά όχι για το κρεβάτι που είχε βρει τη θέση του στο πιο κεντρικό σημείο του χωριού τους. Ήταν ένα αόρατο κρεβάτι. Περνούσαν δίπλα του πρωί και βράδυ. Σιωπηλοί και απορροφημένοι στις σκέψεις τους. Ο Αύγουστος κρυμμένος κάτω από το κρεβάτι κοιτούσε τις πατούσες τους και τα παπούτσια τους  όλη μέρα. Απέκτησε εξάρτηση με τους αστραγάλους και τις φτέρνες ενώ οι φτέρνες και οι αστράγαλοι απέκτησαν την ίδια εξάρτηση σε αυτόν. Βρίσκονταν εκεί όλη μέρα, παρελαύνοντας μπροστά στα μάτια του. Έμαθε να ξεχωρίσει τους πάντες από τις φτέρνες τους. Κάθε φτέρνα απέκτησε όνομα και έγινε ήπειρος προς εξερεύνηση. Δεν υπήρχαν πρόσωπα, σώματα ή άνθρωποι. Μόνο φτέρνες. Τα βράδια ονειρεύονταν φτέρνες να κυβερνούν τον κόσμο. Πατούσες να σπάνε τα ρολόγια του πατέρα του.

Αισθάνθηκε την ανάγκη να κρατήσει σημειώσεις σε ένα τετράδιο. Σχεδίασε τις φτέρνες και κατέγραψε όλα τα ονόματα που είχε επινοήσει για αυτές. Γνώριζε από πριν την ακριβή ώρα που οι φτέρνες θα περνούσαν μπροστά από το κρεβάτι του και είχε αρκετά γρήγορο και παρατηρητικό μάτι ώστε να συλλάβει ακόμη και τις πιο ανεπαίσθητες αλλαγές επάνω τους. Φτέρνες τυλιγμένες σε φίνες κασμιρένιες κάλτσες, γυμνές φτέρνες, τραχιές φτέρνες, στρογγυλές τρυφερές φτέρνες, ροζ φτέρνες, κάτασπρες και απειλητικές, φτέρνες στριμωγμένες μέσα σε μπότες ή σε ψηλά παπούτσια που τις έκαναν να μοιάζουν με εύθραστα κοσμήματα.
«Με λένε Φαρέτρα» επαναλάμβανε ηχηρά στον εαυτό του πριν πάει για ύπνο ή μόλις άνοιγε τα μάτια του, σαν αυτή η υπενθύμιση του δεύτερου ονόματός του να ήταν ο άξονας όλης του της ύπαρξης. Είχε γεμίσει όλο το τετράδιο με σημειώσεις όταν αποφάσισε να βγει από τον υποκρεβάτιο κόσμο του.

Το ηλιόλουστο πρωί του εορτασμού του Αγίου Σεβαστιανού, στις 18 Δεκεμβρίου, σηκώθηκε μέσα στο κέντρο της πλατείας και χαμογέλασε σαν βελούδινος γάτος. Τα κόκκαλά του έτριζαν από τους τόσους μήνες κατάκλισης στο έδαφος και το αίμα του βούιζε όπως βουίζει μια ζαλισμένη σφήκα. Αισθάνονταν περίφημα. Λες και όλο το σώμα και το πνεύμα του είχαν αναγεννηθεί κάτω από εκείνο το κρεβάτι. Χαιρέτησε τους πάντες πιο ένθερμα από ό,τι συνήθως και επέστρεψε στο σπίτι του. Βρήκε τον πατέρα του να καθαρίζει με προσοχή το μεγαλοπρεπές  κέρατο στο μέτωπό του και τη μητέρα του να προσεύχεται. Κανένας από τους δύο δεν έδειξε την παραμικρή έκπληξη για την επιστροφή του. Κανένας δεν τον ρώτησε πως ήταν η ζωή κάτω από ένα κρεβάτι και τι είχε γράψει σε εκείνο το ογκώδες τετράδιο που ήταν δεμένο πάνω στη ζώνη του.

Ο Αύγουστος κλειδώθηκε στο δωμάτιο και τους ζήτησε να μην τον ενοχλήσουν και όταν βγήκε ξαναέφυγε δίχως να μιλήσει. Η σιωπή ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος ζωής στο σπίτι του. Είχε καταλήξει να εκτιμά αυτήν την επιλεκτική αλαλία περισσότερο από κάθε τι.


image: Man Ray

Jul 11, 2016

Η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 1

Στον Αύγουστο άρεσε να αυτοαποκαλείται ''Φαρέτρα''.  Έλεγε στους άλλους ''Γεια σας παρακαλώ να θυμάστε, είμαι ο Φαρέτρα και όχι ο Αύγουστος.'' Οι άνθρωποι έσκαγαν στα γέλια ακούγοντάς τον, αλλά δεν τον ένοιαζε. Η καρδιά του ήταν μια ντελικάτη καρδιά, αφοσιωμένη μυστικά στις  λεπτές έννοιες και ερμηνείες των σκιών και των βεβαιοτήτων που περιτριγυρίζουν το πεπρωμένο όλων των ανθρώπων. Ήξερε πως είχε το μοναδικό μυαλό στο χωριό που μπορούσε να σκεφθεί έξω από τα πλαίσια μιας περιορισμένης ζωής και καλλιεργούσε τέτοια όνειρα για τη μοίρα των σκέψεών του ώστε τα πρωινά ξυπνούσε εκστατικός, τρέμοντας μέσα στον ιδρώτα, προσπαθώντας να αδράξει τα αόρατα μονοπάτια που οδηγούσαν στις λαμπρές αποκαλύψεις των μοναδικών ιδεών του.

 
Αυτά τα μονοπάτια χόρευαν γύρω από το κεφάλι του σαν κινηματογραφικές εικόνες, αιωρούνταν πάνω από τα μαλλιά του, πάνω από το κρεβάτι του, προσδοκώντας το άδραγμά του. Αλλά αντίθετα με τη χαρούμενη φύση του, γνώριζε πώς να περιμένει και να είναι υπομονετικός. Η υπομονή ήταν πάντα η χαρισματική ποιότητα του αληθινού πνεύματος της αριστοκρατικότητας. Ο Αύγουστος καταλάβαινε ότι η φύση της αριστοκρατικότητας μπορούσε να είναι γεμάτη υπεκφυγές,  απατηλή, ακόμη και γελοία.

Είχε ένα πράσινο κι ένα καστανό μάτι. Η διαφορά ήταν τόσο έντονη και τρομακτική ώστε οι περισσότεροι άνθρωποι απέφευγαν να τον κοιτούν στο πρόσωπο. Έμπαινε σε ένα κατάστημα και οι πελάτες τον χαιρετούσαν αποστρέφοντας τα μάτια τους. ''Γεια σου Φαρέτρα.'' ''Τι κάνεις Φαρέτρα;'' Όταν τελείωνε με τα ψώνια του ανέπνεαν με ανακούφιση. Δυο μάτια διαφορετικού χρώματος μόνο ένας δαίμονας έχει.


Ο πατέρας του ήταν τυφλός με ένα μικρό κέρατο να πετάγεται από την αριστερή πλευρά του μετώπου του. Φορούσε τα πιο φίνα και ακριβά ρολόγια, παρά το γεγονός ότι ήταν ανήμπορος να δει. Είχε μια τεράστια συλλογή καινούριων και παλιών ρολογιών  με ασημένιες αλυσιδίτσες. Κατά έναν περίεργο τρόπο γνώριζε πάντα τι ώρα είναι. Οι χωρικοί ψιθύριζαν ότι ο πατέρας του είχε γεννηθεί με το τατουάζ ενός ρολογιού στην κοιλιά. Θεϊκό σημάδι στα σίγουρα, ειδικά για ένα τέτοιο μέρος σαν αυτό που πίστευε αμέσως την κάθε παράλογη ιστορία του παρελθόντος. Ο πατέρας του Αυγούστου ίσως να ήταν η μετενσάρκωση του Κρόνου αυτοπροσώπως, η Ελληνική αρχέτυπη θεότητα που είχε τρία πρόσωπα. Λέοντας, Ταύρος και άνθρωπος. Το κέρατο στο μέτωπό του τον έκανε να μοιάζει με ταύρο. Τα άγρια βρώμικα μαλλιά του με λιοντάρι. Έμοιαζε με άνθρωπο όταν έπινε το βραδινό γάλα πριν τον ύπνο. Η μόνη διαφορά ήταν ότι ο πατέρας του δεν έσπαγε κελύφη κοσμικών αυγών.


Σημείωση: το διήγημα αυτό το πρωτοέγραψα στα Αγγλικά και τώρα το μεταφράζω στα Ελληνικά


Jul 3, 2016

Οι κόκκινες κορδέλες

Για πρώτη φορά από τότε που επέστρεψα από τη Μασσαχουσέτη, ονειρεύτηκα ότι ξαναγύρισα εκεί. Δε με περίμεναν άνθρωποι. Μόνο μια αγέλη μικρών σκυλιών. Έψαχνα εναγωνίως να βρω τον Σάνυ Μπόι, το σνάουζερ με τα ανθρώπινα μάτια, ίσως το μοναδικό ζώο με το οποίο κατάφερα να αναπτύξω έναν πραγματικό δεσμό, αλλά δεν μπορούσα να βρω κάποιο ίχνος του. Κουρασμένη κάθισα στην πίσω βεράντα του σπιτιού που με φιλοξένησε για ένα ολόκληρο καλοκαίρι στο Γουρστερ της Βοστώνης, όταν μια κόκκινη κορδέλα δεμένη σε ένα δέντρο τράβηξε την προσοχή μου. Κατέβηκα στον κήπο, έλυσα την κορδέλα και την κράτησα στα χέρια μου κοιτώντας την προσεκτικά. Ήλπιζα πως εξετάζοντάς την θα μπορούσα να καταλάβω ποιος και γιατί την έδεσε εκεί. Ξαφνικά, όπως συνήθως συμβαίνει στα όνειρα, το χώμα κάτω από τα πόδια μου κουνήθηκε. Άρχισα να σκάβω γρήγορα, βάζοντας όλη μου τη δύναμη. Όσο έσκαβα παρατηρούσα από μια άλλη οπτική γωνία που στην πραγματικότητα δε θα ήταν δυνατόν να υπάρχει, ότι το σπίτι πίσω μου μίκραινε σταδιακά. Κάθε φορά που κοιτούσα προς τα πίσω το έβλεπα όλο και μικρότερο. Τα σκαλιά της βεράντας είχαν γεμίσει μικρά σκυλιά ράτσας που με παρακολουθούσαν σιωπηλά, δίχως να κάνουν την παραμικρή κίνηση. Και κάθε φορά που η σμίκρυνση συντελούνταν, έστω και στο ελάχιστο, η βεράντα παλλόταν σαν ανθρώπινο όργανο κάτω από το στηθοσκόπιο. Ήξερα πως ο Σάνυ Μπόι είχε πεθάνει και αυτό έκανε τα μάτια μου να γεμίσουν δάκρυα. Πολλές φορές στα όνειρά μου βλέπω σπίτια που είναι ζωντανά, σπίτια που με στοιχειώνουν εδώ και χρόνια σαν επαναλαμβανόμενο μοτίβο στον ύπνο μου. Αυτό μπορούσα να το θυμάμαι ξεκάθαρα, ακόμη και μέσα στο όνειρό. Και πολλές φορές αισθάνομαι ένα παράξενο είδος συμπόνοιας προς αυτά τα σπίτια που πάλλονται, μικραίνουν, μεγαλώνουν, χωρίζονται στα δύο, γεμίζουν νερά, αλλάζουν δωμάτια, παγιδεύουν και προσκαλούν όπως ακριβώς ένα ανθρώπινο σώμα.


Οι κόκκινες κορδέλες πολλαπλασιάστηκαν. Υπήρχε από μια σε κάθε ξύλινο κάγκελο. Δε γνώριζα τι σήμαιναν όλα αυτά. Ποιος προσπαθούσε να μου μιλήσει και τι ήθελε να μου πει. Σταμάτησα να σκάβω. Είχα μόνο τη γνώση ενός άλλου εαυτού που με παρακολουθούσε μέσα από τον ύπνο μου. Ξάπλωσα μπρούμυτα στο χώμα και προσπάθησα να αποκοιμηθώ. Πώς να είναι άραγε να κοιμάσαι μέσα στον ύπνο σου; Ίσως το σώμα και ο εγκέφαλος να βιώνουν ένα είδος απαραίτητης χαλάρωσης που μπορεί να επιτευχθεί μόνο έτσι. Και το λέω αυτό γιατί ξύπνησα αναζωογονημένη, αν και ανήσυχη, καθώς έφερνα στο νου μου τις κορδέλες και τα μικρά εκείνα σκυλιά. Θυμήθηκα έναν παλιό φίλο ζωγράφο που με είχε βεβαιώσει ότι κάθε σπίτι που ονειρεύομαι είναι το ίδιο μου το μυαλό το οποίο προσπαθεί να μου μιλήσει. Για παράδειγμα το υπόγειο ξεκάθαρα αντιπροσωπεύει το υποσυνείδητο και το γεγονός ότι συχνά ονειρεύομαι υπόγεια μέσα στα οποία χάνομαι για λίγο, δείχνει το πόσο μπερδεμένη είμαι. Πάντα με σώζουν όμως οι σκάλες που ξεφυτρώνουν στα ξαφνικά αλλάζοντας θέσεις. Αυτό δείχνει ότι μπορώ πάντα και μηχανεύομαι τρόπους για να γλυτώσω από την ίδια μου την εσωτερική αγωνία που προσπαθεί να με καταβροχθίσει. Η αγωνία είναι ένα μεγάλο στόμα. Ο Τριστ ήταν πολύ σίγουρος για αυτά τα πράγματα. Ο Τριστ γενικώς ήταν σίγουρος για πολλά πράγματα. Δεν μπορούσα να αποφασίσω αν αυτή η σιγουριά με είλκυε ή με απωθούσε. Μάλλον και τα δυο, όπως ακριβώς μας συμβαίνει με έναν άνθρωπο που μας μοιάζει λίγο.


Είχα αποφασίσει να μη μιλήσω σε κανέναν για το όνειρο. Βέβαια μετά δεν μπόρεσα να κρατηθώ και το έγραψα από την αρχή ως το τέλος . Ίσως να μπορούσα να το εξηγήσω αργότερα απλά και μόνο διαβάζοντάς το. Ίσως να φανταζόμουν τι απάντηση θα μου έδινε ο Τριστ αν ζούσε ακόμα. Μπορεί κανείς να μην μπορούσε να το εξηγήσει ή να σκέφτόταν πως τα περίεργα όνειρά μου ήταν μάλλον ένας τρόπος με τον οποίο επιζητούσα την προσοχή. Το από ποιον την επιζητούσα ακριβώς και για ποιο λόγο είναι ένα πολύ καλό, πραγματικά καλό, ερώτημα με μερικές ενδιαφέρουσες απαντήσεις.


Λαιμός Καμηλοπάρδαλης 2

Από τη στιγμή που άρχισα να περπατάω, άλλο ένα ζήτημα προέκυψε για τον κύριο Πικάρ. Ο υιοθετημένος γιος του λιποθυμούσε στα καλά καθο...