Skip to main content

Posts

Showing posts from July, 2016

Ο χρόνος είναι άπειρος

(η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 3)
Όταν ο Αύγουστος ξαναγύρισε στην πλατεία, ο ήλιος έκαιγε τα πάντα. Οι περισσότεροι χωρικοί κάθονταν γύρω στα μικρά καφενεία συζητώντας για την απεραντοσύνη του χρόνου και το κρεβάτι του Αυγούστου που είχε εξαφανιστεί από την πλατεία το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε. Όλοι έπιναν πικρό Σεμπάστα με αμύγδαλα, το τοπικό ποτό που σερβίρονταν μόνο την ημέρα του εορτασμού του Αγίου Σεβαστιανού. Κάποιοι έκοβαν βόλτες τριγύρω, χαζεύοντας το εμπόρευμα των μικροπωλητών. Τα κατάμαυρα μαλλιά των γυναικών έλαμπαν και ο τριποδισμός των φρεσκοβαμμένων παπουτσιών τους ακούγονταν σαν τις ξύλινες χάντρες του ροζάριου όταν χτυπούν η μια πάνω στην άλλη. Ο Αύγουστος έκλεισε τα μάτια του για λίγο και αισθάνθηκε την αντανάκλαση του ήλιου πάνω στα βλέφαρά του. Μια έκρηξη πορτοκαλοκίτρινων χρωμάτων πλημμύρισε τους βολβούς. Αυτές οι γυναίκες ήταν όμορφες. Τα σκούρα μαλλιά τους τον έκαναν να νοιώθει δύναμη. Οι άντρες στα καφενεία με τα Σεμπάστα μπροστά τους ήταν κι εκείνοι όμορφοι…

Το αυγό του Αγίου Σεβαστιανού

(η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 2)


Ήταν ένας βροχερός Οκτώβριος όταν ο Αύγουστος αποφάσισε ότι θα έπρεπε να βρει τρόπο να σπάσει το δικό του κοσμικό αυγό και να διασκορπίσει το χάος που ήταν κλειδωμένο στον κρόκο εδώ και αιώνες. Κουβάλησε το κρεβάτι του στη μέση της πλατείας έτσι ώστε κάθε βράδυ να κοιμάται κάτω από αυτό.
Οι χωρικοί πίστεψαν ότι είχε τρελαθεί εντελώς αλλά δεν είπαν τίποτα. Δεν υπήρχε καμία αντίδραση και κανένας δεν ήταν αρκετά τολμηρός ώστε να μετακινήσει το κρεβάτι ή να διώξει τον Αύγουστο. Μέχρι που έφτασαν να προσποιούνται ότι το κρεβάτι δεν ήταν εκεί όταν αυτοί κάθονταν στα καφενεία γύρω από την πλατεία. Έδιναν παραγγελίες για ποτά, γελούσαν δυνατά, συζητούσαν για οτιδήποτε, αλλά όχι για το κρεβάτι που είχε βρει τη θέση του στο πιο κεντρικό σημείο του χωριού τους. Ήτανένααόρατοκρεβάτι. Περνούσανδίπλατουπρωίκαιβράδυ. Σιωπηλοί και απορροφημένοι στις σκέψεις τους. Ο Αύγουστος κρυμμένος κάτω από το κρεβάτι κοιτούσε τις πατούσες τους και τα παπούτσια τους  όλη μέρα. Απέκτ…

Η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 1

Στον Αύγουστο άρεσε να αυτοαποκαλείται ''Φαρέτρα''.  Έλεγε στους άλλους ''Γεια σας παρακαλώ να θυμάστε, είμαι ο Φαρέτρα και όχι ο Αύγουστος.'' Οι άνθρωποι έσκαγαν στα γέλια ακούγοντάς τον, αλλά δεν τον ένοιαζε. Η καρδιά του ήταν μια ντελικάτη καρδιά, αφοσιωμένη μυστικά στις  λεπτές έννοιες και ερμηνείες των σκιών και των βεβαιοτήτων που περιτριγυρίζουν το πεπρωμένο όλων των ανθρώπων. Ήξερε πως είχε το μοναδικό μυαλό στο χωριό που μπορούσε να σκεφθεί έξω από τα πλαίσια μιας περιορισμένης ζωής και καλλιεργούσε τέτοια όνειρα για τη μοίρα των σκέψεών του ώστε τα πρωινά ξυπνούσε εκστατικός, τρέμοντας μέσα στον ιδρώτα, προσπαθώντας να αδράξει τα αόρατα μονοπάτια που οδηγούσαν στις λαμπρές αποκαλύψεις των μοναδικών ιδεών του.
Αυτά τα μονοπάτια χόρευαν γύρω από το κεφάλι του σαν κινηματογραφικές εικόνες, αιωρούνταν πάνω από τα μαλλιά του, πάνω από το κρεβάτι του, προσδοκώντας το άδραγμά του. Αλλά αντίθετα με τη χαρούμενη φύση του, γνώριζε πώς να περιμένει και να…

Οι κόκκινες κορδέλες

Για πρώτη φορά από τότε που επέστρεψα από τη Μασσαχουσέτη, ονειρεύτηκα ότι ξαναγύρισα εκεί. Δε με περίμεναν άνθρωποι. Μόνο μια αγέλη μικρών σκυλιών. Έψαχνα εναγωνίως να βρω τον Σάνυ Μπόι, το σνάουζερ με τα ανθρώπινα μάτια, ίσως το μοναδικό ζώο με το οποίο κατάφερα να αναπτύξω έναν πραγματικό δεσμό, αλλά δεν μπορούσα να βρω κάποιο ίχνος του. Κουρασμένη κάθισα στην πίσω βεράντα του σπιτιού που με φιλοξένησε για ένα ολόκληρο καλοκαίρι στο Γουρστερ της Βοστώνης, όταν μια κόκκινη κορδέλα δεμένη σε ένα δέντρο τράβηξε την προσοχή μου. Κατέβηκα στον κήπο, έλυσα την κορδέλα και την κράτησα στα χέρια μου κοιτώντας την προσεκτικά. Ήλπιζα πως εξετάζοντάς την θα μπορούσα να καταλάβω ποιος και γιατί την έδεσε εκεί. Ξαφνικά, όπως συνήθως συμβαίνει στα όνειρα, το χώμα κάτω από τα πόδια μου κουνήθηκε. Άρχισα να σκάβω γρήγορα, βάζοντας όλη μου τη δύναμη. Όσο έσκαβα παρατηρούσα από μια άλλη οπτική γωνία που στην πραγματικότητα δε θα ήταν δυνατόν να υπάρχει, ότι το σπίτι πίσω μου μίκραινε σταδιακά. Κάθε …