Skip to main content

Η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 1

Στον Αύγουστο άρεσε να αυτοαποκαλείται ''Φαρέτρα''.  Έλεγε στους άλλους ''Γεια σας παρακαλώ να θυμάστε, είμαι ο Φαρέτρα και όχι ο Αύγουστος.'' Οι άνθρωποι έσκαγαν στα γέλια ακούγοντάς τον, αλλά δεν τον ένοιαζε. Η καρδιά του ήταν μια ντελικάτη καρδιά, αφοσιωμένη μυστικά στις  λεπτές έννοιες και ερμηνείες των σκιών και των βεβαιοτήτων που περιτριγυρίζουν το πεπρωμένο όλων των ανθρώπων. Ήξερε πως είχε το μοναδικό μυαλό στο χωριό που μπορούσε να σκεφθεί έξω από τα πλαίσια μιας περιορισμένης ζωής και καλλιεργούσε τέτοια όνειρα για τη μοίρα των σκέψεών του ώστε τα πρωινά ξυπνούσε εκστατικός, τρέμοντας μέσα στον ιδρώτα, προσπαθώντας να αδράξει τα αόρατα μονοπάτια που οδηγούσαν στις λαμπρές αποκαλύψεις των μοναδικών ιδεών του.

 
Αυτά τα μονοπάτια χόρευαν γύρω από το κεφάλι του σαν κινηματογραφικές εικόνες, αιωρούνταν πάνω από τα μαλλιά του, πάνω από το κρεβάτι του, προσδοκώντας το άδραγμά του. Αλλά αντίθετα με τη χαρούμενη φύση του, γνώριζε πώς να περιμένει και να είναι υπομονετικός. Η υπομονή ήταν πάντα η χαρισματική ποιότητα του αληθινού πνεύματος της αριστοκρατικότητας. Ο Αύγουστος καταλάβαινε ότι η φύση της αριστοκρατικότητας μπορούσε να είναι γεμάτη υπεκφυγές,  απατηλή, ακόμη και γελοία.

Είχε ένα πράσινο κι ένα καστανό μάτι. Η διαφορά ήταν τόσο έντονη και τρομακτική ώστε οι περισσότεροι άνθρωποι απέφευγαν να τον κοιτούν στο πρόσωπο. Έμπαινε σε ένα κατάστημα και οι πελάτες τον χαιρετούσαν αποστρέφοντας τα μάτια τους. ''Γεια σου Φαρέτρα.'' ''Τι κάνεις Φαρέτρα;'' Όταν τελείωνε με τα ψώνια του ανέπνεαν με ανακούφιση. Δυο μάτια διαφορετικού χρώματος μόνο ένας δαίμονας έχει.


Ο πατέρας του ήταν τυφλός με ένα μικρό κέρατο να πετάγεται από την αριστερή πλευρά του μετώπου του. Φορούσε τα πιο φίνα και ακριβά ρολόγια, παρά το γεγονός ότι ήταν ανήμπορος να δει. Είχε μια τεράστια συλλογή καινούριων και παλιών ρολογιών  με ασημένιες αλυσιδίτσες. Κατά έναν περίεργο τρόπο γνώριζε πάντα τι ώρα είναι. Οι χωρικοί ψιθύριζαν ότι ο πατέρας του είχε γεννηθεί με το τατουάζ ενός ρολογιού στην κοιλιά. Θεϊκό σημάδι στα σίγουρα, ειδικά για ένα τέτοιο μέρος σαν αυτό που πίστευε αμέσως την κάθε παράλογη ιστορία του παρελθόντος. Ο πατέρας του Αυγούστου ίσως να ήταν η μετενσάρκωση του Κρόνου αυτοπροσώπως, η Ελληνική αρχέτυπη θεότητα που είχε τρία πρόσωπα. Λέοντας, Ταύρος και άνθρωπος. Το κέρατο στο μέτωπό του τον έκανε να μοιάζει με ταύρο. Τα άγρια βρώμικα μαλλιά του με λιοντάρι. Έμοιαζε με άνθρωπο όταν έπινε το βραδινό γάλα πριν τον ύπνο. Η μόνη διαφορά ήταν ότι ο πατέρας του δεν έσπαγε κελύφη κοσμικών αυγών.


Σημείωση: το διήγημα αυτό το πρωτοέγραψα στα Αγγλικά και τώρα το μεταφράζω στα Ελληνικά


Comments

Popular posts from this blog

Το έλασμα

Ξύπνησα τα ξημερώματα από ένα έντονο όνειρο. Ένας άντρας ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα επιδίδονταν με περίεργη αφοσίωση σε μια πράξη μαζοχισμού. Ο άντρας προφανώς ήμουν εγώ ή μπορεί να ήταν κάποιος που θα ήθελα να μιμηθώ. Κρατούσε το ένα του πόδι ψηλά και είχε περάσει στο μεσαίο δάχτυλο κάτι σα μεταλλικό λεπτό έλασμα. Η μία πλευρά του ελάσματος είχε μια επίσης μεταλλική μακριά λαβή, ψιλή σα συρματάκι. Σε κάθε τράβηγμα της λαβής το έλασμα γύρω από το δάχτυλο έσφιγγε σε σημείο που έφερνε δάκρυα στον άντρα. Μόλις τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, ήταν ξεκάθαρο πως ο άντρας –που θα ονομάσω Τόμας γιατί είναι ένα εύκολο όνομα- έπεφτε σε ένα είδος έκστασης. Ο Τόμας απολάμβανε τα δάκρυά του, αυτό ήταν φως φανάρι. Όμως όσο το έλασμα έσφιγγε περισσότερο, τον καταλάμβανε μια αλλόκοτη αγωνία την οποία μπορούσα να ζήσω ως εντελώς δική μου μέσα στο όνειρο. Ο Τόμας αισθανόταν πως βρισκόταν μπροστά σε ένα τέρας που όρμησε ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο για να του καταβροχθίσει το πόδι. Ο φρικτός πόνος που …

Το Σεπτέμβριο 1

Yπάρχει ένα πράγμα που με φοβίζει όταν γράφω. Ότι δε θα μπορέσω να ξανασηκωθώ. Το κεφάλι μου θα μείνει εκεί, σκυμμένο αιωνίως και το χέρι μου δε θα σταματήσει να γράφει ενώ οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια και οι αιώνες θα περνούν. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν έξι χρονών. Αυτοκτόνησε πέφτοντας από το μπαλκόνι της αδελφής του, Ιερουσαλήμ.
«Δε σκοτώνουμε τα δέντρα. Τα αφήνουμε να πεθάνουν μόνα τους» ήταν το μόνο πράγμα που μου είπε η μητέρα μου κατά τη διάρκεια της κηδείας όταν με έσφιξε επάνω στα μαύρα ρούχα της. Η μητέρα μου ήταν πάντα απούσα και απόμακρη. Μου έλειπε ακόμα και όταν βρισκόμασταν στο ίδιο δωμάτιο. Αισθανόμουν τη μοναξιά της απομόνωσης, που καθώς ενηλικιωνόμουν με έκανε έναν μελαγχολικό νεαρό άντρα, ο οποίος έβρισκε καταφύγιο στις ονειροπολήσεις και στο γράψιμο. Γράφοντας ανακάλυψα πως μπορούσα επιτέλους να ακούσω φωνές μέσα στο άδειο κεφάλι μου. Γιατί το κεφάλι μου ήταν ένα μέρος άδειο και τρομακτικά ήσυχο. Κι εγώ μεγάλωνα μέσα στην εκκωφαντική σιωπή του. Τη σιωπή που έ…

Όχι κουμπιά

Ημέρα 32η

Η γυναίκα με τα μπλε μαλλιά. Ναι η ηλικιωμένη. Ξαναήρθε, αλλά αυτή τη φορά ο Μοδέστος την πλησίασε με αποφασιστικότητα, έξω από την αίθουσα,  πριν καν ξεκινήσει η παράσταση. «Όχι κουμπιά», της είπε κοφτά. «Καλύτερα μη δίνετε καθόλου φιλοδώρημα. Είναι ντροπιαστικό για εσάς την ίδια να μου δίνετε κουμπιά.» Ξαφνιάστηκα. Πρώτη φορά τον άκουγα να μιλάει τόσο πολύ. Η φωνή του ήταν ένα συρτό μουρμούρισμα δίχως κανέναν παλμό. Μιλούσε σα να υπαγόρευε κάποιο κείμενο. Εκείνη τον κοίταξε ατάραχη. «Πρόκειται για κουμπιά από τη στολή του βασιλιά Παύλου. Θα έπρεπε να είστε ιδιαιτέρως ικανοποιημένος που σας αμείβω με αυτά. Και αυτό επειδή σας συμπαθώ. Κι εσείς μου μιλάτε με τόση αυθάδεια ξαφνικά.»
«Γιατί έρχεστε και βλέπετε συνεχώς την ίδια παράσταση;»
Η γυναίκα στράβωσε υποτιμητικά τα χείλη της.
«Δεν καταλάβατε τι σας είπα πριν. Του βασιλιά Παύλου. Δε θα με ρωτήσετε πως τα βρήκα» «Όχι»
Η άρνησή του δεν έδειξε να την πτοεί. Στάθηκε μπροστά του, πλησιάζοντας τον περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε και …