Skip to main content

Το αυγό του Αγίου Σεβαστιανού

(η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 2)


Ήταν ένας βροχερός Οκτώβριος όταν ο Αύγουστος αποφάσισε ότι θα έπρεπε να βρει τρόπο να σπάσει το δικό του κοσμικό αυγό και να διασκορπίσει το χάος που ήταν κλειδωμένο στον κρόκο εδώ και αιώνες. Κουβάλησε το κρεβάτι του στη μέση της πλατείας έτσι ώστε κάθε βράδυ να κοιμάται κάτω από αυτό.

Οι χωρικοί πίστεψαν ότι είχε τρελαθεί εντελώς αλλά δεν είπαν τίποτα. Δεν υπήρχε καμία αντίδραση και κανένας δεν ήταν αρκετά τολμηρός ώστε να μετακινήσει το κρεβάτι ή να διώξει τον Αύγουστο. Μέχρι που έφτασαν να προσποιούνται ότι το κρεβάτι δεν ήταν εκεί όταν αυτοί κάθονταν στα καφενεία γύρω από την πλατεία. Έδιναν παραγγελίες για ποτά, γελούσαν δυνατά, συζητούσαν για οτιδήποτε, αλλά όχι για το κρεβάτι που είχε βρει τη θέση του στο πιο κεντρικό σημείο του χωριού τους. Ήταν ένα αόρατο κρεβάτι. Περνούσαν δίπλα του πρωί και βράδυ. Σιωπηλοί και απορροφημένοι στις σκέψεις τους. Ο Αύγουστος κρυμμένος κάτω από το κρεβάτι κοιτούσε τις πατούσες τους και τα παπούτσια τους  όλη μέρα. Απέκτησε εξάρτηση με τους αστραγάλους και τις φτέρνες ενώ οι φτέρνες και οι αστράγαλοι απέκτησαν την ίδια εξάρτηση σε αυτόν. Βρίσκονταν εκεί όλη μέρα, παρελαύνοντας μπροστά στα μάτια του. Έμαθε να ξεχωρίσει τους πάντες από τις φτέρνες τους. Κάθε φτέρνα απέκτησε όνομα και έγινε ήπειρος προς εξερεύνηση. Δεν υπήρχαν πρόσωπα, σώματα ή άνθρωποι. Μόνο φτέρνες. Τα βράδια ονειρεύονταν φτέρνες να κυβερνούν τον κόσμο. Πατούσες να σπάνε τα ρολόγια του πατέρα του.

Αισθάνθηκε την ανάγκη να κρατήσει σημειώσεις σε ένα τετράδιο. Σχεδίασε τις φτέρνες και κατέγραψε όλα τα ονόματα που είχε επινοήσει για αυτές. Γνώριζε από πριν την ακριβή ώρα που οι φτέρνες θα περνούσαν μπροστά από το κρεβάτι του και είχε αρκετά γρήγορο και παρατηρητικό μάτι ώστε να συλλάβει ακόμη και τις πιο ανεπαίσθητες αλλαγές επάνω τους. Φτέρνες τυλιγμένες σε φίνες κασμιρένιες κάλτσες, γυμνές φτέρνες, τραχιές φτέρνες, στρογγυλές τρυφερές φτέρνες, ροζ φτέρνες, κάτασπρες και απειλητικές, φτέρνες στριμωγμένες μέσα σε μπότες ή σε ψηλά παπούτσια που τις έκαναν να μοιάζουν με εύθραστα κοσμήματα.
«Με λένε Φαρέτρα» επαναλάμβανε ηχηρά στον εαυτό του πριν πάει για ύπνο ή μόλις άνοιγε τα μάτια του, σαν αυτή η υπενθύμιση του δεύτερου ονόματός του να ήταν ο άξονας όλης του της ύπαρξης. Είχε γεμίσει όλο το τετράδιο με σημειώσεις όταν αποφάσισε να βγει από τον υποκρεβάτιο κόσμο του.

Το ηλιόλουστο πρωί του εορτασμού του Αγίου Σεβαστιανού, στις 18 Δεκεμβρίου, σηκώθηκε μέσα στο κέντρο της πλατείας και χαμογέλασε σαν βελούδινος γάτος. Τα κόκκαλά του έτριζαν από τους τόσους μήνες κατάκλισης στο έδαφος και το αίμα του βούιζε όπως βουίζει μια ζαλισμένη σφήκα. Αισθάνονταν περίφημα. Λες και όλο το σώμα και το πνεύμα του είχαν αναγεννηθεί κάτω από εκείνο το κρεβάτι. Χαιρέτησε τους πάντες πιο ένθερμα από ό,τι συνήθως και επέστρεψε στο σπίτι του. Βρήκε τον πατέρα του να καθαρίζει με προσοχή το μεγαλοπρεπές  κέρατο στο μέτωπό του και τη μητέρα του να προσεύχεται. Κανένας από τους δύο δεν έδειξε την παραμικρή έκπληξη για την επιστροφή του. Κανένας δεν τον ρώτησε πως ήταν η ζωή κάτω από ένα κρεβάτι και τι είχε γράψει σε εκείνο το ογκώδες τετράδιο που ήταν δεμένο πάνω στη ζώνη του.

Ο Αύγουστος κλειδώθηκε στο δωμάτιο και τους ζήτησε να μην τον ενοχλήσουν και όταν βγήκε ξαναέφυγε δίχως να μιλήσει. Η σιωπή ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος ζωής στο σπίτι του. Είχε καταλήξει να εκτιμά αυτήν την επιλεκτική αλαλία περισσότερο από κάθε τι.


image: Man Ray

Comments

Popular posts from this blog

Το έλασμα

Ξύπνησα τα ξημερώματα από ένα έντονο όνειρο. Ένας άντρας ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα επιδίδονταν με περίεργη αφοσίωση σε μια πράξη μαζοχισμού. Ο άντρας προφανώς ήμουν εγώ ή μπορεί να ήταν κάποιος που θα ήθελα να μιμηθώ. Κρατούσε το ένα του πόδι ψηλά και είχε περάσει στο μεσαίο δάχτυλο κάτι σα μεταλλικό λεπτό έλασμα. Η μία πλευρά του ελάσματος είχε μια επίσης μεταλλική μακριά λαβή, ψιλή σα συρματάκι. Σε κάθε τράβηγμα της λαβής το έλασμα γύρω από το δάχτυλο έσφιγγε σε σημείο που έφερνε δάκρυα στον άντρα. Μόλις τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, ήταν ξεκάθαρο πως ο άντρας –που θα ονομάσω Τόμας γιατί είναι ένα εύκολο όνομα- έπεφτε σε ένα είδος έκστασης. Ο Τόμας απολάμβανε τα δάκρυά του, αυτό ήταν φως φανάρι. Όμως όσο το έλασμα έσφιγγε περισσότερο, τον καταλάμβανε μια αλλόκοτη αγωνία την οποία μπορούσα να ζήσω ως εντελώς δική μου μέσα στο όνειρο. Ο Τόμας αισθανόταν πως βρισκόταν μπροστά σε ένα τέρας που όρμησε ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο για να του καταβροχθίσει το πόδι. Ο φρικτός πόνος που …

Ο χρόνος είναι άπειρος

(η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 3)
Όταν ο Αύγουστος ξαναγύρισε στην πλατεία, ο ήλιος έκαιγε τα πάντα. Οι περισσότεροι χωρικοί κάθονταν γύρω στα μικρά καφενεία συζητώντας για την απεραντοσύνη του χρόνου και το κρεβάτι του Αυγούστου που είχε εξαφανιστεί από την πλατεία το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε. Όλοι έπιναν πικρό Σεμπάστα με αμύγδαλα, το τοπικό ποτό που σερβίρονταν μόνο την ημέρα του εορτασμού του Αγίου Σεβαστιανού. Κάποιοι έκοβαν βόλτες τριγύρω, χαζεύοντας το εμπόρευμα των μικροπωλητών. Τα κατάμαυρα μαλλιά των γυναικών έλαμπαν και ο τριποδισμός των φρεσκοβαμμένων παπουτσιών τους ακούγονταν σαν τις ξύλινες χάντρες του ροζάριου όταν χτυπούν η μια πάνω στην άλλη. Ο Αύγουστος έκλεισε τα μάτια του για λίγο και αισθάνθηκε την αντανάκλαση του ήλιου πάνω στα βλέφαρά του. Μια έκρηξη πορτοκαλοκίτρινων χρωμάτων πλημμύρισε τους βολβούς. Αυτές οι γυναίκες ήταν όμορφες. Τα σκούρα μαλλιά τους τον έκαναν να νοιώθει δύναμη. Οι άντρες στα καφενεία με τα Σεμπάστα μπροστά τους ήταν κι εκείνοι όμορφοι…

Η μαύρη καπελιέρα

Τι συμπέρασμα θα μπορούσε να βγάλει κάποιος για τη Μαύρη Καπελιέρα; Αν την έβλεπε για πρώτη φορά, σίγουρα θα σκεφτόταν ότι κάτι δεν πάει καλά . Καθόταν κάθε απόγευμα στην ίδια θέση, αφού είχε παραγγείλει μια πορτοκαλάδα και μια σούπα τα οποία ποτέ δεν άγγιζε. Σταύρωνε τα χέρια μπροστά από το στομάχι της και κοιτούσε επίμονα και αφηρημένα όποιον πελάτη βρισκόταν εντός του οπτικού της πεδίου.
Κάποιοι θύμωναν. Τη ρωτούσαν για ποιο λόγο τους κοιτάζει. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν απαντούσε. Ακόμη κι όταν γίνονταν πιο επιθετικοί προσβάλλοντάς την, δεν ανοιγόκλεινε ούτε τα βλέφαρά της. Άλλοι γελούσαν μεταξύ τους, θεωρώντας την ανισόρροπη και κάποιοι άλλοι αισθάνονταν αμήχανα και άλλαζαν θέση. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν κοιτούσε αυτούς. Ούτε μέσα σε αυτούς, όπως κάποιοι υπέθεταν νομίζοντας ότι είχε κάποιο διαισθητικό χάρισμα. Το βλέμμα της εστίαζε στον τοίχο, σε ένα συγκεκριμένο σημείο ανάμεσα στη βιβλιοθήκη και στο μπουφέ με τα εκκεντρικά σερβίτσια. Μια μικρή ρωγμή, ένα ελαφρύ σκάσιμο στον τοίχο βρισκ…