Skip to main content

Το έλασμα



Ξύπνησα τα ξημερώματα από ένα έντονο όνειρο. Ένας άντρας ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα επιδίδονταν με περίεργη αφοσίωση σε μια πράξη μαζοχισμού. Ο άντρας προφανώς ήμουν εγώ ή μπορεί να ήταν κάποιος που θα ήθελα να μιμηθώ. Κρατούσε το ένα του πόδι ψηλά και είχε περάσει στο μεσαίο δάχτυλο κάτι σα μεταλλικό λεπτό έλασμα. Η μία πλευρά του ελάσματος είχε μια επίσης μεταλλική μακριά λαβή, ψιλή σα συρματάκι. Σε κάθε τράβηγμα της λαβής το έλασμα γύρω από το δάχτυλο έσφιγγε σε σημείο που έφερνε δάκρυα στον άντρα. Μόλις τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, ήταν ξεκάθαρο πως ο άντρας –που θα ονομάσω Τόμας γιατί είναι ένα εύκολο όνομα- έπεφτε σε ένα είδος έκστασης. Ο Τόμας απολάμβανε τα δάκρυά του, αυτό ήταν φως φανάρι. Όμως όσο το έλασμα έσφιγγε περισσότερο, τον καταλάμβανε μια αλλόκοτη αγωνία την οποία μπορούσα να ζήσω ως εντελώς δική μου μέσα στο όνειρο. Ο Τόμας αισθανόταν πως βρισκόταν μπροστά σε ένα τέρας που όρμησε ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο για να του καταβροχθίσει το πόδι. Ο φρικτός πόνος που ένοιωθε ήταν το τέρας του. Χαλάρωνε τότε ασυναίσθητα τη λαβή και ο πόνος υποχωρούσε.

Το καταλάγιασμα του πόνου του προκαλούσε μεγάλη λύπη. Υπήρχε μια λεπτότητα στα δάκρυά του η οποία τον συγκινούσε βαθιά και τον έκανε να επιθυμεί να τα ξανανοιώσει στο πρόσωπό του. Με φρενιασμένες κινήσεις άρχισε να σφίγγει και να ξεσφίγγει ασταμάτητα το έλασμα γύρω απο το δάχτυλό του. Τα αλλοιωμένα χαρακτηριστικά του, τα μάτια του, η μύτη του, το στόμα του έγιναν το επίκεντρο της εικόνας που ονειρευόμουν. Και ύστερα το έλασμα. Ήταν σαν το έλασμα να είχε ξαφνικά μεγαλύτερη σχέση με το κεφάλι του παρά με το πόδι του. Τον είχε πιάσει παραλήρημα. Ο πόνος ήταν αφόρητος μα συνέχιζε να τον επιδιώκει λες και όλη του η ύπαρξη εξαρτώταν από αυτόν. Ο Τόμας έκλαιγε πια με λυγμούς μουρμουρίζοντας και παρακαλώντας κάποιον να φύγει, να φύγει, να φύγει.


Ίσως το έλεγε σε εμένα. Ίσως εγώ προκαλούσα τόση αγωνία στον Τόμας. Η σκέψη αυτή με παρέλυσε από φόβο, και με έκανε να ξυπνήσω. Ανακάθησα μέσα στο σκοτάδι ακίνητη για λίγα λεπτά. Προσπαθούσα να επαναφέρω μπροστά μου την εικόνα του προσώπου του αλλά το μόνο που μπορούσα να δω ήταν το έλασμα που μου ξύπνησε το ενδιαφέρον από μια άλλη γωνία. Τι έλασμα ήταν αυτό; Το είχε φτιάξει ο ίδιος ο Τόμας; Η χρήση που είδα στο όνειρό μου απέδιδε τον ακριβή σκοπό για τον οποίο είχε φτιαχτεί; Θα μπορούσε η λαβή να είναι μακρύτερη για να μην αναγκάζεται ο Τόμας να σκύβει συνεχώς προς τα εμπρός για να φτάσει το πόδι του; Άναψα το φακό του κινητού μου τηλεφώνου, πήρα ένα χαρτί και στυλό μέσα από το κομοδίνο και σχεδίασα το έλασμα. Στο χαρτί έδειχνε σαν παιδική ρόδα. Ή σαν το πικτόγραμμα που συμβολίζει το αρσενικό φύλο ή το στοιχείο του σιδήρου. Αποφάσισα να το ξεχάσω, αλλά κάτι μου έλεγε να μην το κάνω γιατί είχε μια ιδιαίτερη σημασία που θα έπρεπε να βρω. Όμως το έκανα, το ξέχασα.

Το πρωί κοίταξα τα μέηλ μου, πήγα για ψώνια, μαγείρεψα, έκανα τις συνηθισμένες δουλειές απολαμβάνοντας με ενοχές μια απο τις ελάχιστες περιόδους στη ζωή μου κατά τις οποίες δε δούλευα. Το μεσημέρι χτύπησε το τηλέφωνο μου. Περίμενα απάντηση από ένα δημόσιο σχολείο στο Γουέστ Μπόυλστον, στο οποίο είχα δώσει συνέντευξη πριν από λίγες μέρες, για αυτό και το σήκωσα ανυπομονώντας. «Γεια σας» ακούστηκε μια αντρική φωνή όχι πολύ καθαρά. «Είστε ο Τόμας;».
image: Judith Beheading Holofernes by Caravaggio: a detail


Comments

Popular posts from this blog

Το Σεπτέμβριο 1

Yπάρχει ένα πράγμα που με φοβίζει όταν γράφω. Ότι δε θα μπορέσω να ξανασηκωθώ. Το κεφάλι μου θα μείνει εκεί, σκυμμένο αιωνίως και το χέρι μου δε θα σταματήσει να γράφει ενώ οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια και οι αιώνες θα περνούν. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν έξι χρονών. Αυτοκτόνησε πέφτοντας από το μπαλκόνι της αδελφής του, Ιερουσαλήμ.
«Δε σκοτώνουμε τα δέντρα. Τα αφήνουμε να πεθάνουν μόνα τους» ήταν το μόνο πράγμα που μου είπε η μητέρα μου κατά τη διάρκεια της κηδείας όταν με έσφιξε επάνω στα μαύρα ρούχα της. Η μητέρα μου ήταν πάντα απούσα και απόμακρη. Μου έλειπε ακόμα και όταν βρισκόμασταν στο ίδιο δωμάτιο. Αισθανόμουν τη μοναξιά της απομόνωσης, που καθώς ενηλικιωνόμουν με έκανε έναν μελαγχολικό νεαρό άντρα, ο οποίος έβρισκε καταφύγιο στις ονειροπολήσεις και στο γράψιμο. Γράφοντας ανακάλυψα πως μπορούσα επιτέλους να ακούσω φωνές μέσα στο άδειο κεφάλι μου. Γιατί το κεφάλι μου ήταν ένα μέρος άδειο και τρομακτικά ήσυχο. Κι εγώ μεγάλωνα μέσα στην εκκωφαντική σιωπή του. Τη σιωπή που έ…

Όχι κουμπιά

Ημέρα 32η

Η γυναίκα με τα μπλε μαλλιά. Ναι η ηλικιωμένη. Ξαναήρθε, αλλά αυτή τη φορά ο Μοδέστος την πλησίασε με αποφασιστικότητα, έξω από την αίθουσα,  πριν καν ξεκινήσει η παράσταση. «Όχι κουμπιά», της είπε κοφτά. «Καλύτερα μη δίνετε καθόλου φιλοδώρημα. Είναι ντροπιαστικό για εσάς την ίδια να μου δίνετε κουμπιά.» Ξαφνιάστηκα. Πρώτη φορά τον άκουγα να μιλάει τόσο πολύ. Η φωνή του ήταν ένα συρτό μουρμούρισμα δίχως κανέναν παλμό. Μιλούσε σα να υπαγόρευε κάποιο κείμενο. Εκείνη τον κοίταξε ατάραχη. «Πρόκειται για κουμπιά από τη στολή του βασιλιά Παύλου. Θα έπρεπε να είστε ιδιαιτέρως ικανοποιημένος που σας αμείβω με αυτά. Και αυτό επειδή σας συμπαθώ. Κι εσείς μου μιλάτε με τόση αυθάδεια ξαφνικά.»
«Γιατί έρχεστε και βλέπετε συνεχώς την ίδια παράσταση;»
Η γυναίκα στράβωσε υποτιμητικά τα χείλη της.
«Δεν καταλάβατε τι σας είπα πριν. Του βασιλιά Παύλου. Δε θα με ρωτήσετε πως τα βρήκα» «Όχι»
Η άρνησή του δεν έδειξε να την πτοεί. Στάθηκε μπροστά του, πλησιάζοντας τον περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε και …