Skip to main content

Η ΠΑΝΤΟΦΛΑ




Πάντως, πολλές φορές αυτό-οριζόμαστε δίχως να γνωρίζουμε τέλεια την ουσία  του ορισμού που επιλέγουμε. Εμένα αυτό κάποιες φορές με έκανε δυστυχή. Και όχι μόνο εμένα. Αλλά και τους γύρω μου. Και δεν ξέρω αν κάποιοι ορισμοί όντως είναι κάτι άλλο πέρα από ορισμοί. Αν δεν είναι, τότε αυτό-οριζόμαστε με κάτι που καν δεν υπάρχει. Κάνω όλο αυτόν τον πρόλογο γιατί θα ήθελα να συνεχίσω με αυτό για το οποίο ξεκίνησα να μιλάω προηγουμένως και κάποιοι από εσάς με στραβοκοιτάξατε, δηλαδή το ότι είμαι μια παντόφλα. Η  παντόφλα έχει έναν συγκεκριμένο ορισμό που της το δίνουν το σχήμα, το υλικό κι η χρήση της. Δεν είστε παντόφλα κύριε, μου είπε ένας ανόητος. Οι παντόφλες δε μιλούν. Και που το ξέρετε εσείς κύριε; Τις έχετε ακούσει ποτέ να μη μιλούν; 


Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε το ακριβές νοητικό περιεχόμενο της ερώτησής μου και τη λεπτή διαφορά που δείχνει, ξεκάθαρα νομίζω, η αντιστροφή της.

Οι παντόφλες κύριε δεν έχουν μάτια, δεν έχουν στόμα και μύτη, ούτε αναπνέουν, συνέχισε εκείνος ο ανόητος με μεγαλύτερη  ειρωνεία κι επιμονή. Είμαι εξελιγμένο μοντέλο κύριέ μου, του αντέτεινα. Ποιος εμποδίζει μια παντόφλα να εξελιχθεί; Με εννοείτε; Όχι μόνο έχω συγκεκριμένο ορισμό αλλά μπορώ και να τον επεκτείνω. Ο ορισμός πλέον δε με ορίζει αλλά τον ορίζω. Όχι για σκεφτείτε το λίγο αυτό. Δεν το βρίσκετε μεγαλοφυές; Όχι, μου απάντησε ο κάπρος, λέτε γελοία πράγματα. Αν είστε παντόφλα, ελάτε να σας φορέσω. Τα πόδια μου κρυώνουν. Ελάτε λοιπόν.  Ξεχνάτε κύριε, του είπα  με περιφρόνηση -την οποία ελπίζω ότι είχε την ελάχιστη απαιτούμενη οξυδέρκεια για να διακρίνει-, ότι οι παντόφλες δεν ‘’έρχονται’’ για να τις φορέσουν. Μια παντόφλα δεν περπατάει προς το πόδι της. Το πόδι περπατάει προς αυτήν. Ελάτε λοιπόν εσείς. Φορέστε με. Δοκιμάστε με. Ο κρετίνος με κοίταζε με το στόμα ανοιχτό. Συγχύστηκε και έκατσε ξανά στη θέση του απλώς κουνώντας το χονδροειδές κεφάλι του δήθεν προς επίφαση της δικής μου βλακείας κι όχι της δικής του. Οι άνθρωποι του είδους του αντιδρούν με παρόμοιες πρωτόγονες αντανακλαστικές νοητικές κινήσεις τις οποίες μόνο οι ίδιοι κατανοούν μέσα στον κόσμο των ακατανόητων νοημάτων τους.


Έλεγα λοιπόν ότι είμαι μια παντόφλα και ότι οι παντόφλες έχουν ένα πολύ συγκεκριμένο ορισμό ο οποίος περικλείεται στη χρήση και τη μορφή τους. Βάσει των υπαρχουσών μορφών μιας παντόφλας αλλά και βάσει της περιορισμένης χρήσης τους, φυσικά και δεν είμαι παντόφλα. Με τα μάτια ενός ηλίθιου πάντα. Όμως, όπως είπα και παραπάνω, τι είναι αυτό που θα με εμποδίσει να επεκτείνω τον ίδιο τον ορισμό μου; Είμαι μια παντόφλα 1,82 με χέρια και πόδια. Μια παντόφλα που περπατάει και τρώει. Και όποιος θέλει να με φορέσει δεν έχει παρά να ψάξει για το ζευγάρι μου. Μπορεί να φοριέμαι με διαφορετικό τρόπο αλλά αυτό αλλάζει σε τίποτα τον αυτό-ορισμό μου; Όχι. Και όσες αντιρρήσεις και να έχετε, απλώς γελώ μαζί τους.


Απόσπασμα (Η παντόφλα)

Comments

Popular posts from this blog

Το έλασμα

Ξύπνησα τα ξημερώματα από ένα έντονο όνειρο. Ένας άντρας ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα επιδίδονταν με περίεργη αφοσίωση σε μια πράξη μαζοχισμού. Ο άντρας προφανώς ήμουν εγώ ή μπορεί να ήταν κάποιος που θα ήθελα να μιμηθώ. Κρατούσε το ένα του πόδι ψηλά και είχε περάσει στο μεσαίο δάχτυλο κάτι σα μεταλλικό λεπτό έλασμα. Η μία πλευρά του ελάσματος είχε μια επίσης μεταλλική μακριά λαβή, ψιλή σα συρματάκι. Σε κάθε τράβηγμα της λαβής το έλασμα γύρω από το δάχτυλο έσφιγγε σε σημείο που έφερνε δάκρυα στον άντρα. Μόλις τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, ήταν ξεκάθαρο πως ο άντρας –που θα ονομάσω Τόμας γιατί είναι ένα εύκολο όνομα- έπεφτε σε ένα είδος έκστασης. Ο Τόμας απολάμβανε τα δάκρυά του, αυτό ήταν φως φανάρι. Όμως όσο το έλασμα έσφιγγε περισσότερο, τον καταλάμβανε μια αλλόκοτη αγωνία την οποία μπορούσα να ζήσω ως εντελώς δική μου μέσα στο όνειρο. Ο Τόμας αισθανόταν πως βρισκόταν μπροστά σε ένα τέρας που όρμησε ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο για να του καταβροχθίσει το πόδι. Ο φρικτός πόνος που …

Ο χρόνος είναι άπειρος

(η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 3)
Όταν ο Αύγουστος ξαναγύρισε στην πλατεία, ο ήλιος έκαιγε τα πάντα. Οι περισσότεροι χωρικοί κάθονταν γύρω στα μικρά καφενεία συζητώντας για την απεραντοσύνη του χρόνου και το κρεβάτι του Αυγούστου που είχε εξαφανιστεί από την πλατεία το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε. Όλοι έπιναν πικρό Σεμπάστα με αμύγδαλα, το τοπικό ποτό που σερβίρονταν μόνο την ημέρα του εορτασμού του Αγίου Σεβαστιανού. Κάποιοι έκοβαν βόλτες τριγύρω, χαζεύοντας το εμπόρευμα των μικροπωλητών. Τα κατάμαυρα μαλλιά των γυναικών έλαμπαν και ο τριποδισμός των φρεσκοβαμμένων παπουτσιών τους ακούγονταν σαν τις ξύλινες χάντρες του ροζάριου όταν χτυπούν η μια πάνω στην άλλη. Ο Αύγουστος έκλεισε τα μάτια του για λίγο και αισθάνθηκε την αντανάκλαση του ήλιου πάνω στα βλέφαρά του. Μια έκρηξη πορτοκαλοκίτρινων χρωμάτων πλημμύρισε τους βολβούς. Αυτές οι γυναίκες ήταν όμορφες. Τα σκούρα μαλλιά τους τον έκαναν να νοιώθει δύναμη. Οι άντρες στα καφενεία με τα Σεμπάστα μπροστά τους ήταν κι εκείνοι όμορφοι…

Η μαύρη καπελιέρα

Τι συμπέρασμα θα μπορούσε να βγάλει κάποιος για τη Μαύρη Καπελιέρα; Αν την έβλεπε για πρώτη φορά, σίγουρα θα σκεφτόταν ότι κάτι δεν πάει καλά . Καθόταν κάθε απόγευμα στην ίδια θέση, αφού είχε παραγγείλει μια πορτοκαλάδα και μια σούπα τα οποία ποτέ δεν άγγιζε. Σταύρωνε τα χέρια μπροστά από το στομάχι της και κοιτούσε επίμονα και αφηρημένα όποιον πελάτη βρισκόταν εντός του οπτικού της πεδίου.
Κάποιοι θύμωναν. Τη ρωτούσαν για ποιο λόγο τους κοιτάζει. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν απαντούσε. Ακόμη κι όταν γίνονταν πιο επιθετικοί προσβάλλοντάς την, δεν ανοιγόκλεινε ούτε τα βλέφαρά της. Άλλοι γελούσαν μεταξύ τους, θεωρώντας την ανισόρροπη και κάποιοι άλλοι αισθάνονταν αμήχανα και άλλαζαν θέση. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν κοιτούσε αυτούς. Ούτε μέσα σε αυτούς, όπως κάποιοι υπέθεταν νομίζοντας ότι είχε κάποιο διαισθητικό χάρισμα. Το βλέμμα της εστίαζε στον τοίχο, σε ένα συγκεκριμένο σημείο ανάμεσα στη βιβλιοθήκη και στο μπουφέ με τα εκκεντρικά σερβίτσια. Μια μικρή ρωγμή, ένα ελαφρύ σκάσιμο στον τοίχο βρισκ…