Skip to main content

Τα κόκκινα κάγκελα


 (απόσπασμα )

Κάποιες φορές κοιτάζω άλλους ανθρώπους και προσπαθώ να καταλάβω  αν ζουν μια ήσυχη μετρημένη ζωή, παρατηρώντας  το πόσο τακτοποιημένα βρίσκονται όλα στο μυαλό τους. Έχω διαπιστώσει πως ακόμη και οι δυσκολίες μπορούν να οργανωθούν σε κατηγορίες που υπαγορεύουν συγκεκριμένες αντιδράσεις. Υπάρχει τάξη και στη λύπη και στη χαρά των περισσότερων,  και εγώ αισθάνομαι φριχτή, ανυπόφορη ζήλια να τρώει το στομάχι μου. Το κεφάλι μου είναι έτοιμο να εκραγεί από το πρωί που ξυπνάω ως το βράδυ που θα πέσω για ύπνο. Και δε σταματάει ούτε εκεί. Ο ύπνος μου είναι γεμάτος ζωηρά όνειρα. Όνειρα που μπλέκονται το ένα με το άλλο και επαναλαμβάνονται συνεχώς. Είμαι γεμάτος με μια ανεξήγητη εσωτερική ένταση από τη στιγμή που γεννήθηκα. Οι πρώτες αναμνήσεις μου πηγαίνουν  στα κόκκινα κάγκελα της κούνιας μου και στο  μωρουδιακό μαξιλάρι μου. Προσπαθώ να δω τι βρίσκεται κάτω από αυτό και το ανασηκώνω με τα μικρά μου χεράκια. Είχα γεννηθεί μέσα σε μια μεγάλη σωματική αγωνία και πλησίασα το θάνατο πριν ανοίξω καλά καλά τα μάτια μου στη ζωή.  Ίσως αυτό με έκανε να κουβαλώ σαν εκνευριστικό φορτίο,  τον ενδόμυχο φόβο ενός  επικείμενου θανάτου  που θα έκοβε ξαφνικά το νήμα μου και θα με έκανε, πιθανόν μέσω μιας ξαφνικής αναρρόφησης, –την ίδια που απείλησε να με πνίξει μέσα στη μήτρα- να αναχωρήσω από αυτήν τη ζωή. Πράγμα που δεν έστεκε ούτε και στο ελάχιστο. Έσφυζα και σφύζω από υγεία.  Πιστεύω πως χρειαζόμουν αυτό το διαρκές αίσθημα του φόβου  μέσα μου για να αναπτύξω τα πιο άγρια ένστικτά μου. Το θυμό μου. Αυτόν τον μεγαλοπρεπή θυμό που μπορεί να ξεσπάσει σαν ξαφνική θύελλα σε ωκεανό μα ώσπου να ξεσπάσει γνωρίζει όλες τις δίνες όπου μπορεί να κρυφτεί.  Είμαι ένας ευγενής φαινομενικά άνθρωπος. Χαμογελάω εύκολα, αλλά όχι πλατιά. Μιλάω σε όλους μα χρησιμοποιώ έναν ορισμένο αριθμό προτάσεων με τον καθένα. Δείχνω κατανόηση και ανεκτικότητα μέχρι να χρειαστεί να μη δείχνω πια. Κάτι τέτοιες στιγμές αφήνω ένα πρωτόγονο μένος να βγει από μέσα μου. Και μπορεί άλλοι να μην το αναγνωρίζουν και να το συγχέουν με μια απλή ταραχή ή εκνευρισμό αλλά εγώ το γνωρίζω πολύ καλά. Η φωνή μου βγαίνει με δυσκολία από τα βάθη του στομαχιού μου και όχι πια από το λαιμό μου. Τρέμω με ένα τρέμουλο βαθύ που συνταράσσει κάθε φλέβα και κύτταρο του σώματός μου. Προσπαθώ να αποκτήσω αυτοέλεγχο αλλά το σώμα μου δεν το θέλει. Υπάρχουν φορές που ο τόνος της φωνής μου αλλοιώνεται και ακούγομαι σαν ξεκούρδιστο όργανο. Το αίσθημα του πνιγμού επανέρχεται πιο έντονο και με κάνει να αναπνέω κοφτά και γρήγορα. Εκείνες τις στιγμές ξέρω πως μπορώ εύκολα να κάνω κάποιο κακό. Προτιμώ να μην πω τίποτα άλλο περαιτέρω.


image: Michele del Campo

Comments

Popular posts from this blog

Το έλασμα

Ξύπνησα τα ξημερώματα από ένα έντονο όνειρο. Ένας άντρας ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα επιδίδονταν με περίεργη αφοσίωση σε μια πράξη μαζοχισμού. Ο άντρας προφανώς ήμουν εγώ ή μπορεί να ήταν κάποιος που θα ήθελα να μιμηθώ. Κρατούσε το ένα του πόδι ψηλά και είχε περάσει στο μεσαίο δάχτυλο κάτι σα μεταλλικό λεπτό έλασμα. Η μία πλευρά του ελάσματος είχε μια επίσης μεταλλική μακριά λαβή, ψιλή σα συρματάκι. Σε κάθε τράβηγμα της λαβής το έλασμα γύρω από το δάχτυλο έσφιγγε σε σημείο που έφερνε δάκρυα στον άντρα. Μόλις τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, ήταν ξεκάθαρο πως ο άντρας –που θα ονομάσω Τόμας γιατί είναι ένα εύκολο όνομα- έπεφτε σε ένα είδος έκστασης. Ο Τόμας απολάμβανε τα δάκρυά του, αυτό ήταν φως φανάρι. Όμως όσο το έλασμα έσφιγγε περισσότερο, τον καταλάμβανε μια αλλόκοτη αγωνία την οποία μπορούσα να ζήσω ως εντελώς δική μου μέσα στο όνειρο. Ο Τόμας αισθανόταν πως βρισκόταν μπροστά σε ένα τέρας που όρμησε ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο για να του καταβροχθίσει το πόδι. Ο φρικτός πόνος που …

Ο χρόνος είναι άπειρος

(η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 3)
Όταν ο Αύγουστος ξαναγύρισε στην πλατεία, ο ήλιος έκαιγε τα πάντα. Οι περισσότεροι χωρικοί κάθονταν γύρω στα μικρά καφενεία συζητώντας για την απεραντοσύνη του χρόνου και το κρεβάτι του Αυγούστου που είχε εξαφανιστεί από την πλατεία το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε. Όλοι έπιναν πικρό Σεμπάστα με αμύγδαλα, το τοπικό ποτό που σερβίρονταν μόνο την ημέρα του εορτασμού του Αγίου Σεβαστιανού. Κάποιοι έκοβαν βόλτες τριγύρω, χαζεύοντας το εμπόρευμα των μικροπωλητών. Τα κατάμαυρα μαλλιά των γυναικών έλαμπαν και ο τριποδισμός των φρεσκοβαμμένων παπουτσιών τους ακούγονταν σαν τις ξύλινες χάντρες του ροζάριου όταν χτυπούν η μια πάνω στην άλλη. Ο Αύγουστος έκλεισε τα μάτια του για λίγο και αισθάνθηκε την αντανάκλαση του ήλιου πάνω στα βλέφαρά του. Μια έκρηξη πορτοκαλοκίτρινων χρωμάτων πλημμύρισε τους βολβούς. Αυτές οι γυναίκες ήταν όμορφες. Τα σκούρα μαλλιά τους τον έκαναν να νοιώθει δύναμη. Οι άντρες στα καφενεία με τα Σεμπάστα μπροστά τους ήταν κι εκείνοι όμορφοι…

Η μαύρη καπελιέρα

Τι συμπέρασμα θα μπορούσε να βγάλει κάποιος για τη Μαύρη Καπελιέρα; Αν την έβλεπε για πρώτη φορά, σίγουρα θα σκεφτόταν ότι κάτι δεν πάει καλά . Καθόταν κάθε απόγευμα στην ίδια θέση, αφού είχε παραγγείλει μια πορτοκαλάδα και μια σούπα τα οποία ποτέ δεν άγγιζε. Σταύρωνε τα χέρια μπροστά από το στομάχι της και κοιτούσε επίμονα και αφηρημένα όποιον πελάτη βρισκόταν εντός του οπτικού της πεδίου.
Κάποιοι θύμωναν. Τη ρωτούσαν για ποιο λόγο τους κοιτάζει. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν απαντούσε. Ακόμη κι όταν γίνονταν πιο επιθετικοί προσβάλλοντάς την, δεν ανοιγόκλεινε ούτε τα βλέφαρά της. Άλλοι γελούσαν μεταξύ τους, θεωρώντας την ανισόρροπη και κάποιοι άλλοι αισθάνονταν αμήχανα και άλλαζαν θέση. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν κοιτούσε αυτούς. Ούτε μέσα σε αυτούς, όπως κάποιοι υπέθεταν νομίζοντας ότι είχε κάποιο διαισθητικό χάρισμα. Το βλέμμα της εστίαζε στον τοίχο, σε ένα συγκεκριμένο σημείο ανάμεσα στη βιβλιοθήκη και στο μπουφέ με τα εκκεντρικά σερβίτσια. Μια μικρή ρωγμή, ένα ελαφρύ σκάσιμο στον τοίχο βρισκ…