Skip to main content

Όχι κουμπιά

Ημέρα 32η


Η γυναίκα με τα μπλε μαλλιά. Ναι η ηλικιωμένη. Ξαναήρθε, αλλά αυτή τη φορά ο Μοδέστος την πλησίασε με αποφασιστικότητα, έξω από την αίθουσα,  πριν καν ξεκινήσει η παράσταση. «Όχι κουμπιά», της είπε κοφτά. «Καλύτερα μη δίνετε καθόλου φιλοδώρημα. Είναι ντροπιαστικό για εσάς την ίδια να μου δίνετε κουμπιά.» Ξαφνιάστηκα. Πρώτη φορά τον άκουγα να μιλάει τόσο πολύ. Η φωνή του ήταν ένα συρτό μουρμούρισμα δίχως κανέναν παλμό. Μιλούσε σα να υπαγόρευε κάποιο κείμενο. Εκείνη τον κοίταξε ατάραχη.
«Πρόκειται για κουμπιά από τη στολή του βασιλιά Παύλου. Θα έπρεπε να είστε ιδιαιτέρως ικανοποιημένος που σας αμείβω με αυτά. Και αυτό επειδή σας συμπαθώ. Κι εσείς μου μιλάτε με τόση αυθάδεια ξαφνικά.»

«Γιατί έρχεστε και βλέπετε συνεχώς την ίδια παράσταση;»

Η γυναίκα στράβωσε υποτιμητικά τα χείλη της.

«Δεν καταλάβατε τι σας είπα πριν. Του βασιλιά Παύλου. Δε θα με ρωτήσετε πως τα βρήκα»
«Όχι»

Η άρνησή του δεν έδειξε να την πτοεί. Στάθηκε μπροστά του, πλησιάζοντας τον περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε και άρχισε να του εξιστορεί πως η γιαγιά της ανήκε στην αυλή της βασίλισσας. Ο βασιλιάς τη συμπαθούσε πολύ και πολλές φορές της έδινε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Κάθε μέρα μικροδωράκια. Κουμπιά, πορσελάνες, πανάκριβα κοσμήματα, γραμματόσημα, πετσέτες, πένες, ως και μία συλλογή από ρομπ ντε σαμπρ. «Καταλαβαίνετε φυσικά πως ο βασιλιάς ήταν τσιμπημένος με τη γιαγιά μου, η οποίος παρεμπιπτόντως υπήρξε γυναίκα εξαίσιας ομορφιάς. Νομίζω ότι απατούσε τη βασίλισσα μαζί της. Κι εγώ ξέρετε ήμουν εξαίσιας ομορφιάς όταν ήμουν νεότερη.»

Ο Μοδέστος την άκουγε σα να είχε μπροστά του μια παρανοϊκή. «Το όνομά μου είναι Δαμασκηνία. Ελπίζω να καταλάβατε τώρα την ακριβή αξία των φιλοδωρημάτων μου και να πάψετε να είστε άξεστος.»

Μέρα 43η

Ο Μοδέστος δεν ξαναμίλησε από εκείνη την ημέρα. Γρήγορα ξαναβρήκε τους ρυθμούς της σιωπής του. Τουλάχιστον ήξερα πως μπορούσε να αρθρώσει λόγο. Αποφάσισα να γίνω λίγο πιο τολμηρός και καθώς λαγοκοιμόταν, ψιθύρισα μέσα στο αυτί του το όνομά του. Δυο φορές. Ορκίζομαι πως έστρεψε το κεφάλι του και με κοίταξε ακριβώς μέσα στα μάτια. Αλλά αυτό είναι αδύνατον. Κι επειδή κανείς δεν μπορεί να με δει και επειδή δεν έχω μάτια.


image: L.Karrington

Comments

Popular posts from this blog

Το έλασμα

Ξύπνησα τα ξημερώματα από ένα έντονο όνειρο. Ένας άντρας ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα επιδίδονταν με περίεργη αφοσίωση σε μια πράξη μαζοχισμού. Ο άντρας προφανώς ήμουν εγώ ή μπορεί να ήταν κάποιος που θα ήθελα να μιμηθώ. Κρατούσε το ένα του πόδι ψηλά και είχε περάσει στο μεσαίο δάχτυλο κάτι σα μεταλλικό λεπτό έλασμα. Η μία πλευρά του ελάσματος είχε μια επίσης μεταλλική μακριά λαβή, ψιλή σα συρματάκι. Σε κάθε τράβηγμα της λαβής το έλασμα γύρω από το δάχτυλο έσφιγγε σε σημείο που έφερνε δάκρυα στον άντρα. Μόλις τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, ήταν ξεκάθαρο πως ο άντρας –που θα ονομάσω Τόμας γιατί είναι ένα εύκολο όνομα- έπεφτε σε ένα είδος έκστασης. Ο Τόμας απολάμβανε τα δάκρυά του, αυτό ήταν φως φανάρι. Όμως όσο το έλασμα έσφιγγε περισσότερο, τον καταλάμβανε μια αλλόκοτη αγωνία την οποία μπορούσα να ζήσω ως εντελώς δική μου μέσα στο όνειρο. Ο Τόμας αισθανόταν πως βρισκόταν μπροστά σε ένα τέρας που όρμησε ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο για να του καταβροχθίσει το πόδι. Ο φρικτός πόνος που …

Ο χρόνος είναι άπειρος

(η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 3)
Όταν ο Αύγουστος ξαναγύρισε στην πλατεία, ο ήλιος έκαιγε τα πάντα. Οι περισσότεροι χωρικοί κάθονταν γύρω στα μικρά καφενεία συζητώντας για την απεραντοσύνη του χρόνου και το κρεβάτι του Αυγούστου που είχε εξαφανιστεί από την πλατεία το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε. Όλοι έπιναν πικρό Σεμπάστα με αμύγδαλα, το τοπικό ποτό που σερβίρονταν μόνο την ημέρα του εορτασμού του Αγίου Σεβαστιανού. Κάποιοι έκοβαν βόλτες τριγύρω, χαζεύοντας το εμπόρευμα των μικροπωλητών. Τα κατάμαυρα μαλλιά των γυναικών έλαμπαν και ο τριποδισμός των φρεσκοβαμμένων παπουτσιών τους ακούγονταν σαν τις ξύλινες χάντρες του ροζάριου όταν χτυπούν η μια πάνω στην άλλη. Ο Αύγουστος έκλεισε τα μάτια του για λίγο και αισθάνθηκε την αντανάκλαση του ήλιου πάνω στα βλέφαρά του. Μια έκρηξη πορτοκαλοκίτρινων χρωμάτων πλημμύρισε τους βολβούς. Αυτές οι γυναίκες ήταν όμορφες. Τα σκούρα μαλλιά τους τον έκαναν να νοιώθει δύναμη. Οι άντρες στα καφενεία με τα Σεμπάστα μπροστά τους ήταν κι εκείνοι όμορφοι…

Η μαύρη καπελιέρα

Τι συμπέρασμα θα μπορούσε να βγάλει κάποιος για τη Μαύρη Καπελιέρα; Αν την έβλεπε για πρώτη φορά, σίγουρα θα σκεφτόταν ότι κάτι δεν πάει καλά . Καθόταν κάθε απόγευμα στην ίδια θέση, αφού είχε παραγγείλει μια πορτοκαλάδα και μια σούπα τα οποία ποτέ δεν άγγιζε. Σταύρωνε τα χέρια μπροστά από το στομάχι της και κοιτούσε επίμονα και αφηρημένα όποιον πελάτη βρισκόταν εντός του οπτικού της πεδίου.
Κάποιοι θύμωναν. Τη ρωτούσαν για ποιο λόγο τους κοιτάζει. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν απαντούσε. Ακόμη κι όταν γίνονταν πιο επιθετικοί προσβάλλοντάς την, δεν ανοιγόκλεινε ούτε τα βλέφαρά της. Άλλοι γελούσαν μεταξύ τους, θεωρώντας την ανισόρροπη και κάποιοι άλλοι αισθάνονταν αμήχανα και άλλαζαν θέση. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν κοιτούσε αυτούς. Ούτε μέσα σε αυτούς, όπως κάποιοι υπέθεταν νομίζοντας ότι είχε κάποιο διαισθητικό χάρισμα. Το βλέμμα της εστίαζε στον τοίχο, σε ένα συγκεκριμένο σημείο ανάμεσα στη βιβλιοθήκη και στο μπουφέ με τα εκκεντρικά σερβίτσια. Μια μικρή ρωγμή, ένα ελαφρύ σκάσιμο στον τοίχο βρισκ…