Ο πρώτος ξάδελφος της μητέρας μου, ονόματι Λύδιος ήταν σπουδαίος ξιφομάχος. Υπάρχουν πολλοί πίνακες στο σπίτι μας οι οποίοι τον απεικονίζουν εν ώρα ξιφασκίας. Επιβλητικός, όμορφος, απόμακρος σαν χειμωνιάτικη οπτασία μέσα στην εφαρμοστή λευκή στολή του ξιφομάχου, να εκτελεί τα arrets de la manchette και τα positions de tierce, με μοναδική χάρη χορευτή μπαλέτου. Η μάσκα έκρυβε το εκπληκτικής αντρικής ομορφιάς πρόσωπό του για το οποίο πολλές γυναίκες είχαν αποπειραθεί να δώσουν τέλος στη ζωή τους. Υπήρξαν και κάποιοι άντρες, όπως ακούστηκε, οι οποίοι ως και δηλητήριο είχαν πιει για χάρη του όμως ο θείος Λύδιος ήταν αποκλειστικά αφοσιωμένος στους αγώνες ξιφασκίας του. Όλα τα παραπάνω ήταν μη εξακριβωμένες φήμες.
Οι αγώνες σπάθης ήταν το μεγάλο φόρτε του, η εκρηκτικότητα των κινήσεων του εκεί ήταν απαράμιλλη. Το ξίφος του καθώς έσκιζε τον αέρα έμοιαζε με τρελή μπαγκέτα που συντόνιζε κάποιο αόρατο κοντσέρτο. Επάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά και ξανά από την αρχή ώσπου η λάμα να ακουμπήσει πάνω από τη μέση του αντιπάλου. Συνήθως αυτό συνέβαινε εξαιρετικά γρήγορα. Οι αντίπαλοι ήξεραν εκ των προτέρων πως μαζί του δεν είχαν καμία ελπίδα νίκης. Η φήμη του μπορεί να ήταν εκπληκτική, όμως τα parades successives του ήταν ακόμη εκπληκτικότερα.
Στην οικογένεια μας ήμασταν πάντα για δυο πράγματα γνωστοί. Την επιθετικότητά μας και την ομορφιά μας. Ίσως και για ένα τρίτο. Για τη βασιλική γενιά μας. Κάποιος από τους προγόνους μας είχε βασιλικό αίμα, κάποιος γεννήτορας πρίγκηπας σε βάθος αμέτρητων γενεών άκουγε βασιλικούς αυλούς να παίζουν θλιμμένα και έδιωχνε με απαξιωτικές χειρονομίες κοντούς εξόφθαλμους γελωτοποιούς, ξαπλωμένος στο αυτοκρατορικό ανάκλιντρο, κοιτώντας μελαγχολικά τα χρώματα του δειλινού από το τεράστιο μπαλκόνι του και τσιμπώντας τραγανές ρόγες μοσχοστάφυλου από την χρυσή γαβάθα με το βασιλικό οικόσημο.
Ο θείος Λύδιος δεν ξεχνούσε ποτέ αυτή την –υπερβολικά - αχνή βασιλική καταγωγή και συμπεριφερόταν λες και μόλις πριν από λίγες ώρες κάποιοι του είχαν πάρει βίαια το θρόνο που σίγουρα ήταν θέμα ωρών να ξαναγυρίσει σε αυτόν. Η εξαδέλφη του και μητέρα μου αρέσκονταν να τον περιγράφει ως τον τρελό της οικογένειας ή ακόμη και ως το ψώνιο αυτής. Γνωρίζω όμως, με βάση τις ίδιες μου τις αισθήσεις και εμπιστευόμενος απολύτως τα μάτια μου και τα αυτιά μου, πως η ίδια δοκίμαζε με τις ώρες στον καθρέφτη τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια της προγιαγιάς της, χαϊδεύοντας τα και φιλώντας τις πέρλες τους, με τόση ηδυπάθεια και λατρεία, θαρρείς κι επιθυμούσε σφόδρα να τις καταπιεί, για να μπορεί μετά να λέει πως αφοδεύει καθαρά μαργαριτάρια. Ο βασιλικός της κώλος δεν ήταν καθόλου κατώτερος από εκείνον του ξαδέλφου της και αυτό κατά βάθος το γνώριζε καλά. Για όλον τον κόσμο ήταν η καταδεκτική και φιλική Δωροσεβάστεια. Για τον καθρέφτη της ήταν η ίδια η Μαρία Αντουανέττα ή η Μαίρη της Σκωτίας, αυτοπροσώπως.
Όμως για να ξαναγυρίσω στον θείο μου, οφείλω να πω πως υπήρξε πάντα ο αγαπημένος θείος και αυτός που στον οποίο πάντα προσέτρεχα όταν είχα κάποια δυσκολία, είτε οικονομικής, είτε συναισθηματικής φύσεως. Και πιστεύω πως υπήρξε, και ακόμη είναι, ο αγαπημένος θείος για όλα τα ξαδέλφια μου. Είναι ο μόνος που, σε όποια ψυχική έξαρση μας καταλάμβανε από καιρό εις καιρό, είχε έναν συγκεκριμένο τρόπο αντίδρασης την οποία ενώ στην αρχή αδυνατούσα εκνευρισμένος να καταλάβω, ωστόσο τώρα, οφείλω να πω πως εκτιμώ ιδιαιτέρως. Έστεκε απολύτως σιωπηλός, ατένιζε σε βαθιά ησυχία για λίγο τον ορίζοντα, σκεφτόμενος ίσως αν θα ήταν καλή χρονιά για τα αμπέλια που δεν έχει και στο τέλος με μια εκπληκτικής ωραιότητας κίνηση, έξοχα σκηνοθετημένη, έβγαζε τα πανάκριβα φίλτρα του από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του και άναβε αργά και τελετουργικά το τσιγάρο του. Ώσπου να τελειώσει αυτό το σκηνικό, η όποια έξαρσή μας είχε συνήθως πετάξει μακριά μαζί με αυτό που την προκάλεσε. Ή ακόμα κι αν δεν είχε πετάξει, είχε καταλαγιάσει σημαντικά. Η επόμενη κίνηση ήταν να μας τσιμπήσει ελαφρά το μάγουλο και να χαμογελάσει ανεπαίσθητα πονηρά. «Λοιπόν νεαρέ, σε ακούω. Τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό;»
Τι μπορείς να πεις μπροστά σε τέτοια ανωτερότητα; Τα γόνατα μου λυγίζαν μόνο και μόνο που αυτός ο τόσο σπουδαίος θείος και διάσημος ολυμπιονίκης της ξιφασκίας, γνωστός ως ο "Νουρέγιεφ του ξίφους", μού έδινε προσοχή με τον τρόπο αυτό. Ήσυχη προσοχή, δίχως καμία ορμή ή βιασύνη, προσοχή βουτηγμένη στο ύδωρ των βασιλικών γενεών που ακόμη και μετά από τόσους αιώνες συνεχίζουν να σκιάζουν με την τόσο χαρακτηριστική σκιά των βασιλικών βλεμμάτων και το δικό του βλέμμα. Με έκανε να θέλω να γονατίσω υποκλινόμενος, ευχαριστώντας τον για τη μεγαλοσύνη του κι ας μην είχε καν συζητήσει μαζί μου τι ήταν αυτό που με απασχολεί. Ποιος νοιαζόταν όταν έχει την ευκαιρία να συναναστρέφεται έναν πρίγκηπα καθημερινά;
Ο θείος Λύδιος τώρα είναι ογδόντα χρόνων. Είναι κλεισμένος σε ένα γηροκομείο και όλη μέρα ξιφασκεί με το κουτάλι της σούπας. Αφού φάει τα λιωμένα κρουτόν του και ρουφήξει σιωπηλά τη σούπα του, το πλένει και το σκουπίζει μέχρι να γυαλίσει σαν πραγματικό όπλο. Κρύβεται πίσω από τις πόρτες ή μέσα στις ντουλάπες, περιμένοντας να περάσουν οι νοσοκόμες –συνήθως οι ωραιότερες. Μόλις τα βήματά τους ακουστούν αρκετά κοντά στο σημείο όπου βρίσκεται κρυμμένος, τότε πετιέται με έναν αλαλαγμό και με ένα χορευτικό τίναγμα του σώματος –πραγματικά αξιοθαύμαστο για την ηλικία του- κατεβάζει το κουτάλι από πάνω ως κάτω και πιέζει με το κοίλο μέρος του το μπούστο τους ή το σημείο πάνω από το στομάχι τους. Οι περισσότερες ξεκαρδίζονται στα γέλια, καθώς τον βλέπουν να φορά στο πρόσωπο του το φιλέ που βάζει τις νύχτες στο κεφάλι, εν είδη ξιφομαχικού πλέγματος και του μιλούν ναζιάρικα, δήθεν ξαφνιασμένες, τραβώντας ελαφρά τις φωνούλες τους λες και απευθύνονται σε κάποιον άντρα που ποθούν. «Μα ελάτε κύριε Λύδιε! Μα τι είναι αυτά που κάνετε πάλι; Μας τρομάξατε! Α, ελάτε να σας πάω στην τραπεζαρία, είναι ώρα φαγητού» ή «ελάτε, ελάτε, σάς λέω, να δούμε αν έχετε πάρει όλα τα φάρμακά σας για σήμερα». Νομίζω είναι περιττό να αναφέρω πως το γηροκομείο είναι από τα ακριβότερα ιδιωτικά γηροκομεία, ειδάλλως κάποια θερμόαιμη νοσοκόμα ίσως και να είχε βάλει το θείο Λύδιο να καταπιεί με το ζόρι το κουτάλι μαζί με τα φάρμακα, όπως τόσο συχνά ακούω να γίνεται σε άλλα τέτοια μέρη όπου συνωστίζονται αδύναμοι γέροι και ρωμαλέες νοσοκόμες. Τα πάντα ήταν θέμα χρημάτων.
Ο θείος Λύδιος είχε πάντα τον τρόπο του με αυτά και αυτά με εκείνον. Συνήθως τα περιφρονούσε για αυτό εξάλλου και είχε πάντα τις τσέπες του γεμάτες, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τα χρήματα πηγαίνουν εκεί όπου δεν τα σκέφτονται. Ένα αφηρημένο μυαλό τα τραβάει σα μαγνήτης.
Η αδιαφορία του για τα χρήματα αλλά κυρίως η άγνοιά του σε σχέση με αυτά ήταν εξοργιστική.
Πολλές φορές μού έβαζε με το ζόρι μέσα στο χέρι ή στις τσέπες διάφορα χαρτονομίσματα, για να πάρω μια σοκολάτα όπως έλεγε. Εκ των υστέρων ανακάλυπτα πως με τα χαρτονομίσματα αυτά μπορούσα να αγοράσω προμήθειες σοκολάτας για ένα χρόνο. Όταν μία φορά διαμαρτυρόμενος ευγενικά για την υπερβολή του, θέλησα να του τα δώσω πίσω, μού τα αντιγύρισε με ένα χαστούκι στο πρόσωπο. Τον είχα προσβάλει τόσο ώστε δεν μου μιλούσε για αρκετό διάστημα. Αντιστεκόταν σθεναρά και υπερήφανα σε όλες όσες προσπάθειες έκανα για να ξεχαστεί το περιστατικό και να του δείξω ότι είχα μετανιώσει οικτρά, όπως εξάλλου έπρεπε να μετανιώνει όποιος τολμούσε να τον προσβάλει.
Στα εστιατόρια άφηνε μεγάλα φιλοδωρήματα. Οι σερβιτόροι αντικρίζοντας τα χρήματα που τους είχε αφήσει, έκαναν βαθιές υποκλίσεις χτυπώντας το κεφάλι τους στο πάτωμα και έτρεχαν σα μικρά ελαφάκια να του ανοίξουν την πόρτα ή να τον βοηθήσουν να φορέσει το πανωφόρι του. Το πρώτο το δεχόταν αμίλητος, όσο για το δεύτερο συνήθως κατακεραύνωνε με το βλέμμα του όποιον προσπαθούσε να τον βοηθήσει να ντυθεί.
Η μεγάλη του ευχαρίστηση οικονομικής φύσεως ήταν οι συναλλαγές με τους μικροεμπόρους. Μπορούσε να καθίσει με τις ώρες να παζαρέψει για ένα κιλό φακές, να κάνει τον μπακάλη να αισθανθεί ένοχος μέχρι απελπισίας για τις ψηλές τιμές στο ξύδι του και να τον πείσει ότι αποκλειστικά αυτός ευθύνεται που υπάρχει τέτοια φτώχεια στον κόσμο. Συνήθως οι χασάπηδες, οι μανάβηδες ή οι λαδέμποροι κατέληγαν να του πουλήσουν όσο όσο για να τον ξεφορτωθούν. Το να τον βλέπουν δε να πλησιάζει από μακριά στο μαγαζί τους τούς έκανε να τρέχουν πανικόβλητοι πάνω κάτω, αλλάζοντας ταμπελάκια στις τιμές των τροφίμων. Όταν έβγαινε έξω, έχοντας τελειώσει τις συναλλαγές , στο πρόσωπο του υπήρχε πάντα μια έκφραση απόλυτης αγαλλίασης και έντονης υπερηφάνειας σαν να είχε μόλις καταφέρει να εκπορθήσει το πιο απόρθητο κάστρο. Και το γεγονός πως γνώριζε από πριν ότι όλα τα απόρθητα κάστρα είχαν φτιαχτεί για να ανοιχτούν μόνο σε αυτόν, τον έκανε σχεδόν να τρέμει από προκαταβολική ευχαρίστηση. Όταν πλησίαζε παραδείγματος χάριν στο χασάπικο οι σιελογόνοι αδένες του έστηναν πάρτυ ή όταν ανέβαινε τα σκαλάκια του φρουτέμπορα τα δάχτυλά του έτρεμαν σαν πλοκάμια μέδουσας από την προσμονή.
Συνήθως μας ξανάδινε ένα εξωφρενικά μεγάλο ποσό για να του κουβαλήσουμε τα ψώνια στο σπίτι, πράγμα που το κάναμε με μεγάλη προθυμία φορτώνοντας τα καλάθια στα ποδήλατά μας με το ζαμπόν, το κασέρι και τις ντομάτες του.
Ως και τώρα στο γηροκομείο, απαιτεί να ψωνίζει ο ίδιος τα πράγματα που χρειάζονται για τη σίτισή του. Και αν εν τούτοις αυτό απαγορεύεται από τον κανονισμό καθώς οι προμήθειες γίνονται από το υπεύθυνο τμήμα της διεύθυνσης για όλα τα δωμάτια, ο διευθυντής κάνει τα στραβά μάτια και του επιτρέπει να ψωνίζει το δικό του μερίδιο. Ειδάλλως μπορεί να βρεθεί ανάσκελα με ένα ξίφος να γδέρνει την καρωτίδα του και το παπούτσι του θείου Λύδιου να πατά επάνω στην κοιλιά του. Είχε ήδη συμβεί μια φορά και ήταν σίγουρος πως θα μπορούσε να ξανασυμβεί.
Το ποδήλατο ήταν η άλλη του αδυναμία εκτός από την ξιφομαχία. Ξυπνούσε τα πρωινά γύρω στις 5, χειμώνα-καλοκαίρι και φορώντας μόνο μία ψιλή ζακέτα, διένυε γύρω στα τριάντα χιλιόμετρα κάθε μέρα. Μπορεί και σαράντα. Υπήρχαν φήμες ότι με αυτό επισκέπτονταν τις πολυάριθμες ερωμένες του στη γύρω περιοχή ίσως και τους πολυάριθμους εραστές του. Η μητέρα μου έλεγε πως όλες αυτές οι φήμες ήταν ανοησίες και πως απλώς ο κόσμος δεν μπορούσε να ανεχτεί έναν τόσο όμορφο άντρα να γυρνά με το ποδήλατο όλη μέρα μπροστά από τις πόρτες τους. Η ομορφιά του ήταν προκλητικά εκθαμβωτική. Μπορούσε να τρελάνει όποιον βρισκόταν στο διάβα του αν τυχόν τον κοιτούσε κατά λάθος κατάματα. «Στο κάτω κάτω ας έχουν και αυτοί και ερωμένες και εραστές αν μπορούν» είχε δηλώσει η μητέρα μου εκνευρισμένη μια μέρα από ένα φαρμακερό σχόλιο μιας φίλης της, από αυτά τα σχόλια που μόνο οι επιστήθιες φίλες μπορούν να κάνουν. Είχα σοκαριστεί από το σχόλιο αυτό, κυρίως επειδή προερχόταν από τα συντηρητικά χείλη της μητέρας μου. Προσπαθούσα να φανταστώ τον θείο Λύδιο να συνευρίσκεται ερωτικά και με άντρες και με γυναίκες, να γλύφει και χείλη γυναικεία και χείλη αντρικά μα η ζωηρότητα και η προκλητικότητα αυτών των φανταστικών εικόνων με σκανδάλιζαν τόσο ώστε έκαναν το σφυγμό μου να αναστατώνεται. Αποφάσισα πως ο θείος Λύδιος ήταν ένα άφυλο πλάσμα που δεν ενδιαφερόταν ούτε για γυναίκες ούτε για άντρες. Έτσι τον ήθελα, έτσι θα ήταν για μένα.
Και όταν αργότερα άκουσα πως στο γηροκομείο εκτός από τις ερωτικές του επιθέσεις προς τις νοσοκόμες διατηρούσε σχέση και με τον ίδιο τον διευθυντή, θυμάμαι πόσο διασκέδασα με αυτή τη φήμη. Ο θείος Λύδιος με τον διευθυντή! Ο κόσμος είναι πολύ κακός και όσο κι αν το γνωρίζω πια αυτό, δεν παύει να με εκπλήσσει με τη σφοδρότητα της πρώτης φοράς όταν το ξανασυναντώ. Δυο ηλικιωμένοι άντρες να επιδίδονται σε σαρκικές επαφές μεταξύ τους. Τι φρικτά κουτσομπολιά! Όλοι έλεγαν πως τις ώρες που κλειδώνονταν οι δυο τους μέσα στο δωμάτιο του διευθυντή για να παίξουν σκάκι, μόνο σκάκι δεν έπαιζαν. Ο θείος μου δε γνώριζε σκάκι και παρόλο που στα νεανικά του χρόνια ήταν ένα άθλημα το οποίο περιφρονούσε, όπως περιφρονούσε οτιδήποτε τον υποχρέωνε να μείνει ακίνητος, παρολαυτά ήξερα πως ήθελε να μάθει τους κανόνες και να παίξει κάποιες παρτίδες αλλά κατά βάθος αρνούνταν να το παραδεχτεί. Και πάντα ήμουν σίγουρος πως ακόμη και στο σκάκι θα καταλάβαινε αμέσως τους μηχανισμούς που κατατροπώνουν τους πάντες και τα πάντα. Ο διευθυντής προσφέρθηκε όπως φαίνεται να πραγματοποιήσει μια από τις τελευταίες επιθυμίες του θείου Λύδιου και να τον διδάξει τα μυστικά της σκακιέρας. Το ότι υπήρξαν κάποιοι που θέλησαν αμέσως να μιλήσουν για ερωτικά μυστικά ανάμεσα στους δυο άντρες –μιας τέτοιας ηλικίας μάλιστα- ήταν καθαρά θέμα άρρωστων μυαλών. Εξοργιστικά άρρωστων μυαλών. Πάντα ήμουν και είμαι βέβαιος πως ο θείος Λύδιος είναι ακριβώς όπως το όνομα του τον περιγράφει.
Απαλός σα χρυσοκίτρινο λάδι, βελούδινος σαν κασελάκι βασιλικού θησαυρού, σκοτεινός σαν αιμοβόρος πρίγκηπας που ετοιμάζεται να θερίσει τη σοδειά της ημέρας σε κεφάλια, απόμακρος σα λεηλατημένη ισραηλίτικη πόλη*, μυθικό υδρόβιο τέρας, βουτηγμένο στους κρυστάλλους της πιο παχύρρευστης λίμνης, θλιμμένος με τον τρόπο που μόνο το βαθύ νερό ξέρει να θλίβεται, γελαστός σαν ανατολίτης χορευτής κάτω από τον ουρανό της Λυδίας χώρας. Αχνιστός άνεμος, που φυσάει κατευθείαν μέσα στο στόμα ζαλίζοντας το σώμα. Μαύρη πέτρα, που γνωρίζει πως να αφουγκράζεται τους παλμούς του πιο καθαρού χρυσαφιού, καθρέφτης. Κυρίως καθρέφτης. Φταίνε το Λάμδα και το Δέλτα που βρίσκονται τόσο κοντά. Υπήρχαν κάποιες στιγμές που πίστευα πως το όνομα του θείου Λύδιου είχε μαγικές ιδιότητες. Ήμουν μάλιστα πεπεισμένος πως αν πρόφερα το όνομά του πολλές φορές γρήγορα και δίχως αναπνοή, όλες οι ευχές μου θα γίνονταν πραγματικότητα. «Λύδιος, Λύδιος, Λύδιος, Λύδιος, Λύδιος..» έλεγα τρέχοντας τη γλώσσα μου με πρωτόγνωρη ταχύτητα όταν ήθελα να πετύχω κάτι. Πάντα ψιθυριστά, ώστε να μην μπορώ να ξεχωρίσω ούτε εγώ ο ίδιος αν εκείνο το βαρύ γλίστρημα των συλλαβών ανάμεσα στα δόντια οφειλόταν στην ταχύτητα ή στην αρμονικότητα της ίδιας της λέξης.
Όταν λοιπόν επισκέπτομαι το θείο Λύδιο στο γηροκομείο και του αναφέρω τέτοια περιστατικά από την παιδική μου ηλικία, εξακολουθεί να μού τσιμπάει το μάγουλο και να μου λέει « Α, τελικά είχα δίκιο..από την αρχή το είχα καταλάβει, ήσουν εξαιρετικά προικισμένο παιδί..πως σε λένε είπαμε..Α..ναι ..ναι! Ο γιος της Δωροσεβάστειας! Έγινες τελικά ιερέας;» Τη στιγμή που ακούει ότι φτιάχνω βιτρό –γιατί ο διάλογος επαναλαμβάνεται αυτούσιος εδώ και πάρα πολύ καιρό, κάθε φορά που τον βλέπω- με εξετάζει με το βλέμμα του από πάνω ως κάτω. Για λίγο σταματάει να λέει οτιδήποτε. Προσπαθούσα στην αρχή να καταλάβω αν απογοητευόταν που δεν θα πήγαινα ποτέ να τον δω φορώντας ιερατικά άμφια και σέρνοντας ξοπίσω μου δυο τρία παπαδοπαίδια με εξαπτέρυγα ή αν απλώς αφομοιώνει την πληροφορία αργά, όντας πολύ πληγωμένος. Στην οικογένεια τους ένας τεχνίτης; Ο θείος Λύδιος είχε προσχωρήσει στον καθολικισμό από νεαρή ηλικία, παρόλο που δεν υπήρχε δείγμα καθολικού ανάμεσα στους συγγενείς του. Είχε ξεσηκώσει τρομερά κύματα διαμαρτυρίας και διασκεδαστικής υστερίας, σε ξαδέλφια, αδέλφια, γονείς, νονούς και παππούδες. Η γιαγιά λιποθυμούσε όταν το θυμόταν, ο πατέρας του έβριζε το δικό του ορθόδοξο θεό, ο αδελφός του προσπαθούσε να τον μπλέξει σε πληκτικές ατέλειωτες φιλοσοφικές συζητήσεις, θεολογικού κυρίως περιεχομένου και οι θείοι του απλώς κουνούσαν βαρύθυμα το κεφάλι τους κάθε φορά που ο θείος Λύδιος αρνούνταν να τσουγκρίσει μαζί τους τα αυγά το Πάσχα. Η αντίδραση του σε όλα αυτά ήταν η εξής:
Καμία αντίδραση..
Πηδούσε με θεαματικά άλματα πάνω από το λιπόθυμο σώμα της γιαγιάς για να φτάσει στο τραπέζι της κουζίνας και να φάει την ομελέτα του, τάιζε σφυρίζοντας, τα καναρίνια όση ώρα ο κατακόκκινος πατέρας του κατέβαζε θεούς δαίμονες και καντήλια της ορθόδοξης εκκλησίας για να τον πείσει για το μεγαλείο της, χασμουριόταν σαν θαλάσσιος λέοντας ακούγοντας τις θεολογικές αναλύσεις του αδελφού του, πασπαλισμένες με μπόλικη αντιπάθεια για την καταγωγή όλων των θρησκευτικών δογμάτων πλην του ελληνορθόδοξου και χαμογελούσε σαν ηλίθιος ευγενής μπροστά στα βαριά θυμωμένα πρόσωπα όλων των θείων που πηγαινοέρχονταν πάνω κάτω σα ζυμαρένια εκκρεμή. Εκείνος εξακολουθούσε να δηλώνει καθολικός. «Μού άρεσαν τόσο οι εκκλησίες τους!» μού έλεγε αργότερα κλείνοντας μου το μάτι. «Και τα κόκκινα άμφια των καρδινάλιων!» συμπλήρωνε με ακόμη πιο πονηρή έξαψη, κλείνοντας και τα δύο του μάτια..
Το γεγονός λοιπόν ότι εγώ αντί για καθολικός ιερέας, είχα γίνει τεχνίτης βιτρό, θα έπρεπε να τον απογοητεύει οικτρά. Πάντα περίμενε ότι εγώ, ο αγαπημένος ανιψιός του, θα τον ακολουθούσα στις θεολογικές του ανησυχίες. Με είχε πάρει τόσες πολλές φορές μαζί του στις καθολικές εκκλησίες, προσπαθώντας να υποκινήσει με εκλεπτυσμένους τρόπους (παραδείγματος χάριν αποστήθιζε τεράστια κομμάτια από λατινικές προσευχές), τη γέννηση της λατρείας μου προς οποιαδήποτε δυτικότροπη θρησκευτική σπουδή, ώστε τελικά κατάφερε να με πιάσει ανοσία σε αυτές. Μα τελικά τίποτα δε φαίνεται να πληγώνει πραγματικά το θείο Λύδιο. «Βιτρό ε;» ρωτάει με τρομερό ενδιαφέρον και αργά αλλά σταδιακά αρχίζει να ξεδιπλώνει τα σχέδια του για μια δική του απεικόνιση σε βιτρό, μια μοναδική καλλιτεχνική σύλληψη που θα τον παρουσιάζει να ξιφασκεί πετώντας στον αέρα. Τον πιάνει πυρετός καθώς αναπτύσσει με εξονυχιστικές λεπτομέρειες πως ακριβώς θέλει την κίνηση του χεριού του, ποια οπτική πλευρά είναι σωστότερη για να αναδεικνύονται καλύτερα το λυγισμένο αριστερό πόδι και το επιθετικά τεντωμένο δεξί. Η μύτη του δεξιού παπουτσιού πρέπει μόλις να μπαίνει μια ιδέα στο κάτω τελευταίο δεξί γυαλί της κατασκευής και τα δάχτυλα του αριστερού χεριού ίσα που να φαίνονται στο επάνω αριστερό πλαίσιο. Γιατί φυσικά η όλη επιφάνεια θα είναι μια βιτρό πόρτα η οποία τον προβληματίζει για το που ακριβώς πρέπει να τοποθετηθεί.
Στο τέλος αποφασίζει πως το λαμπρότερο όλων, χαρακτηριστικό της μεγαλειώδους σκέψης του και της τολμηρής ευφυΐας του, θα ήταν η πόρτα να μπει στην τουαλέτα. Η πανάκριβη πόρτα βιτρό με την ειδική παραγγελία αναπαράστασης του θείου Λύδιου ως χορευτή-ξιφομάχου και τα εκατό χρώματα που θέλει επάνω, σχεδόν ψηφιδωτό, θα μπει στην τουαλέτα, απέναντι από τη λεκάνη και αριστερά της ντουζιέρας. Ο νιπτήρας θα βρίσκεται δεξιά, ακριβώς στο ύψος όπου θα ξεκινάει η σπάθη. Ο θείος Λύδιος είναι ενθουσιασμένος, θα το ανακοινώσουμε αμέσως, μαζί στους υπόλοιπους μόνιμους τροφίμους του γηροκομείου. Επιχειρώ να διαμαρτυρηθώ για την ματαιοδοξία του εγχειρήματος αλλά και για το εξωφρενικό ποσό που απαιτείται για την ολοκλήρωση του.
_Αυτό εξηγεί γιατί έγινες τεχνίτης κι όχι καρδινάλιος, αποφαίνεται με μοναδική σοβαρότητα καθώς τσιμπάει με όλη του τη μανία το μπράτσο σέρνοντας με ταυτόχρονα προς το σαλόνι του ιδρύματος.
* πόλη Λύδα (κοντά στην Ιερουσαλήμ)
Β’ κεφαλαιο
Το ταλέντο του στην ξιφομαχία, εμφανίστηκε ξαφνικά, όταν σε ηλικία δώδεκα ετών κατατρόπωσε τον κηπουρό της γιαγιάς του κυνηγώντας τον με ένα μεγάλο μαχαίρι της κουζίνας. Τον κυνήγησε κατά μήκος όλης της αλέας, γύρω από την έπαυλη, φωνάζοντας πως θα τον κάνει να πληρώσει. Λίγα λεπτά πριν, ο μάγειρας είχε σφυρίξει στο αυτί της Αλεξάνδριανής πως είχε δει τον εγγονό της να βάζει το χέρι του μέσα από την φούστα ενός άγνωστου κοριτσιού, στριμωγμένου, ανάμεσα στην πίσω σκάλα και στους θάμνους με τα κινέζικα χρυσάνθεμα.
Τον κυνήγησε λυσσασμένα. Κατάφερε γρήγορα να τον οδηγήσει στο αδιέξοδο της μεγάλης αποθήκης κι εκεί αφού τον βασάνισε επί μια ώρα κόβοντάς του λωρίδες υφάσματος από τα ρούχα και φτύνοντας τον στο πρόσωπο, αποκαλώντας τον με ουρλιαχτά ρουφιάνο, έπεσε επάνω του με ένα θεατρικό σάλτο και του κόλλησε το μαχαίρι στα πλευρά, ψιθυρίζοντας πως την επόμενη φορά η λάμα θα βρεθεί μέσα στα πλευρά, ίσως μαζί με τη λαβή. Ο κηπουρός ανήμπορος ξαφνικά να τα βάλει με έναν έφηβο, είπε αργότερα ότι το παιδί ήταν εξαγριωμένο και πως τόση μανία δεν έχει ξαναδεί σε ανθρώπινο ον. Ούτε τέτοιο σάλτο. Από τότε απέφευγε να διασταυρωθούν οι δρόμοι τους και σε λίγο όλοι άρχιζαν να μιλάνε πίσω από την πλάτη του, αποκαλώντας τον μικρό Λύδιο όχι με το κανονικό του όνομα αλλά διάβολο. Κατά παράδοξο τρόπο και ο διάβολος έχει Δέλτα και Λάμδα, μόνο σε ανάποδη σειρά από αυτήν του Λύδιου.
Η Αλεξανδριανή είχε δει όλη τη σκηνή από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας της και δεν μπόρεσε παρά να αναστενάξει με υπερηφάνεια όταν πρόσεξε πως ο εγγονός της κράδαινε το μαχαίρι σαν αληθινό ξίφος. Η χάρη των χεριών του και ο τρόπος που στρίμωξε τον πεθαμένο από φόβο κηπουρό, της έφερε στο νου τον άντρα της. Δεν μπόρεσε να μην ανατριχιάσει καθώς κι εκείνος –κάποτε- ήταν δεινός στη χρήση των χεριών, ειδικά όταν τα χρησιμοποιούσε επάνω της και μέσα της. Η ίδια αποφάσισε να τον γράψει στον μεγαλύτερο σύλλογο ξιφασκίας και από εκεί τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Ο Νουρέγιεφ της ξιφασκίας είχε ήδη γεννηθεί χάρη στο διορατικό μάτι της Αλεξανδριανής. Αυτό που δεν είχε ακόμη γεννηθεί ήταν η αχαρακτήριστα σκανδαλιστική ομορφιά του η οποία άρχισε αμέσως να σκάει σιγά σιγά σαν δειλό άνθος από τη στιγμή που όλοι τον φώναζαν κρυφά πίσω από την πλάτη του «ο διάβολος». Λες κι η λέξη κάθε φορά που προφέρονταν πρόσθετε στο πρόσωπο του μια πινελιά τελειότητας. Λες κι ο ίδιος ο διάβολος, τον υιοθέτησε ως επίσημο βαφτιστικό και αποφάσισε να του χαρίσει ως δώρο την τελειότητα ενός αρμονικού αρσενικού προσώπου. Αδρές γραμμές, μεγάλα μαύρα θλιμμένα μάτια που ταυτόχρονα σπίθιζαν με μια παράξενα δυνατή λάμψη, ελληνική μύτη, κυματιστά χείλη που σφράγιζαν μεταξύ τους σαν θεσπέσιο μυστικό πέρασμα, δυνατά, καλοσχηματισμένα ζυγωματικά που απέπνεαν σχεδόν ζωώδη σεξουαλικότητα, υπέροχα φρύδια σαν τόξα Μαλαισίας και ένα ζεύγος αυτιών που μόνο σε αυτοκράτορα θα μπορούσαν να ανήκουν. Μικρά και δυνατά, στο σχήμα ενός τέλεια πλασμένου σπειροειδούς ασπόνδυλου είδους. Τα μαύρα μαλλιά του μακριά και σπαστά άγγιζαν τη βάση του λαιμού του αφήνοντας όμως σε κοινή θέα το δέρμα του που ήταν το ωραιότερο όλων. Δέρμα που σε προκαλούσε να το χαϊδέψεις, που τρέλαινε όποιον είχε την ατυχία να το κοιτάξει από κοντά. Ήταν το δέρμα ενός άντρα με την προκλητικότητα όμως μιας γυναίκας. Λίγες περιπτώσεις ανθρώπων μπόρεσαν να κρατήσουν μακριά τα χέρια τους όταν αντίκριζαν το δέρμα στο λαιμό του. Οι περισσότεροι άγγιζαν αυθόρμητα την εκτυφλωτική τραχύτητα που ευωδίαζε αρσενικό τσάι και άφηναν τα δάχτυλα τους να τρέξουν εκστασιασμένα κατά μήκος των πλαϊνών φλεβών που χτυπούσαν με το ερωτικό νεύρο ενός μαρτώ πιάνου.
Η ομορφιά του έφτασε στο υψηλότερο σημείο της όταν κέρδισε τους πρώτους του αγώνες ξιφασκίας. Ήταν περίπου δεκαεννέα χρονών και όταν ο αγώνας τελείωσε δεν ακούγονταν η παραμικρή ανάσα από το κοινό. Οι περισσότεροι θεατές, μαγεμένοι προσπαθούσαν να επαναφέρουν στο νου τους τη φιγούρα του νεαρού ξιφομάχου με το αρμονικό σώμα να πηδά σαν αιλουροειδές στον αέρα και την ίδια στιγμή να εκτελεί με μοναδικό συγχρονισμό κινήσεις χορευτή καθώς προσπαθούσε να βρει τρόπο να φέρει τον αντίπαλο σε δύσκολη θέση. Όλα του τα μέλη πάλλονταν από την ίδια εσωτερική ταραχή που κάνει το ζεστό φως να πάλλεται στην πρώτη του προσπάθεια να ξεχυθεί λαμπρό μέσα σε ένα δωμάτιο.
Ήταν μια στιγμή θριαμβευτική για τον θείο Λύδιο, μια στιγμή που έφερε μέσα της, σα μελλοντικό αποτύπωμα, όλες τις πανομοιότυπες επερχόμενες θριαμβευτικές στιγμές της σαγήνης του, η οποία ήταν γραφτό να καταδυναστεύσει το μυαλό πολλών ανθρώπων. Το δικό του μυαλό καταδυναστεύτηκε ωστόσο από μια και μόνη γυναίκα. Την Αντιόχεια. Συνέβη άραγε επειδή κι οι δύο έφεραν ονόματα αρχαίων πόλεων ή μήπως λόγω της ηχητικής δύναμης που κουβαλούσε το βροντερό της όνομα, προορισμένο, από μια κρυφή μοίρα, να συντρίψει το όνομα του Λύδιου;
Η Αντιόχεια ανήκε σε εκείνο το είδος των γυναικών που αρέσκονται στο να βασανίζονται και να βασανίζουν. Αγέρωχη και αριστοκρατική, με κατάμαυρα μαλλιά να πέφτουν σαν αβυσσαλέος χείμαρρος ως τη μέση των γλουτών της, χέρια πιανίστριας και φοβισμένο άγριο βλέμμα είχε κάνει το θείο Λύδιο να την ερωτευτεί με την πρώτη ματιά. Η Αντιόχεια διατηρούσε ένα από τα μεγαλύτερα βιβλιοπωλεία στην πόλη και ο θείος Λύδιος ήταν ένας από τους τακτικότερους πελάτες της. Γνωρίστηκαν καλύτερα όταν εκείνος τόλμησε να της κάνει ένα ελαφρύ παράπονο για κάποιο βιβλίο που δεν μπορούσε να βρει στα ράφια. Η Αντιόχεια του είχε δείξει την πόρτα λέγοντάς του να μην ξαναπατήσει στο βιβλιοπωλείο. Ο θείος Λύδιος τα έχασε, δεν ήξερε αν έπρεπε να βγει θυμωμένος με την κακή εξυπηρέτηση έξω από το κατάστημα, χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω του για την αναίδεια της ή αν έπρεπε να την πάρει στα χέρια του και να ηρεμήσει με χάδια την τόσο μεγάλη αναστάτωση που της προκάλεσε η παρατήρηση του. Το βαρύ στήθος της έτρεμε και τα μάτια της έδειχναν ακόμη πιο τρομαγμένα. Ίσως θα έπρεπε να μπλέξει τα χέρια του μέσα στο σκοτάδι των μαλλιών της και να ψιθυρίσει τρυφερά στο αυτί της ένα γλυκόλογο από αυτά που λένε οι άντρες σε παρόμοιες περιπτώσεις όταν μια γυναίκα τους κάνει να τη θέλουν, όμως εκείνος έμεινε στήλη άλατος μπροστά της, έτοιμος να κλάψει μπροστά στην ομορφιά του θυμού της. Τα υγρά μάτια του και τα τρομερά χέρια του που έμεναν πεισματικά ακουμπισμένα πάνω στο ταμείο μπροστά της, ήταν τελικά εκείνα που έκαναν την Αντιόχεια να παλαβώσει μαζί του και να κάνουν την ανάσα της να βγαίνει σαν μικρό βογγητό κάθε φορά που τη χάιδευε. Ο θείος Λύδιος τότε έσκυβε και ρουφούσε από το στόμα της τα άνθη που γεννούσε η πηγή του λαιμού της.
Το σοβαρό μειονέκτημα ή μπορεί και πλεονέκτημα ήταν το γεγονός ότι η Αντιόχεια ήταν παντρεμένη και μάλιστα με έναν επιφανή δικαστικό της περιοχής. Ο θείος Λύδιος ζητούσε με ισχυρογνωμοσύνη να χωρίσει μαζί του όμως εκείνη αρνούνταν να το κάνει, επιδεικνύοντας την ίδια ακριβώς ισχυρογνωμοσύνη. Και ο καιρός περνούσε δίχως τα πράγματα να αλλάζουν. Η Αντιόχεια παρέμενε παντρεμένη με τον δικαστικό, ο θείος Λύδιος την πίεζε να χωρίσει δίχως κανένα αποτέλεσμα, ώσπου της έθεσε το δίλημμα, να συνεχίσουν μαζί ή να μείνει με τον άντρα της και τους δυο γιους της. Για την Αντιόχεια δεν υπήρχε δίλημμα, δεν ήταν ικανή να αφήσει τα παιδιά της, ήταν όμως ικανή να αφήσει τον Λύδιο. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε, γιατί από τη στιγμή που ο Λύδιος έφυγε, ανακάλυψε πως κυρίως εκείνον ήταν που δεν μπορούσε να αφήσει. Ξυπνούσε ιδρωμένη τα πρωινά, υγρή από τα όνειρα που έβλεπε γεμάτα από τα δάχτυλα του και τα κατάλευκα δόντια του. Ξαναχωνόταν σχεδόν μισοκοιμισμένη, με χαυνωτική ηδονή μέσα στις κουβέρτες και προσπαθούσε να μην ακούει την αναπνοή του δικαστικού, πιέζοντας το χέρι της ανάμεσα στα πόδια της ώσπου ένα πρωί, τα άνθη που ο θείος Λύδιος συνήθιζε να τραβάει αργά με τη γλώσσα του πάνω από τη δική της γλώσσα, άρχισαν να αποτυπώνονται σαν ολογράμματα επάνω στο λαιμό της. Τη μια μέρα ξυπνούσε με μια κόκκινη τουλίπα αχνά χαραγμένη λίγο πιο πάνω από το λακκάκι του λαιμού και την άλλη μέρα με ένα λευκό τριαντάφυλλο βαθιά σκαλισμένο ακριβώς στο σημείο του σφυγμού. Ο δικαστικός ξαφνιάστηκε, θέλησε να την πείσει να επισκεφθούν τους καλύτερους γιατρούς για αυτό το περίεργο φαινόμενο, μα η Αντιόχεια τον απείλησε πως θα αυτοκτονήσει αν τολμούσε να πειράξει τα λουλούδια της. Με στητό το κεφάλι έβγαινε από το σπίτι της και κατευθύνονταν προς το βιβλιοπωλείο της, υπερήφανη για τα σχέδια του κήπου στο λαιμό της, μικρές σιωπηλές κραυγές της αγάπης της προς εκείνον. Το σκάνδαλο ξέσπασε αργότερα κι ενώ ο θείος Λύδιος είχε να δώσει σημάδια ζωής στην πόλη για πάνω από ένα χρόνο, έχοντας εξαφανιστεί για μεταπτυχιακές σπουδές αρχαίων γλωσσών στο εξωτερικό, μια παλιά του μανία που ξαναφούντωσε με την απόρριψη της Αντιόχειας.
Ήταν τα χρόνια της απομόνωσης για το θείο Λύδιο, τα χρόνια που εντρύφησε στη μελέτη των αρχαίων γλωσσών κι όλη του η ζωή έγινε μια αρχαία γλώσσα, που απλωνόταν σα λάγνο ηδονικό φίδι ως το νυχτερινό παράθυρο της Αντιόχειας. Το βράδυ περπατώντας στους δρόμους της ξένης πόλης που τον φιλοξενούσε, σταματούσε με σφιγμένη καρδιά στο πιο σκοτεινό σημείο, μουρμουρίζοντας σε όλες τις αρχαίες γλώσσες το όνομα του πιο όμορφου λουλουδιού. Κι η εικόνα της αγαπημένης του γυναίκας εμφανιζόταν ολοζώντανη μπροστά του ταράζοντας το σώμα του και τη λογική του. Φυσώντας σα γήινος θεός, ο θείος Λύδιος κατόρθωνε να δίνει πνοή στην τρεμάμενη οπτασία που τυλιγμένη στην άχλη της δικής του βουβής επιθυμίας, ορμούσε θροΐζοντας καταπάνω του, αρπάζοντας το πρόσωπο του σε ένα ατέρμονο σφιχτό φιλί, πανομοιότυπο με εκείνο του θανάτου. Το βράδυ που ο θείος Λύδιος μουρμούρισε μέσα σε απόλυτη έκσταση το όνομα του κυανού λωτού στην τοχαρική γλώσσα, η Αντιόχεια ξύπνησε με έναν βαθυγάλαζο λωτό, απλωμένο σαν ιδρωμένο σταυρό πάνω στο κατάλευκο στέρνο της. Το βάθος του λουλουδιού φέγγιζε με ένα παράξενο ιριδίζον πλέγμα χρυσόλευκης ανταύγειας που δεν μπορούσε ούτε η ίδια να διακρίνει αν ήταν το χρώμα του δέρματος της ή ο πόθος που ανήμπορος πια να εγκλωβίζεται μέσα στις σκοτεινότερες γωνιές της, άρχισε να διακλαδίζεται σαν κισσός, τυλίγοντας δαιμονικά τις διαδρομές των φλεβών της και γλύφοντας κατάσαρκα όλους τους κρυφούς παλμούς που έκρυβε το γυναικείο κορμί της.
Γρήγορα η Αντιόχεια κλείστηκε στον εαυτό της αφού πρώτα έκλεισε το βιβλιοπωλείο. Περνούσε τα πρωινά της, μπροστά στον καθρέφτη της μεγάλης τραπεζαρίας, θαυμάζοντας τα σχέδια των ανθών της, χαϊδεύοντας τα σάρκινα πέταλά τους και ποτίζοντας τις αθέατες ρίζες τους με τα ίδια της τα σιωπηρά δάκρυα. Η μικρή πόλη που στεκόταν σαν αναποφάσιστο ηλίθιο παιδί με το ένα πόδι τεντωμένο πάνω από τον χαμηλό γκρεμό του απότομου λόφου και το άλλο τραβηγμένο αδέξια στην μέσα πλαγιά μιας ανεξήγητα χαραγμένης μαύρης κατηφόρας, είχε πια ως κοινό μυστικό την κατάθλιψη της γυναίκας του δικαστικού. Οι μισοί συζητούσαν για τα αφύσικα χλωμά της μάγουλα και οι άλλοι μισοί για τις αλλόκοτα απόκοσμες κόγχες των ματιών της. Η Αντιόχεια είχε γίνει ένα φάντασμα, ένας διάφανος μίσχος του πιο σπάνιου άνθους το οποίο μπορεί να φυτρώσει μόνο ανάμεσα στις καυτές πέτρες των ηφαιστείων και να τραφεί με τις μελλοντικές μνήμες που σχηματίζονται στα ισχνά αγγεία των ασθενικών φύλλων. Τα μαλλιά της έπεφταν σαν φθινοπωρινές βουκαμβίλιες, η κοιλιά της ζάρωνε ρουφηγμένη προς τα μέσα, τα δάχτυλα των χεριών της μαραίνονταν όπως οι ξεραμένες ρίζες, το πρόσωπο της στέγνωνε σαν κάποιος να είχε ξεχάσει να ποτίσει τα χείλη της και μόνο ο λαιμός της άνθιζε με φρενήρεις ρυθμούς κάθε μέρα, κάνοντας την Αντιόχεια να φαίνεται σαν ένα άυλο πλάσμα, κολλημένο με ένα αόρατο σπαγγάκι πάνω στα υπερμεγέθη λουλούδια της, ευωδιάζοντας σαν νεκρή που μόλις είχε πλυθεί με μύρο νυχτερινού λουλουδιού.
Όταν ο θείος Λύδιος επέστρεψε δε θέλησε να τη δει, ούτε να μάθει από άλλους το τι της συνέβαινε ή πως είχε περάσει μέσα σε αυτό το διάστημα της απουσίας του. Σκεφτόταν μόνο πόσο την είχε αγαπήσει κι πόσο αποφασισμένος ήταν να την εκδικηθεί για τα ζοφερά βράδια στα σκοτεινά σημεία των πόλεων όπου έψαχνε σαν άρρωστος να διακρίνει τη μορφή της, ψιθυρίζοντας αρχαία ονόματα περίεργων λουλουδιών, περιστοιχισμένος από τα φαντάσματα που εκείνη του έστελνε, φαντάσματα με πυρετώδη μάτια και πλοκαμένια μαλλιά να γραπώνονται γερά γύρω από τη μέση του, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που εκείνη έδενε τα ολόλαμπρα πόδια της γύρω από τη γυμνή λεκάνη του.
Μετά την επιστροφή ξεκίνησε επιτέλους να ασχολείται συστηματικότερα με την ξιφασκία και να συνειδητοποιεί πια κι ο ίδιος πως διέθετε ένα μοναδικό φυσικό χάρισμα στη χρήση και στην κατάχρηση του ξίφους. Δεν άργησε να αρχίσει να κερδίζει τους αγώνες ξιφασκίας τον έναν μετά τον άλλον. Η άνοδός του ήταν εντυπωσιακή και ξέφρενη. Το γεγονός ότι μόλις σε λίγα χρόνια είχε αποκτήσει το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο και είχε αναγνωριστεί ως ένας από τους σπουδαιότερους ξιφομάχους της ιστορίας, έχοντας επιβάλλει μάλιστα ένα μοναδικό στυλ ξιφασκίας, δεν τον εμπόδισε από το να πάρει ξανά μέρος σε ολυμπιακούς αγώνες κερδίζοντας ακόμη άλλα δύο χρυσά μετάλλια. Πολλοί έλεγαν πως ήταν κυρίως χορευτής και ηθοποιός κι έπειτα ξιφομάχος. Οι μοναδικές του ξιφομαχικές πιρουέττες ξάφνιαζαν οποιονδήποτε αντίπαλο όσο καλά προετοιμασμένος κι αν ήταν. Τα φοβερά χαμηλά αραμπέσκ του προκαλούσαν μαζικές κραυγές ενθουσιασμού από το κοινό. Yπήρχαν στιγμές που ξιφομαχούσε σχεδόν κυριολεκτικά en pointe. Κι έπειτα σταμάτησε, σα να μην έβρισκε πλέον κανένα ενδιαφέρον. Έδινε συνεντεύξεις στα περιοδικά και περνούσε το χρόνο του ξοδεύοντας τα χρήματά του σε μακρινά ταξίδια, παλιές εκδόσεις ακριβών βιβλίων, έργα τέχνης και αγορές γης.
_Ανιψιέ προσπαθώ να εξασφαλίσω το μέλλον σου. Είσαι ο αγαπημένος μου, το ξέρεις αυτό, αν και τη μητέρα σου εδώ που τα λέμε, ποτέ δεν τη χώνεψα! έλεγε χαμογελώντας με έναν αέρα υπεροψίας, εξακολουθώντας να μού τσιμπάει το μάγουλο.
Και φυσικά δεν τη χώνεψε καθώς ήταν από τις πρώτες που είχαν εναντιωθεί στη σχέση του με την Αντιόχεια και μάλιστα είχε απειλήσει πως αν πραγματοποιούσε την υπόσχεση του να την παντρευτεί κάποτε, χωρίζοντας την από τον άντρα της, εκείνη, η πρώτη εξαδέλφη θα τους σκότωνε και τους δυο για να ξεπλύνει την μεγάλη ντροπή που θα έπεφτε πάνω στο όνομα της οικογένειας. «Το όνομά μας είναι το παν» έλεγε η μητέρα εκείνη που γελούσε γεμάτη ειρωνεία για την βασιλική αλαζονεία που έδερνε το θείο Λύδιο κι έπειτα καθόταν στο πιάνο προσποιούμενη πως δεν ήξερε αν έπρεπε να παίξει Σοπέν ή Λιστ, μόνο που τα δαχτυλά της αρνούνταν να θυμηθούν αυτό που κάποτε είχαν διδαχθεί ως υποχρεωτικό μάθημα ευγενούς ανατροφής. Ξεφυσώντας τότε πήγαινε στο δωμάτιο της προφασιζόμενη πονοκέφαλο και έπαιρνε τα χάπια τρία τρία, ακουμπώντας απαλά την παλάμη της στην επίπεδη στεγνή κοιλιά της σα να ήθελε να καθησυχάσει κάποιο κρυφό πλάσμα που κρύβονταν εκεί μέσα. Έχωνα σιγά σιγά το κεφάλι μου στο άνοιγμα της πόρτας και παρατηρούσα καλά το πόσο νευρικά ανεβοκατέβαινε το οστεώδες στέρνο της και πόσο γρήγορα πετάριζαν οι βολβοί των ματιών της πίσω από τα πεισματικά κλεισμένα βλέφαρα.
Η Αντιόχεια εξαφανίστηκε από τη ζωή του θείου Λύδιου με τον ίδιο ξαφνικό τρόπο με τον οποίο μπήκε. Ένα κυριακάτικο μεσημέρι πνίγηκε μασώντας λουλούδια. Από τότε που σταμάτησε να τρώει στο ίδιο τραπέζι με τον άντρα της και τα παιδιά της άρχισε τα βράδια να μαγειρεύει στα κρυφά τα πέταλα των λουλουδιών του κήπου της. Έβγαινε στο σκοτάδι για να μαζέψει πέταλα, φύλλα και λεπτούς μίσχους. Έβραζε υπομονετικά τα φύλλα της παιωνίας, μαζί με τα πέταλα του λυσίανθου λίγο μέλι και λίγη κανέλλα και ύστερα τα ανακάτευε με ένα μίγμα από αποξηραμένα τριαντάφυλλα και μίσχους άγριων ανεμώνων τόσο ανθεκτικών που άνθιζαν ακόμη και στις εξωτερικές γωνίες των παραθύρων. Αυτό ήταν το μοναδικό φαγητό της.
Ο δικαστής ισχυρίστηκε πως η γυναίκα του πέθανε από ασφυξία όταν κάποιο αγκάθι που δεν είχε καθαρίσει καλά στάθηκε στο λαιμό της ενώ όλη η πόλη ψιθύριζε πως η Αντιόχεια πέθανε από ασιτία. Υπήρξαν και διάφορες άλλες φήμες πως η ασιτία ήταν ένας τρόπος αυτοκτονίας και πως αιτία ήταν εκείνος ο όμορφος ξιφομάχος.
Γ’ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ακόμη και τώρα που βρίσκεται στο πολυτελές γηροκομείο ο θείος Λύδιος συνηθίζει να θυμάται εκείνη την εποχή με βαθείς αναστεναγμούς, κάπνισμα μπροστά στο παράθυρο, ονειροπολήσεις τριών τεσσάρων ωρών κι ύστερα ξεσκόνισμα της φωτογραφίας της Αντιόχειας, με ιδιαίτερη έμφαση στα μαλλιά της. Τη μαύρη κώμη πίσω από το τζάμι της κορνίζας. Μόνο εγώ ξέρω πως στο πίσω μέρος της φωτογραφίας, κάτω από το καπάκι υπάρχει μια τούφα από τα αληθινά μαλλιά της Αντιόχειας που ο θείος Λύδιος έκοψε κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας προκαλώντας τεράστιο σκάνδαλο καθώς την ώρα της λειτουργίας σηκώθηκε ήρεμος, έβγαλε το ψαλίδι που είχε κουβαλήσει μαζί του ειδικά για αυτό το σκοπό, πλησίασε το ανοιχτό φέρετρο και έκοψε μια τούφα φιλώντας τη με αληθινή λατρεία. Η Αντιόχεια δεν είχε πεθάνει και όποιος ισχυριζόταν κάτι τέτοιο μπροστά του ήταν τουλάχιστον τρελός ή βαλμένος από τον άντρα της για να τον ισοπεδώσει, στερώντας του για πάντα την εικόνα αυτής της γυναίκας. Μάλιστα αυτός ο σιχαμένος δικαστικός κάπου την είχε κλειδώσει, ο Λύδιος ήταν σίγουρος, η Αντιόχεια είχε γίνει θύμα στα χέρια του για να την απομακρύνει από τον εραστή της. Στο φέρετρο απλώς κοιμόταν παραδομένη στο ισχυρό υπνωτικό που ο πανούργος δικαστικός την είχε ποτίσει. Ήταν η περίοδος που όλοι πιστέψαμε πως ο θείος Λύδιος σταδιακά θα έχανε εντελώς το μυαλό του, παραδομένος στη λογική μιας εξαφανισμένης Αντιόχειας από έναν ζηλόφθονο ανώτερο λειτουργό, ο οποίος διασκέδαζε να την μεταφέρει από υπόγειες στοές σε επίγειες κρυψώνες, κοροϊδεύοντας τον θείο Λύδιο και γελώντας ικανοποιημένα που κατάφερε να του την κρύψει.
Πως θα μπορούσε να δεχτεί ότι δεν θα ξανάγγιζε το δέρμα της και δεν θα ρουφούσε μεθυσμένος τη μυρωδιά της για μια ακόμη φορά; Ήταν δυνατόν για εκείνον να σκέφτεται πως σκουλήκια μασουλούσαν πια τους στρογγυλούς της ώμους και πως τα μάτια της που κάποτε τον κοιτούσαν με τόσο πάθος, θα έμεναν για πάντα δυο κόγχες γεμισμένες χώμα; Και ακόμη περισσότερο πως θα ήταν δυνατό να σκέφτεται ότι έχασε τόσα χρόνια μακριά της ;
«Δεν πιστεύω να υποστηρίζεις πάλι αυτήν την εξωφρενική φήμη που έχει διαδώσει αυτός ότι είναι νεκρή;
Φυσικά και κουνούσα αρνητικά το κεφάλι μου. Εξάλλου δεν άντεχα άλλα περιφρονητικά βλέμματα και τις βαθιές πληγωμένες περιόδους σιωπής του, όταν προσπαθούσα ανεπιτυχώς να τον πείσω πως η Αντιόχεια δε ζει πια .
Μέχρι που ένα πρωί τηλεφώνησε ζητώντας μου να επισκεφθώ τον τάφο της και να του δώσω λεπτομερή περιγραφή. Πέρασα ένα ολόκληρο απόγευμα περιγράφοντας του το πόσο λευκά ήταν τα μάρμαρα, πόσο λιτός ήταν ο τάφος και πόσο ψηλά ήταν τα χορτάρια γύρω του.
«Φωτογραφία της υπήρχε;»
«Όχι θείε, δεν υπάρχει καμία φωτογραφία της»
«Το όνομά της πως είναι χαραγμένο; Τι ακριβώς γράφει;..Χμ..Μάλιστα..Ώστε αυτός ο ανόητος επέμεινε να χαραχθεί το δικό του επίθετο ως δικό της...»
«Τα παιδιά; Τα παιδιά της έρχονται να την επισκεφθούν; Είδες κάτι; Ναι.. έχεις δίκιο, ίσως να ήρθαν κάποια άλλη στιγμή αλλά όπως βλέπω δεν κάθισες και πολύ εκεί..»
Κάθε μέρα από εδώ και στο εξής έπρεπε να πηγαίνω διαφορετικές ώρες στον τάφο της Αντιόχειας για να ελέγξω αν κάποιος έρχεται να καθαρίσει ή να ανάψει κερί στην μνήμη της. Το γεγονός ότι όλες οι μέρες παρακολούθησης που γρήγορα έγιναν μήνες, δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, τον εξαγρίωσε για τα καλά. Δεν εξέφρασε θυμό στις πληροφορίες μου για πλήρη εγκατάλειψη του τάφου της ακόμη κι από τους ίδιους τους γιους της, αλλά τον ήξερα πολύ καλά για να ερμηνεύσω διαφορετικά τον τρόπο που κρατούσε ακίνητα τα βλέφαρά του καθώς με άκουγε.
Και έγινα ο καθαριστής και το κερί της Αντιόχειας, πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα του θείου Λύδιου. Έμαθα και ξερίζωνα τα αγριόχορτα που ξεφύτρωναν άτακτα γύρω από τα μάρμαρα μέσα σε λίγα λεπτά. Άναβα το κερί της σε ακόμη πιο γρήγορα, κοιτούσα αν η φωτογραφία της ήταν θολή ή αν ήθελε γυάλισμα και τελειοποίησα την πρακτική του πλάγιου κρυφού βλέμματος στους επισκέπτες συγγενείς των γειτονικών τάφων, γνωρίζοντας σιγά σιγά τα πάντα για εκείνους. Αυτοί οι εντελώς άγνωστοι άνθρωποι, έγιναν το κύριο θέμα συζήτησης με το θείο Λύδιο. Το πώς έρχονταν ντυμένοι να επισκεφθούν το δικό τους άνθρωπο, πόσες φορές αναστέναζαν, αν έκλαιγαν και πως έκλαιγαν, αν μιλούσαν στον πεθαμένο ή δε μιλούσαν, αν άγγιζαν το μάρμαρο με συντριβή ή περιέφεραν αδιάφορα το κεφάλι τους τριγύρω ώσπου να περάσει η ώρα. Μέσα από τις λιγοστές τυπικές κουβέντες που είχα μαζί τους μάθαινα όλο και περισσότερες πληροφορίες που γίνονταν εκλεκτό έδεσμα της ταφολαγνείας που ξαφνικά μας είχε χτυπήσει και τους δύο. Ώσπου άρχισα να ερωτεύομαι όλες όσες γυναικείες γάμπες έκοβαν βόλτες μέσα στο νεκροταφείο αρκεί να πληρούσαν την απαραίτητη προϋπόθεση του μαύρου λεπτού καλσόν φορεμένου κατάσαρκα. Έμαθα γρήγορα τις ποιότητες του μαύρου νάιλον υφάσματος και κάθε φορά που ένα ζευγάρι γυναικεία πόδια πλησίαζαν έναν από τους διπλανούς τάφους, τρελαινόμουν από ερωτική προσμονή. Δε με ενδιέφερε το σώμα πάνω από τις γάμπες, ούτε το πρόσωπο, μεθούσα μόνο και μόνο αντικρίζοντας την καμπυλωτή γραμμή, του πίσω μέρους της κνήμης, που ξεκινούσε από το πίσω μέρος του γονάτου και κατέληγε στην ελαφρώς ανασηκωμένη φτέρνα μέσα στις μαύρες γόβες. Απελπισμένος έστριβα και τις παλάμες μου μεταξύ τους σα να ετοιμαζόμουν να βουτήξω στο επουράνιο νέκταρ και μέσα στα μαρτύρια του σώματός μου και της στύσης μου, προσπαθούσα να προσποιηθώ πως κοιτάζω αλλού, τη στιγμή που το μόνο που ήθελα ήταν να αρπάξω κάθε γάμπα μέσα στα δόντια μου και να τη γεμίσω δαγκωματιές.
«Σύνελθε ανιψιέ! Οι περισσότερες γυναίκες είναι πρόστυχες εκ φύσεως και αυτό περιμένουν. Κάποιον ευαίσθητο φουκαρά σαν εσένα για να παίξουν μαζί του όπως η γάτα με το ποντίκι. Βέβαια από μια άποψη καλύτερα που ερωτεύεσαι τις γάμπες τους παρά τις ίδιες. »
Κι ύστερα σταματούσε απότομα, για να συνεχίσει μονολογώντας μέσα σε πραγματική απελπισία «Την έχασα, την έχασα. Όλα για έναν εγωισμό, για έναν εγωισμό! Και τώρα τη βλέπεις που βρίσκεται και αυτή και ο εγωισμός της; Βλέπεις που βρίσκομαι κι εγώ με τον δικό μου εγωισμό;»
«Τη βλέπω θείε Λύδιε, βλέπω και εσένα. Βλέπω και τους εγωισμούς σας» απαντούσα εγώ μαθημένος πια στον επαναλαμβανόμενο αυτό διάλογο. «Είχε ωραίες γάμπες θείε η Αντιόχεια;»
Ο θείος Λύδιος αναστέναζε βαθιά, μισοσήκωνε το κεφάλι του στον αέρα, έκλεινε τα μάτια του σα να ονειρευόταν όρθιος και μουρμούριζε με βαθιά ονειροπόλα φωνή : «Θεσπέσιες..Θεσπέσιες ..»
Κι ύστερα μου εξιστορούσε με πόση τρυφερότητα, τις τύλιγε γύρω από τη μέση του σα να ήταν χέρια, πόσο μαλακό δέρμα είχαν, πόσο του άρεσε να πιάνει μέσα στις χούφτες του τα στήθη της που ήταν τόσο απαλά όσο ακριβώς και οι γάμπες, πόσο άγρια τον φιλούσε, τι γεύση είχαν τα χείλη της, πόσο ζεστό ήταν το πιάσιμο της μέση της, πως τέντωναν οι ρώγες στο άγγιγμα του, πόσο πολύ την ήθελε, πόσο πονούσε αυτός ο πόθος, πόσο ταπεινωτικό και πόσο εξυψωτικό είναι να πονάει έτσι η ανθρώπινη λαχτάρα για έναν άλλο άνθρωπο.
Κι εγώ πονούσα για δεκάδες άγνωστες γάμπες. Φαινόμουν ηλίθιος μπροστά του και αυτό ακριβώς ήμουν. Βυθισμένος σε μια γελοία μανία που άγγιζε τα όρια της ασθένειας, ήμουν ανίκανος να ερωτευτώ μα κυρίως αδιάφορος. Δε με ενδιέφερε να με ενδιαφέρει καμία.
«Είσαι κι εσύ ερωτευμένος μαζί του» μού σφύριζε η μητέρα μου σαν οχιά καθώς έπινα τον πρωινό καφέ μου. «Τι σε έκανε να φανταστείς πως εσύ θα γλίτωνες ; Δε βλέπεις πως σε επηρεάζει όλα αυτά τα χρόνια;»
Χαμογελά στραβά, γεμάτη κακία και επιθυμώ σφόδρα να την πνίξω. Αντί για αυτό αρκούμαι στο να χαμογελάσω σιβυλλικά, απαξιώντας να απαντήσω. Ρουφώ τον καφέ μου επιδεικτικά και πλαταγίζω την γλώσσα μου σαν υπερμέγεθες αυτάρεσκο βατράχι που έχει στηθεί στη μέση της κουζίνας, έτοιμο να καταπιεί την ενοχλητική μύγα με τη φούστα.
Ο θείος Λύδιος είναι πλέον ο διάβολος και μάλιστα με διαπίστευμα της οικογενειακής παλαιοτάτης, αλλά αόρατης πια, βασιλικής βούλας, μέσω της ισχνής μητρικής χείρας που υπερυψωμένη στον αέρα, καθοδηγεί, διαγράφει, σβήνει, ευλογεί και καταριέται. Η βασιλική γενιά μας. Ο μεθυσμένος βασιλιάς που μας πρωτογέννησε πεντακόσια έτη πριν. Αυτός φταίει για όλες μας τις νευρώσεις. Αυτός φταίει για τα κοκκαλιάρικα δάχτυλα που τρομερά και σίγουρα για όλα, κουνιούνται μπροστά από τη μύτη μου, διαγράφοντας μικρούς κύκλους κάτω από τα ρουθούνια μου, υποδεικνύοντας, ψέγοντας χλευάζοντας και γκρεμίζοντας. Αν είχαμε γεννηθεί από το πέος ενός χωριάτη, τώρα πολύ πιθανόν να περιφερόμασταν αυτάρκεις στον κόσμο, ευχαριστημένοι ή δυσαρεστημένοι αλλά πάντως κάτι από τα δύο. Θα ξέραμε τουλάχιστον προς τα που πρέπει να γείρουμε για να ρευτούμε και να ανακουφίσουμε έτσι τα αέρια του στομάχου μας, αντί να καθόμαστε να μας πνίγουν. Γιατί κάθε στομάχι είναι ένα σακί με δηλητήρια και το δικό μας εξαίσιο οικογενειακό στέμμα, η παλιά πριγκιπική ρίζα μας, δεν είχαν μάθει ποτέ πώς να τα λειτουργούν σωστά. Με αποτέλεσμα η άγνοια του εντερικού χειρισμού και η εσωτερική δηλητηρίαση να κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά, μετατρέποντας κάθε γόνο σε ευπαθή, λεπτεπίλεπτο, αγχωμένο οργανισμό που κάθεται οκλαδόν στο κρεβάτι για να παίξει σκραμπλ ή να κόβει ατελείωτες βόλτες στην απογευματινή προκυμαία μόνο και μόνο για να μετρήσει τους ποδηλάτες που πλησιάζουν κοντά στους κυματοθραύστες.
Δ’ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Με έπιανε πονοκέφαλος όταν σκεφτόμουν πως δεν είχα καταλάβει για καιρό το αυτονόητο. Πως μια γυναίκα μπορεί να είναι ερωτευμένη με αυτόν που δεν πρέπει να είναι, κρύβοντας το τόσο καλά. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ είναι πως η μητέρα μου θα ήταν ερωτευμένη με τον πρώτο της ξάδελφο. Η συνειδητοποίηση αυτού του αιμομικτικού έρωτα με χτύπησε κατακέφαλα. Τα σημάδια ήταν ξεκάθαρα και εκδηλώνονταν διαρκώς με μεγαλύτερη συχνότητα.
«Νομίζω πως η μητέρα σου παιδάκι μου, έχει αποτρελαθεί εντελώς πια»
Ο θείος Λύδιος αποφαινόταν με σιγουριά για την τρέλα της μάνας μου, όταν την έβλεπε τα πρωινά να του φέρνει το φαγητό στο κρεβάτι, φορώντας έναν κατακόκκινο ιβίσκο στα μαλλιά της και μαργαριταρένιες πέρλες, φουσκωτές σαν καύκαλα χελώνας, πάνω στους κρεμαστούς λοβούς των αυτιών της.
«Δωροσεβάστεια, για που στολίστηκες πρωί, πρωί;» τη ρωτούσε βουτώντας το αφράτο σουσαμένιο κουλουράκι στο γάλα που η μητέρα μου ανακάτευε κάθε πρωί με τα δάκρυά της, πιστεύοντας πως η συγκεκριμένη τελετουργία είναι ό,τι πιο σίγουρο για να δέσει με μάγια τον έρωτα του θείου Λύδιου.
«Δε στολίστηκα ξάδελφε» απαντούσε ξερά εκείνη. Με τη σιγουριά της μαγικής δύναμης της ανάμιξης γάλακτος και αλμυρών δακρύων κάρφωνε επίμονα στα μάτια τον θείο Λύδιο, περιμένοντας πως ήταν θέμα δευτερολέπτων να αφηνιάσει ερωτικά για χάρη της.
Όμως εκείνος όχι μόνο δεν αφήνιαζε αλλά εξακολουθούσε να της φέρεται με την ίδια απάθεια και ξαδελφική συγκαταβατική αδιαφορία, κάνοντάς την να στολίζεται με όλο και μεγαλύτερα σκουλαρίκια κάθε μέρα, βάζοντας όλο και πιο μεγάλους ιβίσκους στο κεφάλι της, μέχρι που ένα πρωινό μπήκε στο δωμάτιο για να αλλάξει σεντόνια στο κρεβάτι του, έχοντας χώσει μια ολόκληρη ρίζα μαζί με πέντε έξι άνθη στα μαλλιά της. Τα χώματα είχαν πέσει άτακτα στο κεφάλι της και στο αριστερό της μάγουλο. Μη βρίσκοντας άλλα σκουλαρίκια ακόμη μεγαλύτερα, είχε κρεμάσει στα αυτιά της δυο γλόμπους από το βικτωριανό πολύφωτο του σαλονιού.
«Καλημέρα Λύδιε» έβηξε επίσημα καθώς τραβούσε τα σεντόνια μαζί με τον θείο Λύδιο από το κρεβάτι. Κατάφερε με μια εξαιρετικά επιδέξια και δυνατή κίνηση, που οπωσδήποτε κανείς δεν περίμενε από μια τόσο ισχνή γυναίκα, να τον τυλίξει στο σεντόνι σα στριφτό γλυκό και να τον πετάξει στο πάτωμα. Ο θείος Λύδιος που ακόμη κοιμόταν άνοιξε ξαφνιασμένος τα μάτια του και πρόλαβε να δει την ξαδέλφη του σκυμμένη επάνω του να τον ραίνει με ένα περίεργης προέλευσης υγρό, μουρμουρίζοντας κάτι σε ακατάληπτη γλώσσα και μετά να φιλάει τα δάχτυλά της.
«Δωροσεβάστεια σε παρακαλώ, μπορείς να με ξετυλίξεις;» της ζήτησε σταθερά «και να μου φέρεις τα τσιγάρα μου»
Η μητέρα μου τον φίλησε στοργικά στο μάγουλο, χάιδεψε με αγάπη το μέτωπό του και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, περιμένοντας να την ερωτευτεί με πάθος όπως μόνο οι ελεύθεροι άνθρωποι ερωτεύονται. «Ξέρω πως με αγαπάς, αλλά δεν αφήνεις τον εαυτό σου ελεύθερο να το δεχτεί, φοβάσαι Λύδιε..Φοβάσαι» είπε με παράπονο και αναστέναξε ηχηρά. Ένας δροσερός αέρας μπήκε απ’ το ανοιχτό παράθυρο, μπλέκοντας ακόμη περισσότερο τα ανάκατα τσουλούφια της. Μεθυσμένη από ευχαρίστηση που δέχτηκε αυτό το απροσδόκητο σημάδι ευόδωσης των μαγικών δεσμών της, χάρισε ένα τεράστιο χαμόγελο στον θείο Λύδιο και τον βοήθησε να ξεφασκιωθεί.
«Είσαι πραγματικά τρελλή» δήλωσε αυτός με σοβαρότητα καθώς ντυνόταν. «Βγάλε τις λάμπες από τα αυτιά σου, καταντά γελοίο πλέον» συμπλήρωσε και πέρασε από πάνω της, όπως περνάει κανείς από το χαλάκι της κουζίνας.
Η αποσβολωμένη μητέρα μου δεν πτοήθηκε καθόλου. Συνέχισε να μελετά με ευλάβεια τόμους μαγείας, να υπολογίζει τις φάσεις του φεγγαριού και να περιμένει με ακρίβεια δευτερολέπτου τον ερχομό των Παρασκευών για να φτύσει μες στο χώμα όπου είχε κρύψει κομματάκια από τα ρούχα του θείου Λύδιου ή για να φάει το άψητο ζυμάρι όπου είχε χώσει τις στάχτες από τα τσιγάρα του. Ύστερα γυρνούσε σα φάντασμα μέσα στο σκοτεινό σπίτι ψιθυρίζοντας με ηδυπάθεια στίχους του Χαμένου Παράδεισου. Χρειαζόμουν ώρες κάθε φορά για να την ηρεμήσω και να την πείσω να ξαπλώσει, αφού είχε ήδη αρχίσει να ξημερώνει. Αναγκάστηκα να ζητήσω από τον θείο Λύδιο να δείξει κάποια ευσπλαχνία απέναντί της.
«Τι ακριβώς εννοείς ανιψιέ; Μου ζητάς να ξαπλώσω στο κρεβάτι με τη μητέρα σου και πρώτη εξαδέλφη μου επειδή είναι τρελή για δέσιμο;»
Κι ήταν ίσως η πρώτη και μοναδική φορά που αισθάνθηκα πως ήθελα να τσακίσω το πρόσωπο του. Αν και ήξερα ότι είχε δίκιο.
«Να ξαπλώσεις θείε Λύδιε. Με τόσες ξάπλωσες. Γιατί όχι και με τη μητέρα μου;»
«Ξεπερνάς τον ίδιο σου τον εαυτό βλέπω» μουρμούρισε λακωνικά.
«Αγαπάω τη μητέρα μου και για να είμαι ειλικρινής δεν περίμενα να…»
«Πάντα η ίδια αιώνια ηλιθιότητα που ταλανίζει το όμορφο οικογενειακό μας δέντρο! Μην ξινίζεις μικρέ, δεν αναρωτήθηκες ποτέ τι είναι αυτό που σε κάνει τόσο δειλό;» με διέκοψε χαμογελώντας ατάραχος.
Φυσικά και έχω αναρωτηθεί, είναι δυνατόν να μην έχω αναρωτηθεί; Τα μεσημέρια της επιστροφής στο σπίτι, βλέπω τη μητέρα μου χαμένη στις ονειροπολήσεις και στους αναστεναγμούς της. Είναι οι ηχητικοί της κλαυθμοί και τα τριξίματα της πολυθρόνας της που με κάνουν να αναρωτιέμαι διαρκώς και ακαταπαύστως. Εάν την έπνιγα την ώρα που κατάκοπη από τον ανεκπλήρωτο έρωτα της, σχεδίαζε καρδούλες στη σκόνη του τραπεζιού με τα κοκαλιάρικα δάχτυλά της θα το έκανα με θόρυβο ή σιωπηλά; Θα χiμούσα από πίσω της αλαλάζοντας πολεμικές κραυγές , χτυπώντας το κεφάλι της με κάτι βαρύ και μετά σφίγγοντας τον ανυπεράσπιστο λιποθυμισμένο λαιμό της μέχρι να ζαρώσει; Ή θα νυχοπατούσα σαν ύπουλη νυφίτσα πίσω της και αγκαλιάζοντάς την τρυφερά θα έσπαγα το οστό του στέρνου της , πνίγοντας τα δάκρυά μου μαζί με την ευφορία που γαργαλάει τώρα το δικό μου στέρνο;
«Μην ανησυχείς ανιψιέ, όλοι στην οικογένειά μας το παθαίνουμε. Πρόκειται για πλήρη απορρύθμιση της φυσιολογικής εγκεφαλικής λειτουργίας σε συνθήκες πίεσης, με αποτέλεσμα την τέλεση γελοίων, ηλιθιωδώς οργανωμένων πράξεων. Με λίγα λόγια Ραφαήλ δεν θα αργήσει να σου στρίψει και εσένα, αλλά θα πρέπει να προσέξεις πως ακριβώς θα σου στρίψει, αν καταλαβαίνεις τι ακριβώς λέω. Εάν δεν καταλαβαίνεις, βάλε τα δυνατά σου να καταλάβεις, είναι μια καλή συμβουλή αυτή! Πάρε για παράδειγμα τη μητέρα σου, που δεν έδωσε σημασία σε αυτή την φαινομενικά εύκολη λεπτομέρεια και τώρα να τη να κλωσά κοπανισμένα πέταλα καμπανούλας στην κουζίνα και να μετράει τον πυρετό της γλώσσας μου την ώρα που εγώ κοιμάμαι, νομίζοντας πως δεν την παίρνω χαμπάρι. Πως τη βλέπεις μια τέτοια προοπτική; »
Ο θείος Λύδιος ήταν σα να είχε καταλάβει αυτά που σκεφτόμουν πριν γυρίσω να τον κοιτάξω. Μπορεί στο φευγαλέο πετάρισμα του βλέμματος μου να διέκρινε τον επιθανάτιο ρόγχο της ξαδέλφης του. Έδειχνε θορυβημένος αν και προσπαθούσε να φαίνεται απολύτως ήρεμος. Άλλο ένα κοινό χαρακτηριστικό της βασιλικής μας γενιάς.
Της οικογένειας που αντίκριζε τα πάντα σηκώνοντας το ένα της φρύδι και χαμογελώντας αινιγματικά. Όλα φαίνονται ανάξια λόγου μέσα από ένα σηκωμένο φρύδι και ένα αινιγματικό μειδίαμα. Και ο λόγος ήταν πάντα το μεγάλο μας πρόβλημα. Ή θα ήταν καλύτερα να το ορίσω με περισσότερη σαφήνεια: ο λόγος ήταν το μεγαλύτερο μας πρόβλημα. Κανείς στην οικογένεια μας δεν μπορούσε να αρθρώσει ξεκάθαρο λόγο. Οι λέξεις ήταν σα να γλιστρούσαν από το στόμα μας. Τα φωνήεντα χάνονταν μες στις χαράδρες του ουρανίσκου, τα σύμφωνα πελέκαγαν τα δόντια, οι δίφθογγοι δάγκωναν τη γλώσσα και το αποτέλεσμα ήταν να έχουμε τόση αγωνία για το αν θα κατανοηθούν τα όσα θέλαμε να εκφράσουμε, ώστε να ξεχνάμε τι ακριβώς ήταν αυτό που θέλαμε να εκφράσουμε. Θα ήταν πολύ καλύτερα να ήμασταν ψευδοί ή τραυλοί, παρά ανίκανοι να μετασχηματίσουμε τη σκέψη μας στις ακριβείς λέξεις που θα μπορούσαν να τη μεταφέρουν. Με λίγα λόγια, άλλο θέλαμε να πούμε και άλλο λέγαμε. Ή δε λέγαμε καθόλου. Και όσο παλεύαμε με τις σωστά δομημένες προτάσεις, τόσο εκείνες κατάφερναν να εξαφανιστούν σαν λεπτός αέρας ακόμη και μέσα απ’ το μυαλό μας. Η αλήθεια ήταν αυτή που ταλάνιζε τη γλώσσα μας, για αυτήν ιδρώναμε και προσπαθούσαμε οικογενειακώς να συγκρατήσουμε τις λέξεις μας. Η αλήθεια ήταν το υπέρτατο καλό που θα μπορούσε ένας άνθρωπος να σκεφτεί. Ήμασταν η οικογένεια του απόλυτου ψεύδους, και της τέλειας λεξιλογικής απραξίας, περιμένοντας τους πρώτους ήλιους και τα απογευματινά φώτα των δρόμων για να κρεμάσουμε στα σύρματα τις γλωσσίτσες μας, σα δέρματα που έπρεπε να στεγνώσουν. Και ο ένας τίναζε τη γλώσσα του άλλου. Θα πρέπει να παρουσιάζαμε πολύ ενδιαφέρον θέαμα! Μια χούφτα αποτρελαμένων ξεπεσμένων αριστοκρατών που επιτίθενται ο ένας στον άλλον…
Ο θείος Λύδιος συνήθιζε να χαστουκίζει για την παραμικρή έστω υπόνοια προσβολής το συνομιλητή του, όποιος και να ήταν αυτός. Κάποτε χαστούκισε, με επιδεικτικά μεγάλη δύναμη, ένα πολύ αξιοσέβαστο κοινωνικά πρόσωπο, με υψηλή πολιτική θέση, μόνο και μόνο γιατί του φάνηκε πως χαμογέλασε ειρωνικά σε κάποια παρατήρησή του. Απειλήθηκε γενική σύρραξη στην εκδήλωση στην οποία ήταν καλεσμένοι και οι δύο, όμως ο θείος Λύδιος όχι μόνο δε ζήτησε συγγνώμη αλλά τον έφτυσε στο πρόσωπο, ζητώντας από τους παριστάμενους να φτύσουν κι εκείνοι. Η μητέρα μου έκοβε σε κομματάκια τις κούκλες της, όταν ήταν μικρή, με το μαχαίρι της κουζίνας και όταν τελείωναν οι κούκλες εξασκούνταν σε βατράχια που φρόντιζε να τα βασανίσει με ιδιαιτέρως ευφάνταστους τρόπους. Ίσως να ταλανιζόταν από την παρόρμηση να κόψει και εμένα σε κομματάκια, όταν νεογέννητο ακόμη στην κούνια αναδευόμουν αργά και ζορισμένα μέσα στις πάνες μου. Εγώ πάλι είχα πιστέψει ως τα 14 μου ότι είχα γλυτώσει από αυτήν την οικογενειακή κατάρα. Ήμουν τόσο ήσυχος ώστε μπορούσα να χαμογελάω με τις ώρες σάν ηλίθιος σε όποιον μου έκανε την τιμή να μιλήσει μαζί μου. Θεωρούσα τον εαυτό μου άχρηστο και ασήμαντο και απορούσα πολλές φορές για ποιο λόγο ακριβώς είχα γεννηθεί ως άνθρωπος. Αναστενάζοντας βαθιά και άρρωστα σαν φυματικός, καθότι μου άρεσε να παίζω θέατρο, αναπολούσα τις μέρες εκείνου του πολύ μακρινού παρελθόντος που σαν γιαπωνέζικο ταπεινό φαναράκι κρεμιόμουν από το σπάγγο μου στις κερασιές ενός τεράστιου κερασώνα, τρεμοφέγγοντας πάνω από τα κεφαλάκια παιδιών που έτρεχαν ανάμεσα σε κορμούς και άνθη. Ναι μπορώ να γίνω πολύ ρομαντικός. Μπορούσα…
Μέχρι που έκλεισα τα γενέθλια των 14 χρόνων μου και τότε μια περίεργη μεταμόρφωση συντελέστηκε μέσα μου.
Ξυπνούσα τα μεσημέρια ιδρωμένος, με τα μάτια κόκκινα και το κορμί μου να πονάει. Ήταν τα νύχια, τα εσωτερικά νύχια που έβγαζα, σε μέγεθος σπάτουλας το καθένα. Φύτρωναν μέσα μου, παράλληλα με τα πολλά ζευγάρια κέρατα που ξεπετάγονταν πάνω από τα μάτια μου, στο πλάι των αυτιών μου, στα ρουθούνια της μύτης μου και στα πυκνά μαλλιά μου. Αόρατα σκληρά κέρατα που τα ένοιωθα και τα έβλεπα μόνο εγώ. Αργότερα ο θείος Λύδιος μου είχε εξηγήσει πως Ραφαήλ μη θορυβείσαι, είναι τα κέρατα οικόσημο της οικογένειάς μας και ακόμη πως είμαστε από τις λίγες οικογένειες που έχουν ένα τόσο απτό οικόσημο και όχι γελοίες ζωγραφιές κονταριών εγκιβωτισμένων μέσα σε ηλίθιους θυρεούς, ελπίζω να το θυμάσαι αυτό Ραφαήλ.
Μια φορά ξέχασα πως η φαινομενική ηρεμία έπρεπε να κρατηθεί πάση θυσία και επιτέθηκα σα λυσσασμένος στον ίδιο τον πατέρα μου, ο οποίος αμέσως μετά την επίθεσή μου έφυγε από το σπίτι, αν και πολύ είχε αργήσει να το κάνει. Έχω να τον δω από τότε και φυσικά εύχομαι να μην τολμήσει να ξαναγυρίσει στο σπίτι γιατί θα συνεχίσω ακριβώς από εκεί που είχα μείνει..Τον έδεσα στο κρεβάτι, όσο κοιμόταν, με χοντρά σχοινιά και έπειτα έβαλα φωτιά στα γυμνά δάχτυλα των ποδιών του. Στερέωσα από ένα χαρτί σε κάθε χώρισμα ανάμεσα στα δάχτυλα και τα άναψα όλα μαζί. Όταν η φωτιά έφτασε στο δέρμα του, τέντωσε μεμιάς σαν τόξο το βαρύ σώμα του και άρχισε να τσιρίζει, προκαλώντας μου ένα ακράτητο ξέσπασμα γέλιου. «Ξέδεσέ με διαβολόπαιδο, ξέδεσέ με» ούρλιαζε καθώς εγώ έβαζα και ξαναέβαζα χαρτάκια ανάμεσα στα δάχτυλά του. Στο τέλος ξεφώνιζε τόσο δυνατά που δεν άντεξα. Έπεσα κάτω από τα γέλια και ένοιωσα το παντελόνι μου να μουσκεύει. Είχα κατουρηθεί επάνω μου και δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Ήταν ο θείος Λύδιος, που η μητέρα μου είχε καλέσει έντρομη να έρθει, ο οποίος τελικά τον έλυσε. Το ίδιο κιόλας βράδυ εξαφανίστηκε, χωρίς να αφήσει καν ένα σημείωμα, χωρίς να δώσει ούτε μια εξήγηση στην μητέρα μου που δε φάνηκε να ενοχλείται ιδιαιτέρως. Δεν έχασε ούτε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της, ούτε αναστέναξε θλιμμένα καπνίζοντας κάτω από τον τεράστιο απορροφητήρα της κουζίνας. Η ζωή της συνεχίστηκε όπως ακριβώς και πριν. Εξάλλου γνωρίζω πως στην ουσία η μητέρα μου ποτέ δεν είχε χωνέψει στο πριγκηπικό της στομάχι το γεγονός ότι ο άντρας της ήταν ένας κοινός αγροίκος, που αν και προερχόμενος από την ανώτερη τάξη, όντας γιος έλληνα ναυάρχου και αγγλίδας λαίδης, δε δίσταζε να ρευτεί δημοσίως ή να χώσει το μικρό του δαχτυλάκι, εν πλήρη θέα, βαθιά στο κάθε του ρουθούνι ή ακόμη και να της απευθυνθεί δημοσίως με το όνομά της. Επιπλέον ασκούσε το αηδιαστικό επάγγελμα του γιατρού που η μητέρα μου θεωρούσε ως το πιο χαμερπές επάγγελμα που μπορούσε να κάνει άνθρωπος.
«Αηδία» έλεγε στις φίλες της, κουνώντας με φρίκη τη λεπτή βεντάλια της, κάτω από αίθριο της βίλας «αηδία σας λέω» και ξίνιζε το εύθραυστο πρόσωπό της που από τα πολλά ξινίσματα γέμισε γρήγορα βαθιές ρυτίδες και άγριες γραμμές.
«Μα Δωροσεβάστεια, το να είσαι γιατρός σήμερα θεωρείται πολύ σικ, n'est-ce pas?»
Τα φλιτζάνια κροτάλιζαν, τα κουταλάκια αναδεύονταν αργά, οι καφέδες και τα τσάγια γλιστρούσαν πάνω στις γλώσσες.
«Δεν ξέρω τι pas και n’est-ce pas» μουλάρωνε εκείνη «αλλά εσάς οι άντρες σας δεν βάζουν θερμόμετρα σε μασχάλες, ούτε χώνουν τα δάχτυλα τους σε λαρύγγια, ούτε ζυμώνουν φουσκωμένα στομάχια. Αυτά κάποτε τα έκαναν υπηρέτες και ακόμη και σήμερα οι γιατροί αυτό είναι και όποια δε συμφωνεί της τον χαρίζω! Τον θέλει καμία;»
Και οι φίλες της χαμογελούσαν όπως συνηθίζουν να χαμογελούν σε αυτές τις περιπτώσεις οι γυναίκες. Δεν ήταν και λίγο να τους μπαίνουν έστω και φευγαλέα ιδέες για έναν τέτοιον άντρα. Και μάλιστα ιδέες βαλμένες από την ίδια του τη γυναίκα. Αυτό και αν ήταν ερεθιστικό για εκείνες!
Ο γιατρός ήταν ένας άντρας ψηλός, με ειρωνικό χαμόγελο σατράπη, διαβολικά φρύδια, λεπτή ελληνική μύτη και περιποιημένο μούσι. Με το που έμπαινε στο σπίτι εν ώρα επισκέψεων, ένοιωθες τη γενική αναταραχή που ξεσήκωνε. Φαντάζομαι οι κυρίες θα υγραίνονταν όλες, ονειρευόμενες τα κρύα μαγουλά τους ακουμπισμένα πάνω στο ζεστό του στήθος ή τους γλουτούς του να σπρώχνονται κάτω από τη μέση τους. Μόνο η μητέρα μου, έτρεχε να του φέρει αντισηπτικό για να πλυθεί ολόκληρος και πολλές φορές κρατούσε τη μύτη της καθώς τον συνόδευε σπρώχνοντας προς την τουαλέτα. «Πλύσου, πλύσου» έλεγε σφίγγοντας τα δόντια της και αν μπορούσε θα τον έτριβε με την αλογόβουρτσα, βγάζοντάς του το δέρμα. Το δέρμα εκείνο που η αντρική μυρωδιά του έκανε όλες τις γυναίκες να λιγώνονται με το που πλησίαζε, λίγο παραπάνω από το κανονικό, δίπλα τους.
Υπήρχε μια γειτόνισσα, η Λεύκυια. Ψηλή, αδύνατη, χωρίς στήθος και με αφύσικα λευκό πρόσωπο. Συνήθιζε να δένει τα χλωμά κόκκινα μαλλιά της σε δυο στρογγυλές κοτσίδες γύρω από το κεφάλι της σαν πύρινο φωτοστέφανο. Είχε χιλιάδες φακίδες. Κάθε εκατοστό του σώματός της πρέπει να ήταν καλυμμένο με αυτές, ως και μέσα στα νύχια είχα δει να σχηματίζονται αυτές οι ψιλές καφετιές βουλίτσες. Παρατηρούσα έκθαμβος την κατάστικτη επιδερμίδα της και κάθε μέρα έβαζα στοίχημα με τον εαυτό μου πως την επόμενη φορά που θα την έβλεπα θα υπήρχαν φακίδες ως και μέσα στο ασπράδι των ματιών της. Συνήθιζε να έρχεται για επισκέψεις δυο φορές την εβδομάδα μαζί με άλλες φίλες της μητέρας μου. Φορούσε πάντα λευκά ρούχα. Παντελόνια με εκπληκτική τσάκιση, ψιλά ζακετάκια με ολοστρόγγυλα λαμπερά κουμπιά, μαργαριταρένια κολιέ, κάτασπρα γυαλιστερά λουστρίνια με μπαρέτες σα μικρό κοριτσάκι και στο χέρι κρατούσε μια μικρή τσάντα στο χρώμα του ξεπλυμένου καρότου, η οποία έδενε τέλεια με το χρώμα των κοτσίδων της. Έμπαινε στο σπίτι χτυπώντας με ελαφρά στο κεφάλι με τα λευκοντυμένα χέρια της. Όπως χτυπάνε ένα χαριτωμένο σκυλάκι. «Ραφαήλ, χρυσό μου» χαμογελούσε, δείχνοντάς μου τα σαν στρατιωτάκια στοιχισμένα δόντια της και μου έχωνε μια καραμέλα ζελέ με άρωμα τσάι λεμόνι στο χέρι. Δεν μπορούσα να πηδήξω στον αέρα για να της κάνω σκυλίσιες φιγούρες, ούτε είχα ουρά για να την κουνήσω με ευγνωμοσύνη –αν και πολλές φορές είχα ευχηθεί να μου φυτρώσει μία, ευχόμενος έτσι να δείξω πόσο ξεχωριστός είμαι- όμως της χαμογελούσα κι εγώ πλατιά, δείχνοντας ως ανταπάντηση τα δικά μου στραβά δόντια που πάσχιζαν να φυτρώσουν όπου μπορούσαν μέσα στο στόμα. Υποθέτω πως τα δόντια μας συνεννοούνταν μια χαρά μεταξύ τους γιατί ποτέ δε χρειάστηκε να πούμε κάτι παραπάνω. Έβγαζε τα γάντια της, τα έβαζε μέσα στην τσάντα της, μου ξαναχαμογελούσε και φιλούσε σταυρωτά τη μητέρα μου.
Ένα απόγευμα που δεν την περιμέναμε, χτύπησε ανάστατη το κουδούνι. Έτρεξα να ανοίξω χοροπηδώντας απ’ τη χαρά μου, καθώς την είχα δει απ’ το μπαλκόνι να έρχεται. Ήδη η μαλακή γεύση τσάι λεμόνι πλημμύριζε με σάλια το στόμα μου. Όμως προς μεγάλη μου ταραχή η Λεύκυια δε με πρόσεξε καθόλου, αντιθέτως με έσπρωξε για να περάσει και με αγωνιώδες βλέμμα αναζήτησε τη μητέρα μου που εκείνη την ώρα κατέβαινε απ’ τη σκάλα δένοντας τη ρόμπα της νωχελικά. Το χέρι της έτρεμε όταν την έπιασε και σχεδόν την έσυρε μέχρι το μικρό καθιστικό, κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
Στην ηλικία των δέκα ετών, δεν μπορούσα να κρατήσω εύκολα την περιέργειά μου. Κόλλησα το δεξί αυτί μου στην πόρτα κι έπειτα από δευτερόλεπτα το αριστερό μάτι μου στην κλειδαρότρυπα. Εναλλάξ το αυτί και το μάτι λες κι έτσι θα μπορούσα να πληροφορηθώ σφαιρικότερα για τα όσα λέγονταν μέσα στο δωμάτιο. Έβλεπα το ένα πόδι της Λεύκυιας να κλωτσά νευρικά τον αέρα καθώς έσκυβε προς το μέρος της μητέρας μου ενώ τα πόδια της μητέρας μου μαζεύονταν σφιχτά και τεντωμένα κάτω από την καρέκλα, όσο μακρύτερα γινόταν από το απειλητικό πόδι της Λεύκυιας.
«Είμαι σίγουρη ότι ήταν εκείνος. Είμαι τόσο σίγουρη όσο είμαι σίγουρη πως μπροστά μου έχω εσένα τώρα. Κατάλαβε με!»
Η φωνή από χαμηλή ξεσπούσε σε ξαφνικά κρεσέντο απελπισίας κι έπειτα έπεφτε πάλι και γινόταν χαμηλότερη από πριν, σα να προσπαθούσε να πείσει με αυτές τις απότομες αλλαγές πως δεν έλεγε ψέματα, πως μια φωνή που έσβηνε και άναβε την ίδια σχεδόν στιγμή δεν μπορούσε παρά να είναι αληθινή.
Η μητέρα μου κρατούσε το κεφάλι της με τα χέρια της και δεν μπορώ να θυμηθώ αν αυτή την εικόνα την είδα ή τη φαντάστηκα. Μου φάνηκε πως άκουσα κάτι σα πνιγμένο λυγμό.
«Ήταν γονατισμένος μπροστά στον Λύδιο και τον παρακαλούσε. Τον παρακαλούσε με πραγματική λατρεία.»
«Σε είδαν;»
«Ναι, νομίζω πως ο Λύδιος με είδε. Κι ίσως να με είδε και ο άντρας σου.»
Άκουσα τις παλάμες της μητέρας μου να χτυπάνε μεταξύ τους με πραγματική συντριβή. Η μητέρα μου δεν είχε ξαναχτυπήσει ποτέ τα χέρια της.
«Αχ, όχι αυτό δεν έπρεπε να γίνει! Δεν έπρεπε να σε δουν! Έπρεπε να τρέξεις»
«Μα τι λες Δωροσεβάστεια, φορούσα τις άσπρες γόβες μου!»
«Εσύ κι οι άσπρες γόβες σου! Ώρες, ώρες είσαι εντελώς ηλίθια.»
Για λίγο βασίλεψε σιωπή μες στο δωμάτιο. Η Λεύκυια βαθιά προσβεβλημένη από το χαρακτηρισμό ηλίθια, αμφιταλαντεύτηκε για μια στιγμή. Ξεσταύρωσε τις γάμπες της και το πόδι της σταμάτησε να κλωτσά χορευτικά τον αέρα.
«Τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;»
«Τι σκοπεύω; Τι σκοπεύω!»
Η μητέρα μου σηκώθηκε έξαλλη, βάζοντας τις φωνές.
«Για να σκοπεύω, πρέπει να γνωρίζω κάτι από πριν! Γνώριζα κάτι από πριν; Γνώριζα; Σε ρωτάω! Γνώριζα;»
Η φωνή της ακούστηκε σα στριγκλιά.
«Σσστ..θα μας ακούσει το παιδί» είπε σε πιο χαμηλό τόνο η Λεύκυια.
Τρομαγμένος έτρεξα αμέσως προς τη σκάλα και με δύο σάλτα βρέθηκα να κάθομαι στο ψηλότερο σημείο της. Όταν η πόρτα άνοιξε προσποιήθηκα πως είχα απορροφηθεί για τα καλά με το αυτοκινητάκι που είχα στις τσέπες μου. Η Λεύκυια μου έριξε ένα από εκείνα τα χαμόγελά της και της ανταπέδωσα με ένα από τα δικά μου. Τα δόντια μας κροτάλισαν ευτυχισμένα προτού ξανακρυφτούν.
«Ραφαήλ, εδώ είσαι!» έκανε με έκπληξη.
Πίεσα με όλη μου τη δύναμη τα ροδάκια από το αμαξάκι. Από την κορυφή της σκάλας είχα πανοραμική θέα στο μεγάλο χολ. Το φλογισμένο κεφάλι της Λεύκυιας φαινόταν από ψηλά πως στα αλήθεια είχε αρπάξει φωτιά. Σκέφτηκα κίτρινες ζεστές φλόγες να ξεπηδούν πίσω απ’ τα αυτιά της και ευχαριστήθηκα, δίχως να καταλάβω γιατί. Πολλές φορές αργότερα στη ζωή μου θα με έσωζαν παρόμοιες ονειροπολήσεις των δευτερολέπτων, αποσυμπιέζοντας όλο εκείνον τον ανεξήγητο θυμό που έκρυβα μέσα μου ή σπρώχνοντας τον ακόμη πιο βαθιά.
«Πήγαινε επάνω να παίξεις»
«Δε θέλω»
«Ραφαήλ, πρέπει να πας ..»
«Άφησε τον»
Η μητέρα μου εμφανίστηκε στην πόρτα και στάθηκε δίπλα στην Λεύκυια. Δεν ξέρω αν οι φλόγες που έγλυφαν το κεφάλι της Λεύκυιας πήδηξαν στο κεφάλι της μητέρας μου, μα την είδα να καίγεται ολόκληρη. Οι φλόγες έτρωγαν τη ρόμπα της και ένα υγρό φως έλουζε τα φρύδια της.
«Δωροσεβάστεια, θα ήταν καλύτερα να..»
Η φράση της στάθηκε μετέωρη από ένα απότομο απαγορευτικό νεύμα της μητέρας μου που της έλεγε να το βουλώσει.
«Εγώ αποφασίζω κι όχι εσύ.»
Το πρόσωπό της ήταν κάτωχρο και τα χαρακτηριστικά της σφιγμένα από μια αλλόκοτη σχεδόν ζωώδη μανία που μου άρεσε. Με καρδιοχτύπι περίμενα την επόμενη λέξη της και ήθελα να τρέξω να την αγκαλιάσω από τη μέση όπως στεκόταν εκεί, με ορθάνοιχτα μάτια από φόβο και τα δάχτυλά της να μπλέκονται σαν λαβίδες μεταξύ τους, έτοιμα να σπάσουν από την ένταση που διαπερνούσε τις φλέβες.
«Το παιδί πρέπει να ξέρει» δήλωσε αποφασιστικά ανοίγοντας ακόμη περισσότερο τα μάτια της λες και προσπαθούσε να σπρώξει τον τρόμο να φύγει από μέσα τους.
«Δωροσεβάστεια, τι λες! Τρελάθηκες!»
Η Λεύκυια ανέβηκε κι αυτή με δύο σάλτα τις σκάλες και με ανάγκασε να σηκωθώ και να σταθώ δίπλα της. Της έφτανα ως το στήθος. Το ανύπαρκτο στήθος που μύριζε καπνό και καραμέλες τσάι λεμόνι.
«Όχι, δεν τρελάθηκα! Είμαι πολύ ήρεμη. Το παιδί πρέπει να μάθει ότι ο πατέρας του είναι ανώμαλος.»
Η λέξη ανώμαλος χτύπησε μέσα μου όπως χτυπάει ένα μικρό μπαλάκι . Κάνοντάς με να αναπηδήσω στην αρχή, μα αμέσως να περιμένω ανυπόμονος για το επόμενο χτύπημα. Με πραγματική προσμονή. Το αιματηρό μου ένστικτο που ακόμη τότε δεν είχε τεθεί σε λειτουργία, αλλά υπήρχε λανθάνον κάτω από τις παιδικές μου κάλτσες και τα πρωινά τελετουργικά χτενίσματα, αναστατώθηκε σαν κοιμισμένο ζωάκι που κάποιος το ταρακουνά. Μα δεν ξύπνησε. Όμως το αίμα έβραζε πια για τα καλά. Τι ωραία που ήταν η αίσθηση να νοιώθω τις φλέβες μου να κοχλάζουν από την ηδονική εκείνη ευχαρίστηση της αναμονής ενός φρικτού ακούσματος.
«Δωροσεβάστεια!» τσίριξε τώρα η Λεύκυια και έκανε να με τραβήξει για να ανέβουμε .
«Λεύκυια βγάλε το σκασμό και άσε το παιδί. Αμέσως..»
Το υγρό φως έβγαινε πια μέσα απ’ το στόμα της. Η φωτιά έγλυφε όλο της το σώμα κάνοντας την να δείχνει πραγματικά τρομακτική. Ξαφνικά αισθάνθηκα περηφάνια να γεμίζει το στήθος μου. Η Λεύκυια έδειχνε σαν κλαράκι μπροστά της, έτοιμο να σπάσει.
«Ραφαήλ ο πατέρας σου είναι ερωτευμένος με το θείο Λύδιο. Αγαπά το θείο Λύδιο, όπως ένας άντρας αγαπά μια γυναίκα. Ο πατέρας σου είναι ανώμαλος.»
Πάλι αυτή η λέξη που γαργαλούσε τα αυτιά μου και τσιμπούσε την άκρη της γλώσσας μου.
Η Λεύκυια έβαλε το χέρι της πάνω στο στόμα. Είναι ανόητο όταν οι άνθρωποι δεν αντέχουν ένα άκουσμα, να κλείνουν το στόμα τους, αντί για τα αυτιά τους. Σα να μπορεί ο ήχος να σταματήσει μπροστά σε δυο φυλακισμένα χείλη.
Μας κοιτούσε έντρομη. Μία εμένα και μία τη μητέρα μου.
Ε’ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Δυο χρόνια μετά από την ερωτική εξομολόγηση του πατέρα μου στον θείο Λύδιο, ήταν φανερό πια πως το πάθος του για τον ξάδελφο της γυναίκας του τον είχε καταστρέψει. Τον ακολουθούσε όπου και αν πήγαινε, του έκανε σκηνές, χτυπούσε μες στα μαύρα μεσάνυχτα την πόρτα του, τον έβρισκαν τα πρωινά να τρέμει έξω από το σπίτι του, κλαψούριζε όταν έβλεπε τη σκιά του και είχε μετατρέψει το δωμάτιό του σε ναό λατρείας του αυτοκράτορα Λύδιου. Υπήρχαν φωτογραφίες του παντού, κλεμμένα δικά του μικροαντικείμενα, αποκόμματα εφημερίδων που μιλούσαν για τους ξιφομαχικούς θριάμβους του και αρχείο με τις συνεντεύξεις του. Ποθούσε να αγγίξει τον Λύδιο όσο τίποτα άλλο. Λαχταρούσε με εφηβική ορμή, να του ρίξει μια τρυφερή ματιά και ας ήταν για λίγα δευτερόλεπτα. Τα βράδια πονούσε από την ηδονή που του πρόσφεραν οι φαντασιώσεις του με τον Λύδιο. Ξυπνούσε με τρομερές στύσεις στην αρχή της νύχτας, στη μέση της νύχτας και στο τέλος της νύχτας. Ζούσε σε ένα ερωτικό παραλήρημα που όμοιο του δεν είχα ξαναδεί ως τότε.
Αργότερα θα έβλεπα και θα άκουγα αρκετά παραληρήματα με πρωταγωνιστή πάντα το ίδιο πρόσωπο.
Η επαγγελματική του φήμη κατέρρευσε, οι συγγενείς έπαψαν να του μιλούν και εγώ με τη μητέρα μου απλώς διαγραφτήκαμε από το σύμπαν του, σαν να μην είχαμε ποτέ αποτελέσει ένα μέρος του. Όταν τον προσφωνούσα μπαμπά, με κοιτούσε αφηρημένα και έψαχνε να βρει ψιλά στην τσέπη του για να με διώξει. Φερόταν στη μητέρα μου με πραγματική αηδία και τώρα ήταν εκείνος που έτρεχε να πλυθεί μόλις εκείνη τον άγγιζε έστω και τυχαία. Και ένα απόγευμα, την έσυρε από τα μαλλιά μέσα σε όλο το σπίτι, επειδή τόλμησε να βρίσει τον θείο Λύδιο. Μετά από λίγες ώρες τον έκαιγα ζωντανό και ο θείος Λύδιος ερχόταν εσπευσμένα στο σπίτι μας για να τον ηρεμήσει. Έμειναν κλεισμένοι δυο ώρες μέσα στο δωμάτιο.
Ημερολόγιο του πατέρα μου:
«Είμαι τρελός πια για αυτόν. Δεν μπορώ άλλο να ζω κοντά του και να μη μου επιτρέπεται να τον αγγίζω. Ήταν στο δωμάτιο μου πριν λίγο. Μαζί μου, κοντά μου....Αν ήξερα ότι ήταν τόσο εύκολο να τον έχω δίπλα μου θα επέτρεπα στον Ραφαήλ να με καίει και να με δένει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε δευτερόλεπτο. Έβαλα τα κλάματα μπροστά του. Τον παρακάλεσα να τον αγγίξω έστω για μια φορά. Τον ικέτεψα. Μόνο για μια φορά. Και μετά θα έφευγα. Θα εξαφανιζόμουν. Θα φύγω, θα εξαφανιστώ. Δέχτηκε και μου άπλωσε το χέρι του. Το κράτησα για λίγο φυλακισμένο ανάμεσα στις παλάμες μου. Η ροή του αίματος του συγχρονίστηκε για λίγο με τη δική μου. Το ζεστό και νευρώδες χέρι του, δικό μου χέρι έστω για τόσο λίγο. Τι ευτυχία. Ήθελα να τον αγκαλιάσω και να τον φιλήσω σαν τρελός όμως ήξερα πως αυτό θα ξεπερνούσε για εκείνον τα όρια. Θα σήμαινε την καταστροφή..»
Ημερολόγιο της μητέρας μου με πρόσφατη ημερομηνία:
«Τον παρατηρώ την ώρα που κοιμάται. Η θέα του κάνει την αναπνοή μου να βγαίνει με δυσκολία. Στέκομαι από πάνω του και τον αγγίζω απαλά για να μην τον ξυπνήσω. Αγγίζω το μέτωπο, τη μύτη, τα χείλη του. Χαϊδεύω τα μαλλιά του. Ποθώ τα χείλη του όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Αν είμαι βέβαιη πως κοιμάται πολύ βαθιά, σκύβω επάνω του και τολμώ να ακουμπήσω τα χείλη μου πάνω στα δικά του. Με διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα. Νοιώθω πως αρπάζω φωτιά. Μια απίστευτη ευχαρίστηση καίει το κάτω μέρος της κοιλιάς μου και ξαφνικά δεν μπορώ να αναπνεύσω καθόλου. Πολλές φορές τολμάω να κατέβω πιο κάτω. Το χέρι μου διαγράφει απαλούς κύκλους πάνω στο στέρνο του και μπορώ να αφουγκράζομαι τον ήσυχο χτύπο της καρδιάς του καθώς κοιμάται. Ακουμπώ το αυτί μου στο στήθος του, μα το κάνω τόσο μαλακά που δεν καταλαβαίνει τίποτα. Κάποιες στιγμές μόνο η ανάσα του αλλάζει και καθώς ακούω τον αέρα μέσα από το σώμα του, αισθάνομαι σα να βρίσκομαι κλεισμένη στο σύννεφο της αναπνοής του. Είναι η απόλυτη ευτυχία . Θα ήθελα να τραβήξω σιγά σιγά το σαγόνι του και καθώς το στόμα του θα ανοίξει ζεστό από τον ύπνο, να γλύψω απαλά τη γλώσσα του και έπειτα να αρπάξω τα χείλη του στο πιο παθιασμένο φιλί που έχει ποτέ δώσει γυναίκα σε άντρα. Μα δεν μπορώ να το κάνω. Αν ξυπνήσει θα αρχίσει να κλειδώνει την πόρτα του για να με κρατήσει μακριά. Μεγαλύτερη δυστυχία δεν μπορώ να φανταστώ. Πρέπει να αρκεστώ σε αυτά τα κρυφά χάδια. Στα μυστικά βλέμματα. Στα γρήγορα αγγίγματα...Στο να σκεπάζω με την παλάμη μου τη στύση του όταν κοιμάται, τόσο σιωπηλά ώστε το χέρι μου να είναι φτερούγα και όχι χέρι. Και να μην μπορώ να απολαύσω αυτόν τον ερεθισμό. Να μην μπορώ να τον ξυπνήσω και να του δείξω πως εγώ τον προκάλεσα με τα αθόρυβα χάδια μου. Να μην μπορώ ..Να μην μπορώ.»
Η ημερομηνία είναι πριν αρχίσει να φοράει γλόμπους στα αυτιά της, πριν αρχίσει να φυτεύει ρίζες στα μαλλιά της και κυρίως πριν αρχίσει να κυνηγά παντού τον θείο Λύδιο με μαγικά ραντίσματα και ξόρκια.
Και οι δυο γονείς μου δεν κρατούσαν ποτέ ημερολόγιο, παρά μόνο όταν άρχισε να τους σαλεύει από τον κοινό αυτό έρωτα. Αναρωτιέμαι ποια να είναι η δική μου μοίρα. Θα πρέπει να αρχίσω να παρατηρώ τον θείο Λύδιο με φρίκη ή να δω μακριά στο μέλλον την ξεκάθαρη βεβαιότητα πως κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί και με μένα;
Τα χρόνια που περνούν θα δικαιώσουν εμένα και μόνο εμένα. Είμαι ο μόνος που θα κατορθώσει να αντισταθεί ως το τέλος στην ερωτική γοητεία του θείου Λύδιου και μάλιστα δίχως καμία ιδιαίτερη προσπάθεια. Ίσως από τύχη, ίσως επειδή πήρε τη θέση του πατέρα μου, αμέσως μόλις εκείνος εξαφανίστηκε. Στο πρόσωπό του είχα μάθει να αντικρίζω την πατρική φιγούρα και όχι τον πανέμορφο άντρα που ξετρέλαινε γυναίκες και άντρες. Βοηθούσε βέβαια κι εκείνος με την παράξενη συμπεριφορά του. Πάντα ήμουν ένα ευαίσθητο παιδί που τρόμαζε απ’ ό,τι έβγαινε έξω από τις συνηθισμένες νόρμες. Με έναν φόβο κρυφό και βίαιο που ανεξέλεγκτος παρέλυε κάθε πιθανότητα να αντιδράσω με ψυχραιμία. Έκλαιγα και φώναζα πολύ εύκολα και το έσκαγα ακόμη πιο εύκολα. Έγινα ένας ακόμη πιο ευαίσθητος έφηβος και αργότερα ένας εσωστρεφής νεαρός άντρας. Και ο θείος Λύδιος το μόνο που ήξερε να κάνει ήταν να δοκιμάζει διαρκώς τα όρια της αντοχής του φόβου μου. Όταν αποφάσισα να μη δώσω εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, μού έκανε ένα δώρο ένα σπορ αυτοκίνητο, συγχαίροντας, όπως είπε, το απαράμιλλο θάρρος μου. Η μητέρα μου δεν μου μιλούσε για πολλούς μήνες. Το γεγονός πως ο γιος της δεν θα σπούδαζε την είχε βυθίσει σε απόγνωση, ταρακουνώντας βίαια τον χρυσοποίκιλτο οικογενειακό κορμό που είχε στήσει εν μέσω του σπιτιού ως σπονδυλική στήλη. Ώρες ολόκληρες χανόταν σε φρικτές ονειροπολήσεις όπου η βασιλική μου πλάτη παρέμενε σκυμμένη πάνω από ένα χωράφι ή χρησίμευε ως υποπόδιο για τις βρωμερές μπότες κάποιου γλοιώδους υποκείμενου που απολάμβανε την άρρωστη εξουσία του πάνω στις πλάτες ενός αριστοκράτη νεαρού. Υπέφερε από αυτά τα σιχαμερά οράματα.
«Τουλάχιστον Λύδιε μάθε τον ξιφασκία. Είναι πολύ comme il faut άθλημα. Αφού δε θέλει να σπουδάσει ας κάνει τουλάχιστον κάτι που να ταιριάζει με το όνομά μας!»
«Άθλημα;» γελούσε ο θείος Λύδιος. «Άθλημα;» ξαναρωτούσε με προσποιητή έμφαση. «Ξαδέλφη εγώ γεννήθηκα δολοφόνος, ο γιος σου γεννήθηκε ελάφι.»
«Τι πάει να πει αυτό Λύδιε;»
Η μητέρα μου τραβούσε νευρικά την κλωστή που ως εκείνη την ώρα είχε κεντήσει και περίμενε την απάντηση του θείου Λύδιου, ξηλώνοντας όλο το τελάρο με τα δάχτυλά της να καρφώνονται σαν πόδια αράχνης στο ξύλινο πλαίσιο.
«Να το σκεφτείς μόνη σου. Δε συνηθίζω να σκέφτομαι για τους άλλους. Έτσι δεν είναι αγόρι μου; Ποτέ δε σκεφτόμαστε για τους άλλους!»
Και με χτυπούσε φιλικά, πότε στον ώμο, πότε στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Χαμογελούσα σα ζωντανό και η καρδιά μου βούλιαζε στο πιο βαθύ σημείο του σώματός μου. Ελάφι;
Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν με τράβηξε η ξιφασκία. Δεν είχα ζηλέψει ούτε την λευκή στολή, ούτε το ξίφος, ούτε τη φήμη του θείου μου και δεν είχα ποτέ φανταστεί τον εαυτό μου να ξιφασκεί. Η κύρια ασχολία μου ήταν οι ονειροπολήσεις και αυτές επιθυμούσα να συνεχίσω ανενόχλητος. Αρνήθηκα να διδαχτώ ξιφασκία από τον θείο Λύδιο και έκανα κάτι που ήξερα εκ των προτέρων ότι θα εξαγρίωνε την μητέρα μου. Αποφάσισα να διδαχτώ χορό μην έχοντας καμία έφεση σε αυτόν.
«Μην ξεχνάς πως ο πατέρας σου ερωτεύτηκε παράφορα έναν άντρα. Τέτοιος θα γίνεις κι εσύ; »
Κουνούσε το κεφάλι της με ειρωνεία, καθώς εγώ περιστρεφόμουν προσεχτικά γύρω από τα κινέζικα βάζα και τις ιταλικές πορσελάνες Capo di Monde. Φορούσα επιδεικτικά τις πουέντ μπροστά της και έκανα εξάσκηση στις ποζισιόν, χρησιμοποιώντας ως ράμπα την πλάτη της πολυθρόνας της. Ο θείος Λύδιος ενθουσιάστηκε μαζί μου. Στις πρόβες μου θυμόταν τις απαράμιλλες χορευτικές φιγούρες που εκτελούσε την ώρα που ξιφασκούσε, αφήνοντας τους αντιπάλους με ανοιχτό το στόμα από την έκπληξη του αιφνιδιασμού.
Αρχίσαμε να κάνουμε μαζί πρόβες στα battement tendu και στα en croi. Η πλάτη της πολυθρόνας ξεθώριασε από το σφίξιμο των δαχτύλων μας και η μητέρα μου αναγκάστηκε να αλλάξει θέση. Προτιμούσε την ώρα που εξασκούμασταν να βγαίνει έξω για ψώνια ή να κλείνεται στο δωμάτιο της, περιμένοντας να περάσει η φρενίτιδα. Ο θείος Λύδιος φώναζε πολύ την ώρα της πρόβας. Δεν τον είχα συνηθίσει να φωνάζει με τέτοια ένταση και τόσο αγριεμένος και πρέπει να πω πως το θέαμα του αναψοκοκκινισμένου προσώπου του μου προκαλούσε ταραχή, αναγκάζοντας με να αγωνιώ πολλές φορές για το αν χρησιμοποιώ το σωστό πόδι ή αν η κίνησή μου συμβαδίζει με το ρυθμό της μουσικής.
«Και πάμε! Πάμε λέω!»
Κρατούσε μια ψιλή βίτσα και κάθε φορά που καθυστερούσα και στο ελάχιστο μου χτυπούσε τα πόδια με όλη του τη δύναμη. Οι μηροί μου ήταν γεμάτοι μελανιές, οι γάμπες μου το ίδιο και τα γόνατά μου είχαν γίνει πιο σκληρά και από πέτρες. Δε διαμαρτυρόμουν καθόλου. Υπέμενα κάθε χτύπημα με πλήρη αδιαφορία και με τη βαθιά πεποίθηση πως μου άξιζε.
«Είσαι αργός ανιψιέ! Αργός! Που χαζεύεις! Port de bras! Port de bras!» ούρλιαζε και αμέσως μετά άκουγα το συριχτό ήχο της βέργας καθώς προσγειωνόταν με λύσσα πάνω στα χέρια μου. Ούτε καν είχα διανοηθεί να δείξω πως πονάω ακόμη και όταν τεντώνοντας το χέρι μου πάνω από το κεφάλι μου, αισθανόμουν τον πόνο να τρυπάει αφόρητος τις άκρες των δαχτύλων μου ως και το θώρακα, συνεχής και ενιαίος σαν μια λόγχη να είχε βυθιστεί μέσα στα νεύρα του χεριού.
Ο θείος Λύδιος ήταν εκπληκτικός στα πηδήματα balon όπου φαινόταν σα να πετάει στον αέρα σαν ανθρώπινο ελατήριο, στα arabesque τεντώνοντας το πόδι του με χάρη και με θαυμαστή ισορροπία πίσω και στα grand jete, πηδώντας ψηλά και εντελώς αλύγιστος σαν ιπτάμενο άγαλμα. Ήταν οι χορευτικές φιγούρες που του έδωσαν το όνομα Νουρέγιεφ της ξιφασκίας και έκαναν τους συναθλητές και αντιπάλους του να μην ξέρουν από πού θα τους έρθει το επόμενο χτύπημα. Τους ζάλιζε όπως ζαλίζει μια χορεύτρια το κοινό της, στροβιλιζόμενος και ιπτάμενος με φοβερή ακρίβεια στο αυστηρό πλάτος της πίστας ξιφασκίας, μην πλησιάζοντας καν τις προειδοποιητικές γραμμές. Ένας από τους μεγαλύτερους αντιπάλους του, την πρώτη φορά που αγωνίστηκε μαζί του, απαίτησε να ακυρωθεί ο αγώνας, χτυπώντας το χέρι του πάνω στο τραπεζάκι της επιτροπής και φωνάζοντας πως αυτός είχε έρθει να αγωνιστεί με ξιφομάχο και όχι με μια γελοία μπαλαρίνα. Έκπληκτος είχε δει μπροστά του έναν χορευτή μπαλέτου να πηγαινοέρχεται γύρω του σα σβούρα, σιγοτραγουδώντας τη μελωδία waltz in Α’ minor του Σοπέν και πριν προλάβει να καταλάβει τι γίνεται, ο θείος Λύδιος του είχε καταφέρει δυο τρία αγγίγματα με την αιχμή του ξίφους κερδίζοντας τους πόντους μαζεμένους. Στην αγριεμένη αντεπίθεση του ο θείος Λύδιος είχε αντιδράσει με μια εκπληκτική πιρουέτα en dehors και αμέσως μετά με μια σειρά αργών, κοφτών βημάτων που έρρεαν ομοιόμορφα σαν κρυστάλλινο νεράκι, ένα adage αντάξιο σπουδαίου χορευτή. Στο τελευταίο βήμα, λύγισε τα γόνατα σε ένα grand plie και εκτοξεύτηκε με τόση δύναμη προς τη μεριά του εμβρόντητου αντιπάλου ώστε τον απώθησε εκτός γραμμών. Το κοινό πρόλαβε να δει ένα υπερμέγεθες λευκοντυμένο βατράχι με προτεταμένο ξίφος που ακούμπησε με απίστευτη κομψότητα τη βέστα του αντιπάλου του πριν τον σπρώξει έξω. Δυνατά χειροκροτήματα σκέπασαν τον αγωνιστικό χώρο και το κοινό όρθιο επευφημούσε. Λίγα λεπτά αργότερα εκείνο το χτύπημα του χεριού μπροστά από την επιτροπή ήταν που χάλασε τα σχέδια του χαμένου. Τα μέλη πεισμάτωσαν, ο κόσμος ενθουσιάστηκε με την απόφαση να μην ακυρωθεί ο αγώνας και ο μύθος του χορευτή ξιφομάχου είχε αρχίσει να χτίζεται.
Δεν μπορούσα ούτε κατά διάνοια να πετύχω όσα μπορούσε εκείνος. Το σώμα μου βαρυκόκκαλο και ψηλό δεν ήταν πλασμένο για χορευτικές φιγούρες. Δεν είχα την παραμικρή κλίση στον χορό. Μονίμως έβγαινα εκτός ρυθμού και τα πόδια μου χτυπούσαν κάτω σαν δοκάρια που προσπαθούσαν να μπηχτούν στο έδαφος.
Στο τέλος απελπίστηκε κι εκείνος με την αδεξιότητά μου και παράτησε τα μαθήματα. Έπαψε να έρχεται τα απογεύματα.
«Αυτό είναι που λέμε ανεπίδεκτος μαθήσεως ανιψιέ. Είσαι ο ακριβής ορισμός!»
Δε στενοχωρήθηκα ιδιαιτέρως. Συνέχισα μόνος μου την εξάσκηση με πείσμα βάζοντας στη διαπασών Τσαΐκόφσκυ. Ο μοναδικός μου σκοπός ήταν να σπάσω τα νεύρα της ούτως ή άλλως υπερευαίσθητης μητέρας μου η οποία στο πρόσωπό μου έβλεπε μια άλλη αδελφή στην οικογένεια. Κατάντησε ένα διασκεδαστικό παιχνίδι το να προσπαθώ να ενισχύω αυτήν της την πεποίθηση, βλέποντάς την να δαγκώνει νευρικά τα νύχια της ξεφλουδίζοντας τελετουργικά τα πετσάκια ή να στριφογυρίζει με μανία τις αχυρένιες τούφες των μαλλιών της γύρω από τα δάχτυλά της. Κάποιες φορές, μπορώ να ορκιστώ πως με κοιτούσε με πραγματικό μίσος. Ποιος ξέρει τι διέβλεπε στο απαθές πρόσωπό μου και στα γρήγορα πηδηματάκια του allegro μου μέσα στο σαλόνι γύρω από την μπερζέρα; Άλλον έναν άντρα που θα την εγκατέλειπε όπου να’ ναι για τα μάτια του θείου Λύδιου ή ένα δυνατό αντρικό σώμα, που είχε βγει από την ίδια της τη μήτρα, να ασφυκτιά στα στενά κολάν λύκρας; Ωραίες ημέρες τότε! Τι έξοχη διασκέδαση! Η μητέρα μου έδινε πάντα υπερβολική σημασία στις αξίες ξεχνώντας πόσο λίγη σημασία έδιναν οι αξίες σε αυτήν. Με είχε γεννήσει περνώντας στα γονίδιά μου την ικανότητα να αντιλαμβάνομαι τον ήχο του σαρκαστικού γέλιου όλων της των αξιών την ίδια στιγμή που εκείνη πάλευε να γεμίσει καλά με αυτές τις φόδρες των φουστανιών της, τα γάντια της, τις τσάντες και τα καπέλα της.
ΣΤ’ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ήταν μια μέρα κοινού περιπάτου με τον θείο Λύδιο στον κεντρικό δρόμο με τις στοές. Ψάχναμε για μερικά μαντήλια που να ταιριάζουν με τα σακάκια του όταν συναντήσαμε κάποιον παράξενο άνθρωπο ο οποίος επέμενε να του δώσει ελεημοσύνη ο θείος, δίχως φυσικά να γνωρίζει πόσα καβούρια είχε στις τσέπες του. Έμοιαζε με μαϊμού και η όψη του ήταν τόσο αποκρουστική που αισθάνθηκα αναγκασμένος να ψάξω τις τσέπες μου για να του δώσω ένα νόμισμα. Έκανε μια βαθιά θεατρινίστικη υπόκλιση καθώς έσφιξε τα χρήματα στη χούφτα του και ύστερα αμέσως αναπήδησε σαν μαριονέττα και στάθηκε προσοχή μπροστά από τον θείο Λύδιο.
«Κάπου σας ξέρω!»
«Ένας ζητιάνος που απευθύνεται στους πελάτες του στον πληθυντικό!» έκανε με ειρωνική έκπληξη ο θείος Λύδιος και με τράβηξε να συνεχίσουμε το δρόμο μας.
Όμως ο ζητιάνος μπήκε μπροστά μας κλείνοντας το δρόμο. Χαμογελούσε, αφήνοντας να φανεί ένα χαώδες κενό μέσα στο στόμα του. Ο θείος ξερόβηξε φανερά ενοχλημένος και τον κεραυνοβόλησε με ένα λάβρο βλέμμα.
«Μα σας ξέρω! Περιμένετε λίγο να θυμηθώ ποιος είστε! Θα το βρω!»
«Βρε τι πάθαμε!» έσκυψε και μουρμούρισε προς το μέρος μου «Άντε να δούμε ποιος είμαι!»
Και ενώ περίμενε στωικά την προφανή απάντηση «είστε ο γνωστός Ολυμπιονίκης και τα λοιπά και τα λοιπά…» για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε ανενόχλητοι το δρόμο μας, ο ζητιάνος τράβηξε απότομα το πηγούνι του και αναφώνησε χτυπώντας τις παλάμες του θριαμβευτικά:
«Μα ναι! Είστε ο έμπορος με τις ντουζιέρες και τους νιπτήρες!»
Ο θείος Λύδιος έμεινε για λίγο ακίνητος.
«Μα ναι, ναι!» έκανε πιο χαρούμενα τώρα ο ζητιάνος. «Ο έμπορος που με καλοτάισε πέρυσι στο σπίτι του! Αχ κύριε κύριε ο Θεός να σας έχει καλά!»
Και προσδοκώντας σε ένα καινούριο τάισμα όρμηξε με ακράτητη χαρά για να φιλήσει το χέρι του. Ο θείος Λύδιος στεκόταν ακόμη ακίνητος και παρατήρησα πως ήταν έτοιμος να πάθει αποπληξία. Ήταν κίτρινος σαν το κερί με τα μάγουλα αφύσικα κόκκινα και τα μάτια γουρλωμένα. Το στόμα του είχε στραβώσει σα να ετοιμάζονταν να κάνει εμετό. Με μια απαξιωτική κίνηση έκανε πέρα τον ζητιάνο και προχώρησε γρήγορα προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που αρχικά πηγαίναμε.
Δεν του είχε ξανατύχει να μην τον αναγνωρίσουν. Αυτό ισοδυναμούσε με την αρχή του θανάτου για αυτόν. Μα κυρίως δεν του είχε ξανατύχει να τον μπερδέψουν με έναν ντουζιέρη. Η αρχή ενός οδυνηρού θανάτου.
«Με ντουζιέρη..Με ντουζιέρη! Και να πουλάω νιπτήρες! Ανιψιέ θέλω να μου φέρεις μερικά διαφημιστικά με σιφώνια. Υπάρχουν;»
Το επαναλάμβανε κάθε πρωί μπροστά στον καθρέφτη του, φτιάχνοντας σχολαστικά το μαντήλι του κι ύστερα έπαιρνε την αγαπημένη του πολυθρόνα, τη μετέφερε μπροστά από την πόρτα του μεγάλου μπαλκονιού και καθόταν εκεί με τις ώρες ντυμένος στην τρίχα. Είχα αρχίσει να ανησυχώ πολύ σοβαρά. Άρχισα να ψάχνω για εκείνον τον ζητιάνο. Έπρεπε οπωσδήποτε να τον φέρω να γονατίσει μπροστά του, αραδιάζοντας απ’ έξω σε χρονολογική σειρά όλους τους αγώνες του, όλους τους αντιπάλους, όλες τις νίκες και όλα τα μετάλλιά του. Τα είχα αποστηθίσει τόσο καλά που θα τον έκανα ξεφτέρι μέσα σε λίγες ώρες. Όμως λες και είχε ανοίξει η γη και τον είχε καταπιεί. Έψαξα σε όλα τα στέκια που συχνάζουν επαίτες, σε κάθε πλατεία, σε κάθε σταθμό, σε όλες τις γωνίες και σε όλες τις γειτονιές της πόλης. Ρώτησα για αυτόν περιγράφοντας με λεπτομέρειες την πλακουτσωτή του μύτη, τα βρώμικα ρούχα του και τα τρύπια παπούτσια του. Κανείς!
Και ενώ ήμουν σίγουρος πια πως είχε φύγει για κάποια άλλη πόλη, ο θείος Λύδιος μου αποκάλυψε πως ο ζητιάνος αυτός τον επισκέπτονταν κάθε απόγευμα.
«Έρχεται το σούρουπο ανιψιέ και μου κάνει λίγη παρέα. Τελικά είναι συμπαθέστατος κύριος!»
Παραφύλαξα την ίδια κιόλας μέρα. Κρύφτηκα στην τραπεζαρία που επικοινωνούσε με το σαλόνι μέσω μιας συρόμενης πόρτας και περίμενα. Δεν άκουσα το κουδούνι, ούτε την πόρτα να χτυπάει και όμως την ώρα που μου είχε πει άκουσα ομιλίες. Άνοιξα αργά τη συρόμενη πόρτα και κόλλησα το μάτι μου στη σχισμή που σχηματίστηκε. Έβλεπα τον θείο Λύδιο από το πλάι. Είχε σταυρώσει τα πόδια του και ακουμπούσε τα χέρια του στα μπράτσα της πολυθρόνας. Μιλούσε χαμηλόφωνα και σε πολύ σοβαρό ύφος. Τα παπούτσια του γυάλιζαν. Κάθε μέρα τα άλειφε με ειδικό κερί. Τα κορδόνια στέκονταν στητά, κερωμένα και αυτά, σαν ξερά πόδια ψόφιου εντόμου.
«Νομίζω πως η γυναίκα με τα δύο πρόσωπα σήμερα είναι χλωμή.»
Πέτρωσα. Σκέφτηκα πως ή δεν είχα ακούσει καλά ή πως ο θείος Λύδιος έκανε κάποιο από τα αστεία του στον επισκέπτη του. Την ίδια στιγμή σηκώθηκε απότομα και έκλεισε το παράθυρο πίσω του. Δεν μπορώ να ξεχάσω ακόμη και σήμερα το συναίσθημα εκείνο. Τη φρίκη καθώς διαπίστωσα πως η διπλανή του πολυθρόνα ήταν άδεια.
«Ανιψιέ, έλα μέσα, μην κρύβεσαι σα κλέφτης!»
Και λέγοντας αυτά τα λόγια ήρθε στην πόρτα και την άνοιξε. Κόντεψα να γκρεμιστώ καθώς δεν περίμενα κάτι τέτοιο.
«Πάντα αδέξιος Ραφαήλ. Ούτε να κρυφτείς σωστά δεν μπορείς!»
Και γυρίζοντας προς την άδεια πολυθρόνα ζήτησε συγγνώμη για την αδεξιότητα του ανιψιού του. Φαίνεται πως ο αόρατος επισκέπτης απάντησε κάτι πολύ πνευματώδες γιατί ο θείος Λύδιος χαμογέλασε με μεγάλη ευχαρίστηση.
«Ραφαήλ, έχω να σου πω κάτι και άκουσέ με καλά σε παρακαλώ. Ξέρω πως αυτή τη στιγμή ακριβώς που με κοιτάς με αυτό το μοσχαρίσιο βλέμμα, λες μέσα σου πως είμαι τρελός για δέσιμο. Κοιτάς δίπλα μου και βλέπεις ένα κενό. Αναρωτιέσαι σε ποιον απευθύνομαι και κυρίως αν τα έχω χαμένα. Και όμως αυτός ο άνθρωπος κάθεται ακριβώς δίπλα μου και μπορώ να σου περιγράψω και πως είναι. Είναι αξύριστος με γένια πέντε – έξι ημερών, φοράει καπέλο, ένα μαύρο σακάκι με τρύπιες τσέπες, μαύρο παντελόνι σε λίγο καλύτερη κατάσταση και είναι εξαιρετικά καθαρός, όμως τόσο άσχημος όσο την πρώτη φορά που τον αντικρίσαμε στο εμπορικό κέντρο.»
Και βλέποντάς με να μην αντιδρώ κούνησε απογοητευμένος το κεφάλι του.
«Είναι δύσκολο να με πιστέψεις, το ξέρω καλά αυτό. Όμως από την άλλη είναι πανεύκολο να με πιστέψεις. Και εσύ ως συνήθως θα διαλέξεις ό,τι κάνει την κατάσταση πιο δύσκολη. Δεν μπορώ καν να σου προτείνω να διαλέξεις και να πάρεις. Έχεις ήδη διαλέξει.»
«Θείε, θέλετε να σας φέρω ένα ζεστό καφέ;»
Η φωνή μου έτρεμε. Τον λυπόμουν και με φόβιζε ταυτόχρονα. Φοβόμουν αυτό που δεν μπορούσα να πιστέψω ή μάλλον φοβόμουν το γεγονός πως δεν μπορούσα να πιστέψω αν και ίσως να έπρεπε. Κατέληξα να μπερδευτώ χειρότερα και το μόνο που ήθελα ήταν να με στείλει οπουδήποτε, εάν ήταν δυνατόν ακόμη και με τις κλωτσιές.
«Άσε τους καφέδες Ραφαήλ και επιτέλους μην τρέμεις σαν άρρωστο άλογο! Βλέπω όσα δεν μπορείς να δεις εσύ. Εκτός και αν μου πεις πως τα βλέπεις όλα.»
Φυσικά και δεν μπορούσα να κάνω μια τέτοια δήλωση, ούτε και να μπλέξω σε τέτοιου είδους συζητήσεις μαζί του. Την κατάληξη την ήξερα. Ο φόβος μου θα μεγάλωνε μέρα με τη μέρα.
«Δε θες να σου περιγράψω τι βλέπω;»
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου.
«Δεν πειράζει. Εγώ θα σου περιγράψω.»
Και ξεκίνησε να μου λέει για τους ακροβάτες που έκαναν ισορροπία στη γωνία του σαλονιού. Την γυναίκα με το καπέλο που είχε μάτια γάτας και στεκόταν πίσω από την ουρά του πιάνου, κοιτώντας μας ψυχρά. Την ηλικιωμένη γυναίκα με το διπλό πρόσωπο, τέσσερα μάτια, δυο μύτες, δύο στόματα. Τους δυο καλοντυμένους νέους άντρες που όρθιοι ακριβώς μπροστά μας έκαναν κόλπα με μια τράπουλα. Την κουρασμένη κυρία που είχε γείρει το κεφάλι της στα μπράτσα του καναπέ. Οι περιγραφές του ήταν λεπτομερείς και γίνονταν με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, σα να προσπαθούσε να μην ξεχάσει τίποτα απ’όσα έβλεπε λες και κάτι τέτοιο θα με έπειθε ευκολότερα. Όσο τον άκουγα τόσο το στέρνο μου βούλιαζε.
«Ποιοι είναι όλοι αυτοί θείε Λύδιε; Πως βρέθηκαν μέσα στο σπίτι;»
Mε τράβηξε προς το παράθυρο.
«Έρχονται από τον κήπο. Είμαι σίγουρος πως αν ανοίξεις λίγο καλύτερα τα μάτια σου θα τους δεις και εσύ. Συνήθως εμφανίζονται πίσω από τα δέντρα ανά δύο. Κάποια απογεύματα όμως μπαίνουν κατά δεκάδες στο σπίτι και αυτό είναι κάτι που με δυσκολεύει πολύ γιατί όπου και να πάω σκοντάφτω επάνω τους. Κάθονται όπου βρουν. Εχθές δεν ήθελα να στο πω για να μη σε τρομάξω, αλλά νομίζω πως ανέβηκαν και επάνω στο δικό σου δωμάτιο.»
Τα πράγματα ήταν πολύ πιο σοβαρά απ’ όσο νόμιζα στην αρχή. Ο θείος Λύδιος φαινόταν πεπεισμένος πως τον επισκέπτονταν κάποιοι άνθρωποι που ξεφύτρωναν από τον κήπο. Ξαφνικά είχε αποκτήσει το στίγμα της διορατικότητας σαν παπική βούλα στο κέντρο του προσώπου του. Απλώνονταν σαν λεκές πάνω στο ρινικό διάφραγμα και από εκεί γλιστρούσε στο πλάι των ρουθουνιών του. Με αυτά οσφραίνονταν τον ερχομό των πρώτων επισκεπτών και αυτά ήταν που τον οδηγούσαν να ανοίξει όλες τις μπαλκονόπορτες και όλα τα παράθυρα στον κάτω όροφο, ώστε να υπάρχουν όσο το δυνατόν περισσότερα περάσματα.
Ο ζητιάνος στο εμπορικό κέντρο με την άγνοια που έδειξε- ή προσποιήθηκε ότι έδειξε- για το πρόσωπο του θείου Λύδιου, είχε άθελά του βγάλει στην επιφάνεια ένα από τα πιο καλά θαμμένα κομμάτια του. Είχε ξεκλειδώσει την τελευταία πόρτα. Πίσω της στεκόταν ανυπόμονος ο θείος Λύδιος, μόνος στον σκοτεινό προθάλαμο που ένωνε την κοινή λογική με το πάθος για αλλόκοτες ονειροπολήσεις. Ξαφνικά ακόμη και για μένα, που δεχόμουν αδιαμαρτύρητα τα πάντα από αυτόν, η εκκεντρικότητά του είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Όσο πλήθαιναν οι περιγραφές των αλλόκοτων επισκεπτών, τόσο πιο σίγουρος ήμουν πως με κορόιδευε.
Χλωμές γυναίκες με γουρλωμένα μάτια και μπλε χείλη φλυαρούσαν καθισμένες κατάχαμα. Ένα φίδι σερνόταν ανενόχλητο ανάμεσά τους και πολλές φορές αντάλλασσε ρητά φιλοσοφικής ανησυχίας με τους υπόλοιπους επισκέπτες, μιλώντας με ανθρώπινη βαριά φωνή και ακουμπώντας σαν κατοικίδιο ζωάκι τα παπούτσια του θείου Λύδιου. Μια παρέα νεαρά κορίτσια έπλεκαν ξεφτισμένες κορδέλες η μια στα θυσανωτά μαλλιά της άλλης, φλυαρώντας όπως φλυαρούν όλα τα κορίτσια μεταξύ τους. Ήταν ντυμένα με μακριά φορέματα και οι πατούσες τους ήταν τόσο λαμπερές καθώς φάνταζαν γυμνές και διάφανες. Οι φλέβες διαγράφονταν σαν γκρίζα ρυάκια μέσα στο δέρμα τους. Περικύκλωναν το θείο Λύδιο σαν παλιοί γνώριμοι, πότε ψιθυρίζοντας του κάτι μυστικό που εγώ δεν επιτρεπόταν να ακούσω, πότε κάνοντάς του σαρκαστικά σχόλια για μένα και τον τρόπο που στεκόμουν φοβισμένος δίπλα του.
«Δεν είσαι κι εσύ ένα μικρό φιδάκι σαν αυτό Ραφαήλ; Ένα μικρό φιδάκι που κάποια στιγμή θα γίνει μεγάλο και θα με δαγκώσει; Προς το παρόν βρίσκεσαι μέσα στην μπροστινή τσέπη μου και τρέφεσαι με τη ζέστη που σου προσφέρω.»
Μια μακρά περίοδος σιωπής ακολούθησε τα λόγια του. Οι απρόσκλητοι καλεσμένοι διασκέδαζαν. Οι φωνές και τα δυνατά γέλια τους είχαν ήδη αρχίσει να ακούγονται ως τα δύσπιστα αυτιά μου.
«Δεν απαντάς ανιψιέ, γιατί βαθιά μέσα σου έχεις κιόλας καταλάβει την πραγματική σου φύση. Και για αυτή σου τη φύση δε φταίει ούτε η τρελή μητέρα σου, ούτε ο δυστυχής πατέρας σου. Μόνοι μας δημιουργούμε αυτό που είμαστε.»
Μπορούσε να γίνει ανυπόφορος, δηκτικός και αναίσθητος. Ξαφνικά ήμουν ένας άνθρωπος που άξιζε την αντιπάθεια και την περιφρόνησή του. Εγώ που μέχρι πριν λίγες μέρες ήμουν ο αγαπημένος του συγγενής και ο πιο πιστός του φίλος. Κρατήθηκα για να μην τον χαστουκίσω.. Γνώριζα πως σχολίαζαν όλοι την προσκόλληση μου σε εκείνον. Καημένος Ραφαήλ, απρόσωπος, αδύναμος, άχρωμος ήταν μερικά από τα επίθετα που μου απέδιδαν για το γεγονός ότι περνούσα το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μου στο πλευρό του θείου Λύδιου. Μπορούσα όμως να είμαι ψύχραιμος, παρόλη τη γελοιότητα της στιγμής εκείνης. Σιωπηλά, συγχάρηκα τον εαυτό μου, παίρνοντας απόφαση πως ο θείος ήταν πια στην αρχή της παραφροσύνης. Τα βουρκωμένα μου μάτια στέγνωσαν.
«Θείε Λύδιε δεν έχω να σας πω κάτι για αυτό. Δεν θέλω ούτε να συμφωνήσω, ούτε να διαφωνήσω μαζί σας.»
Για λίγα δευτερόλεπτα, κοντοστάθηκε σα να ζύγιζε το επόμενο βήμα του κι έπειτα έγειρε σοβαρός προς το μέρος μου. Μισόκλεισε τα μάτια του και από τα χείλη του ακούστηκε ένα μακρόσυρτο σφύριγμα αποδοκιμασίας.
«Ώστε μπορώ να θεωρήσω τον εαυτό μου πια κανονικό τρελό! Δε συμφωνείς μαζί μου αλλά ούτε θέλεις να διαφωνήσεις. Επιτέλους, μπορώ κι εγώ πια να εμφανίζομαι απρόσκλητος πίσω από κουφάλες δέντρων. Μπορώ να κρύβομαι κάτω από το κρεβάτι μου. Μπορώ να ρουφώ το τσάι με καλαμάκι και να ανακατεύω τα φρύδια μου μπροστά στον καθρέφτη της ντουλάπας! Ανιψιέ αυτά είναι θαυμάσια νέα, κάνεις το θείο σου πολύ χαρούμενο! Δεν μπορούσες να βρεις πιο ακριβή πρόταση για να εκφράσεις την ακλόνητη πεποίθηση σου για την –επιτέλους!- παράνοιά μου! Μου αρέσουν οι ακλόνητες πεποιθήσεις. Δείχνουν πως ευτυχώς και το ανύπαρκτο μπορεί να γίνει υπαρκτό! Όλοι μπορούμε να ελπίζουμε λοιπόν!»
«Νοιώθεις ανύπαρκτος θείε;» τόλμησα να ρωτήσω.
Την ίδια στιγμή θυμήθηκα όλες τις στιγμές των καλοκαιρινών μου εφηβειών όταν ξυπνούσα πνιγμένος στη γλυκύτητα του Αυγουστιάτικου ιδρώτα. Την ώρα που τάνυζα με απόλαυση τα κοιμισμένα ακόμη άκρα μου και τέντωνα σαν μαλακό τόξο το κορμί μου, οι άκρες των ματιών μου έπιαναν φευγαλέα συρσίματα φιδιού στα πόδια του κρεβατιού. Κάτω από το κρεβάτι μου πηγαινοέρχονταν δεντρογαλιές που σκαρφάλωναν μέσα από το παράθυρο μου, έχοντας αναρριχηθεί πρώτα στα κλαριά των αμέτρητων αλεξανδρινών ακακιών που έζωναν την ανατολική πλευρά της βίλας. Τα στόρια κροτάλιζαν φουσκώνοντας σαν ιστία στο φύσημα του μεσημεριανού αέρα κι εγώ ένοιωθα βυθισμένος μέσα σε μια ανεξήγητη ευτυχία.
Ξάπλωνα μπρούμυτα στο κρεβάτι κρεμώντας το αναμαλλιασμένο κεφάλι μου προς τα κάτω. Τα φίδια σέρνονταν νωχελικά ή ήταν κουλουριασμένα, εντελώς ακίνητα. Με ένα μακρύ ξύλο έσπρωχνα τις ουρές και τα κεφάλια τους. Ξαφνιασμένα τότε κυλούσαν γρήγορα έξω από το κρεβάτι, με τα σώματά τους να συσπώνται σαν ταραγμένα κύματα. Τα άρπαζα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και τα έβαζα σε ένα μακρόστενο χάρτινο κουτί, το οποίο είχα γεμίσει τρύπες χρησιμοποιώντας τη μύτη ενός μολυβιού. Τα βράδια άκουγα τα ρυθμικά χτυπήματα των κεφαλιών τους πάνω στο στενό κουτί και νανουριζόμουν με τον ήχο. Τα πρωινά τα τάιζα με σαύρες και μικρά σπουργίτια.
«Νοιώθω άτυχος πολλές φορές. Ανύπαρκτος όχι» απάντησε με μεγάλη καθυστέρηση ο θείος Λύδιος και αφού πρώτα έκανε κάποια ακατανόητα νεύματα προς την άδεια πολυθρόνα.
«Γιατί άτυχος θείε Λύδιε; Άτυχος εσύ που έχεις όλα όσα θα ζήλευε ένας άνθρωπος;»
«Βλέπω Ραφαήλ πως κατέχεις καλά την τέχνη της αυτοεξαπάτησης. Της μικροαστικής αυτοεξαπάτησης. Η μητέρα σου έχει κάνει καλή δουλειά ως προς αυτόν τον τομέα.»
«Έχεις φήμη θείε. Είσαι ένας από τους καλύτερους ξιφομάχους. Έχεις θαυμαστές, μετάλλια, αναγνώριση από όλον τον κόσμο.»
«Αλήθεια; Τι κρίμα λοιπόν που τα έχω όλα αυτά! Σκέφτηκες πως μπορεί να μην έχω κάτι άλλο που ίσως το θέλω περισσότερο; »
Ήταν η εποχή που ο θείος Λύδιος είχε πρωτογνωρίσει την Αντιόχεια. Κάθε μέρα πήγαινε στο βιβλιοπωλείο με την ελπίδα πως θα απαντήσει ευφυώς στους αγενείς τρόπους της. Μασούσε καραμέλες βουτύρου μέχρι να φτάσει και όταν στεκόταν μπροστά της χαμογελαστός, ήξερε πως δεν θα του αντιστεκόταν για πολύ ακόμη. Είχε προσέξει από την αρχή πως αυτή η μυρωδιά την αποσυντόνιζε, κάνοντάς την να μπερδεύει ελαφρώς τις προτάσεις της και να γέρνει με τρόπο προς το μέρος του, δίχως να μπορεί να κρυφτεί καλά. Γέμιζε τις τσέπες του με ολόκληρες προμήθειες αυστριακής καραμέλας και περίμενε.
«Θα θέλατε μια καραμέλα;» τη ρώτησε δήθεν αθώα ένα μεσημέρι καθώς του έδειχνε με εκνευρισμό το ράφι με τα βιβλία φιλοσοφίας. Ο θείος Λύδιος ήξερε πως ο ουρανίσκος της ήταν ήδη παραδομένος στην προσμονή της γεύσης του καραμελώμενου βουτύρου και πως τα σάλια έσπαζαν σε μικρά αυλάκια πάνω στη γλώσσα της καθώς μύριζε από κοντά το δικό του στόμα.
Είχε διστάσει για λίγο, κοιτώντας δεξιά αριστερά στα γρήγορα, σα να φοβόταν πως κάποιος είχε ακούσει αυτήν την ερώτηση και έπειτα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Το έκανε σχεδόν με τρόμο για αυτήν την μικρή παράδοση. Έδειχνε να αντιπαθεί το θείο Λύδιο.
«Α, τι κρίμα νόμιζα πως είχα αλλά μου έχουν τελειώσει όπως φαίνεται» ψιθύρισε αργά ο θείος Λύδιος κι έπειτα της χαμογέλασε ανασηκώνοντας τα φρύδια του σε μια γκριμάτσα συγγνώμης. Της έδειξε το άδειο περιτύλιγμα από τις βιενέζικες καραμέλες βουτύρου και το ξανάχωσε στην τσέπη του.
Τα χείλη της μισάνοιξαν σε ένα μειδίαμα υποχρεωτικής συγκατάβασης. «Δεν πειράζει» μουρμούρισε «έτσι και αλλιώς δεν ήθελα πραγματικά»
«Α μα να! Τι τύχη! Έχω ακόμη μία τελικά! Τη θέλετε;»
Πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της. Μισάνοιξε το στόμα του και έβγαλε λίγο προς τα έξω τη γλώσσα του. Στην άκρη της ισορροπούσε κοροϊδευτικά η μισολιωμένη καραμέλα. Η μυρωδιά του βουτυρωμένου κρυστάλλινου σιροπιού ανακατεμένη με την οσμή του αντρικού στόματος χτύπησε βασανιστικά τη μύτη της. Τσιγάρο, καραμέλα, ο ερεθισμός του θείου Λύδιου. Το στόμα του ήταν η σπηλιά της απαγορευμένης απόλαυσης.
Τα δόντια της, υγρά, έγδαραν απαλά τη γλώσσα του καθώς άρπαξαν σαν λαβίδα την καραμέλα και την έσυραν πάνω στη δική της. Ο θείος Λύδιος δεν μπορούσε να κρατηθεί ακόμη. Διψούσε τόσο πολύ για αυτήν τη γυναίκα που άρπαξε τα χείλη της σα ζώο μέσα στα δικά του. Και είχε καταλάβει καλά. Η Αντιόχεια δεν αντιστάθηκε.
«Την Αντιόχεια εννοείς θείε Λύδιε..»
«Α, μα είμαι πάντα σίγουρος για το ότι δε μασάς τα λόγια σου ακριβώς εκεί όπου χρειάζεται να τα μασήσεις. Φύγε Ραφαήλ, θέλω να μείνω με τους καλεσμένους μου»
«Αυτούς που μόνο εσύ βλέπεις;»
«Σε ενοχλεί αυτό;»
«Δεν θα έλεγα πως με χαροποιεί το γεγονός ότι σου στρίβει»
«Είτε σε χαροποιεί, είτε δε σε χαροποιεί δε με απασχολεί ανιψιέ. Φύγε λοιπόν και θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή.»
Έκανα μια θεαματική μεταβολή και κατευθύνθηκα προς την εξώπορτα.
Ζ’ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο θείος Λύδιος ισχυριζόταν πως δεν θα τη σκαπούλαρα εύκολα. Αργά ή μπορεί και γρήγορα, θα ακολουθούσα κάποια οικογενειακή παράδοση. Η καταδίκη μου ήταν σίγουρη και εξασφαλισμένη. Είτε θα ερωτευόμουν ό,τι έφερε το όνομα Λύδιος, είτε θα έβλεπα αγνώστους να μπανιαρίζονται στην τουαλέτα μου, είτε θα συνομιλούσα με αόρατες σκιές. Το μέλλον φάνταζε όλο και περισσότερο διασκεδαστικά δυσοίωνο. Δεν ήταν περίεργο που ένοιωθα πραγματική ευφορία μπροστά σε αυτές τις προοπτικές!
«Σου προτείνω να βαφτίσεις ένα αντικείμενο με το όνομά μου και να το ερωτευτείς βαθιά. Μπορεί έτσι να γλυτώσεις από τον μελλοντικό σου έρωτα για μένα από τον οποίο η μάνα σου είναι βέβαια πως δεν θα ξεφύγεις!»
Ο θείος Λύδιος γέλασε για μια ακόμη φορά μαζί μου όταν του ανέπτυξα τις πιθανότητες που είχα να τρελαθώ. Η πρότασή που μου έκανε του προκάλεσε ξεκάρδισμα μέχρι δακρύων, εμένα όμως με έβαλε σε βαθιά σκέψη. Από την επόμενη μέρα κιόλας αγόρασα ένα παλιό πορσελάνινο λαβομάνο, διακοσμημένο με παραστάσεις καλοκαιρινών φρούτων. Λευκό και μπλε. Το ονόμασα Λύδιο. Το τοποθέτησα δίπλα από το μοναδικό παράθυρο της κρεβατοκάμαράς μου και κάθε πρωί έπλενα τελετουργικά τα χέρια μου εκεί. Γέμιζα καθαρό νερό την πορσελάνινη κανάτα που το συνόδευε, έπαιρνα το αρωματικό σαπούνι και έτριβα δυνατά το δέρμα μου μέσα του. Κάποιες άλλες φορές έκοβα τα νύχια μου εκεί. Επίσης έφτυνα. Λες και το λαβομάνο θα μπορούσε να σταματήσει τα πράγματα ή να τα αλλάξει. Ή λες και ευχόμουν κάτι τέτοιο. Η αλήθεια ήταν πως δεν έδινα δεκάρα για το πόσο βέβαιο ή αβέβαιο ήταν το μέλλον.
Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να μπορώ να συναντώ και να συζητώ με τον θείο Λύδιο. Τουλάχιστον ήταν ο μόνος άνθρωπος που με άκουγε. Και ίσως ήμουν ο μόνος άνθρωπος που άκουγε εκείνον. Δεν ήταν ποτέ του υπόδειγμα συνηθισμένου φίλου. Ξεχνούσε γιορτές και γενέθλια, δεν τηλεφωνούσε ποτέ, εμφανίζονταν απρόσκλητος, καθόταν σιωπηλός στις συζητήσεις, εξέφραζε έντονη δυσαρέσκεια όταν το θέμα γύρω από το οποίο περιστρεφόταν μια κουβέντα ήταν απεχθές για τα αυτιά του. Μέχρι που όλοι έπαψαν να επιδιώκουν την παρέα του, σταμάτησαν να τον καλούν στις εξόδους τους και κουνούσαν το κεφάλι τους με πνιγηρή συγκατάβαση όταν γινόταν κάποια αδέξια αναφορά στο όνομά του. Ο θείος Λύδιος ήταν ένας χαμένος άνθρωπος που δεν ήξερε τι να κάνει με τη ζωή του. Οι ζωές έχουν πάντα συγκεκριμένη πορεία, οι άνθρωποι που τις κουβαλούν έχουν λίγο πολύ καθορισμένους σκοπούς . Αντιθέτως όλα περιφέρονταν σκόρπια γύρω από τον θείο Λύδιο, σαν δορυφόροι γύρω από πλανήτη. Ο πλανήτης άλλαζε φορά και ταχύτητα περιστροφής όποτε του κάπνιζε και ό,τι περιστρέφονταν μέσα στην τροχιά του κατέληγε να πεταχτεί στην άκρη ως άχρηστο. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί να τον κρατήσει. Μου είχε υποσχεθεί ότι θα περπατήσει στο φεγγαρόφωτο όταν καταφέρει να γίνει θεός. Συνδυάζοντας αυτήν την υπόσχεση με τους άγνωστους χαρτοπαίκτες στο σαλόνι, νομίζω πως θα έπρεπε να είχα σταθεί πιο επιφυλακτικός απέναντι του. Πειραγμένη βίδα, είπε ο ψυχίατρος που τον εξέτασε, ύστερα από τις επίμονες απαιτήσεις μου να επισκεφθεί κάποιον γιατρό.
«Ώστε πειραγμένη βίδα;» ρώτησε με εμφανές ενδιαφέρον και έσκυψε προς το μέρος του γιατρού για να παρατηρήσει καλύτερα το γυαλιστερό του κεφάλι. «Αριστούργημα..» ψιθύρισε «Απελπιστικό που δεν έχω έναν μεγεθυντικό φακό μαζί μου!»
Ο γιατρός κάλυψε ασυναίσθητα το γυμνό του κεφάλι με το χέρι του και μου χαμογέλασε αδέξια σε μια προσπάθεια να αποσπάσει τη συμπάθεια μου για τα όσα περνάει με τους παλαβούς που τον επισκέπτονται.
«Ανιψιέ πες στον γιατρό πως μιλάω πολύ πολύ σοβαρά! Πες του ποιο είναι το χόμπι μου!»
«Ποιο θείε;»
«Ω μα έλα τώρα ! Τίποτα δεν ξέρεις πια! Νέοι γιατρέ μου» και με μια γρήγορη κίνηση δουλικότητας ξεσκόνισε το κεφάλι του. Ο γιατρός πετάχτηκε στον αέρα ξαφνιασμένος.
«Κύριε Λύδιε καθίστε παρακαλώ, θα σας αφήσω να με παρατηρήσετε μια άλλη φορά. Όχι τώρα»
«Καλά» έκανε ο θείος σαν απρόθυμο παιδί και τακτοποιήθηκε με μια αλαζονική γκριμάτσα στην πολυθρόνα του. «Έχετε δίκιο γιατρέ, με συγχωρείτε. Πρέπει να μιλήσουμε για τις βίδες μου, τις τσιμούχες , τις φλάντζες μου..»
Ο γιατρός χαμογέλασε μειλίχια. Έδειχνε υπομονετικός άνθρωπος και καθόλου εριστικός. Κυρίως καθόλου προσβεβλημένος. Πολύ επαγγελματίας.
«Σας είπα προηγουμένως να περάσετε έξω όση ώρα συζητώ με τον ανιψιό σας. Εσείς όχι μόνο δε με ακούσατε αλλά ανοίγετε την πόρτα και μπαίνετε μέσα, όποτε θέλετε. Είχα την εντύπωση πως ήσασταν πιο ευγενής.»
«Και ο ανιψιός μου είχε την εντύπωση πως είστε ψυχίατρος και όχι μηχανικός συνεργείου. Έτσι δεν είναι Ραφαήλ;»
Ο ψυχίατρος κατέληξε πως υπήρχε άμεση ανάγκη ενός προσωρινού έστω εγκλεισμού του σε ένα ψυχιατρείο, αλλά κατά τα άλλα δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Καταλαβαίνετε βέβαια πως αυτό θα είναι κάτι προσωρινό κατά πάσα πιθανότητα, κρίνω όμως πως δε χρειάζεται ανησυχία. Με λίγα ηρεμιστικά, όλα θα μπουν στο σωστό δρόμο και θα σταματήσει κάθε παρενέργεια.
«Παρενέργεια ποιου πράγματος γιατρέ;»
«Ο θείος σας πάσχει από μια πολύ σπάνια μορφή άγχους που του προκαλεί αυτές τις παραισθήσεις με τους άγνωστους επισκέπτες. Λέγεται Σύνδρομο του Επισκέπτη από τον Κήπο και φοβάμαι πως ίσως είναι από τα λίγα σύνδρομα που μπορεί να είναι κολλητικά.»
Καθάρισε το λαιμό του με υπερβολικά σοβαρό τόνο και τα μάτια του χαμογέλασαν στα δικά μου, όχι δίχως κάποια επαγγελματική αμηχανία.
«Τον πλησιάσατε πολύ όσο βρισκόταν σε αυτό το παραλήρημα; Τον αγγίξατε;»
Ξαφνικά εκπροσωπούσα την ενσάρκωση των φόβων μιας αμφιταλαντευόμενης επιστήμης που στο πρόσωπο του θείου Λύδιου έβλεπε τον σπάνιο φορέα και σε εμένα τον καημένο, ανίδεο για την προδιαγεγραμμένη μοίρα του, ξενιστή. Πάνω από το κεφάλι μου υπήρχε το φωτοστέφανο εκείνου που θα αρρωστήσει γιατί έτσι του το επέβαλε ένα κακό γονίδιο. Η αρρώστια ήδη κρυβόταν στις μελαγχολικές κόρες των ματιών μου και το σφιγμένο σαγόνι μου δεν μπορούσε παρά να είναι ένδειξη του μελλοντικού φόβου που θα ένοιωθα όταν το σύνδρομο θα με κύκλωνε ασφυκτικά.
«Τον άγγιξα»
Τα μάτια του γιατρού έλαμψαν από μια ευχαρίστηση που δεν μπορούσε να κρύψει. Κι άλλο ένα καλό δείγμα για τη σπάνια συλλογή του. Μήπως έπρεπε να κλείσει και μένα μέσα προληπτικά; Γιατί όχι; Αποφάσισα να το ζητήσω μόνος μου, σχεδόν έπεσα στα γόνατα για αυτό, αν και οι ανύπαρκτες αντιδράσεις είχαν καμφθεί πριν καν σχηματιστούν. Μου έδωσε αμέσως την άδεια να κλειστώ και εγώ στο ψυχιατρείο. Εξάλλου ήταν κάτι παραπάνω από προδιαγεγραμμένο πως θα νοσούσα.
Ο θείος Λύδιος το διασκέδασε πολύ. Ετοίμασε βαλίτσες σα να πήγαινε σε ένα από τα συνηθισμένα του ταξίδια στο εξωτερικό και εγκαταστάθηκε στο ανατολικό δωμάτιο που του έδωσαν με κέφι σα να επρόκειτο για την πολυτελέστερη σουίτα ενός ακριβού ξενοδοχείου. Η ψυχιατρική κλινική ήταν ιδιωτική και μία από τις καλύτερες –όπως άφηνε το ίδιο το προσωπικό να διαρρεύσει προς τα έξω-. Όλοι οι εργαζόμενοι , από τους ψυχίατρους, μέχρι τους νοσοκόμους και τις μαγείρισσες, μας φέρονταν σα σε βασιλιάδες και ενώ εμένα αυτή η συμπεριφορά μου φάνταζε παράξενη, ο θείος Λύδιος το απολάμβανε, βγάζοντας από το συρτάρι τις πιο παλιομοδίτικες ευγένειες που διέθετε και το πιο καλοξεσκονισμένο μπαστούνι περιπάτου. Μανιωδώς άρχισε να ψάχνει και για ένα μονόκλ αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε πια. Ευτυχώς που μια κοπέλα από την κουζίνα του έδωσε το γυαλί ενός παιδικού φακού εντομολογίας το οποίο μπόρεσε και να στερεώσει με επιτυχία πάνω από το δεξί μάτι του που τώρα έδειχνε γιγαντιαίο και τρομερό σε σχέση με το άλλο. Είχε το μάτι ενός θηριώδους καλαμαριού, πράγμα που πάγωνε όλους τους υπόλοιπους ασθενείς όταν τύχαινε να τον συναντούν, κάνοντάς τους να κολλούν στον τοίχο και να ξύνουν το σοβά μέσα στα νύχια τους.
«Θα πρέπει να καλέσω την Αντιόχεια να με δει» αποφάσισε ένα απόγευμα κι ας γνώριζε πως εκείνη θα απέρριπτε την πρόσκλησή του. Η Αντιόχεια πρόσεχε ακόμη πολύ τη συμπεριφορά της και τηρούσε όλα τα προσχήματα. «Νομίζω όμως, τώρα που θα μάθει πως πέρασα και από εδώ, θα με ερωτευτεί με μεγαλύτερη ακόμη δύναμη. Οι γυναίκες έχουν την τάση να ερωτεύονται τους παράφρονες, φαντάζομαι θα συμφωνείς Ραφαήλ. Δε νομίζω πως θα μπορεί πλέον να μου αντισταθεί. Ειδικά με αυτό το μονόκλ.»
Γουργούριζε σαν ευτυχισμένος γάτος όταν σχεδίαζε στο μυαλό του τη στιγμή της συνάντησης τους.
Παρολαυτά η στιγμή που θα μας έδιναν εξιτήριο, άρχισε να αργεί ανησυχητικά. Ο θείος Λύδιος ήταν πεπεισμένος πως μετά το πέρας της πρώτης εβδομάδας θα αγκάλιαζε φιλικά τους γιατρούς, θα φιλούσε με ορμή τις νοσοκόμες και θα χάνονταν με τη βαλίτσα στο χέρι στον μακρινό ορίζοντα, ευχαριστώντας τους για τη θαυμάσια χαλαρωτική εβδομάδα που του χάρισαν.
«Θα πρέπει να μείνετε λίγο παραπάνω, τίποτα το σοβαρό, για να είμαστε σίγουροι όμως πως όλα θα πάνε καλά από εδώ και πέρα!»
Οι οδοντοστοιχίες της ψυχιατρικής ομάδας που τον επισκέφθηκε σύσσωμη στο τέλος της πρώτης εβδομάδας γυάλισαν στοιχισμένες σε στρατιωτική παράταξη, αποκαλύπτοντας λαμπερά χαμόγελα και όλόισια δόντια, βγαλμένα από το εργαστήρι του ίδιου οδοντοτεχνίτη. Ένα απαλό κροτάλισμα ακούστηκε καθώς έτριξαν μεταξύ τους, ευχαριστημένες για τη φιλικότητα που επιδείκνυαν στον ασθενή. Ο θείος Λύδιος έτριξε κι αυτός τη δική του, μα δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν ήταν σε τόνο φιλικότητας ή εχθρικότητας. Μπορούσα να υποθέσω πως επρόκειτο για το δεύτερο. Ξαφνικά η συνειδητοποίηση πως θα καθόμασταν εκεί μέσα ακόμη περισσότερο, τον γέμισε με έναν θυμό ασυγκράτητο που απειλούσε να ξεχειλίσει από παντού, όσο και αν προσπαθούσε να τον κρατήσει. Το ασπράδι των ματιών του σκοτείνιασε και ένα λεπτό σφύριγμα αέρα ακούστηκε να γλιστρά μέσα από τα ρουθούνια του. Τα δάχτυλα της δεξιάς παλάμης του έπαιξαν νευρικά πάνω στο γόνατό του τa δυο πρώτα μέτρα από το κλειδί του σολ του Turkish March.
«Καλώς, εσείς ξέρετε καλύτερα» τους απάντησε ξερά και γύρισε προς το παράθυρο για να μην τους βλέπει καθώς έφευγαν όλοι μαζί τιτιβίζοντας σαν τάξη νηπιαγωγείου.
«Εσύ φταις για αυτό!»
Το δάχτυλό του έτρεμε με αφάνταστη ταραχή καθώς στράφηκε απότομα και έδειξε προς το κέντρο του μετώπου μου σα να ήθελε να το τρυπήσει. Αισθάνθηκα μια αφόρητη ζέστη να βγαίνει από εκεί και το δέρμα μου να σκίζεται στα δυο.
«Μη με κοιτάς με αυτό το βλέμμα του ηλίθιου! Αν δε σε είχα μαζί μου θα μας είχαν ήδη αφήσει να φύγουμε! Ποιος ξέρει τώρα τι να κάνει η Αντιόχεια και τι να σκέφτεται! Ποιος ξέρει πότε θα την ξαναδώ! Εγώ εγώ! Εγώ! Δικό μου το λάθος που σε άφησα να συνεννοηθείς με αυτόν τον γελοίο ψυχίατρο. Που πίστεψα ότι για μια φορά μπορείς να συνεννοηθείς μόνος σου! Και διάλεξα τη φορά!»
Πηγαινοερχόταν σα ζώο στο κλουβί, σταματώντας, περπατώντας, σταματώντας, περπατώντας και προσπαθώντας να κάνει υπολογισμούς για το πόσες ημέρες θα μας κρατούσαν ακόμη μέσα.
«Να τηλεφωνήσεις στην μητέρα σου! Να έρθει να μας βγάλει! Ας κάνει και κάτι χρήσιμο! Πες της μόνο γρήγορα! Να κάνει ό,τι είναι απαραίτητο.»
Δεν τον είχα ξαναδεί τόσο φοβισμένο και εκνευρισμένο. Ο φόβος αλλοίωνε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και τον έκανε να μοιάζει με κάποιον άγνωστο άνθρωπο που σχεδόν με φόβιζε. Δάγκωνε τα χείλη του με μανία και έσφιγγε τις παλάμες του με όλη του τη δύναμη, κάνοντας τους κόμπους των αρθρώσεων να πετάγονται σαν μυτερές κορφές μιας εχθρικής οροσειράς.
Όμως δεν τηλεφώνησα στη μητέρα μου. Αν και του είπα ψέματα πως το έκανα και πως γρήγορα θα ερχόταν εκεί η ίδια να κανονίσει τα της εξόδου μας. Δεν μπορούσα να παραβλέψω το έντονα γνώριμο συναίσθημα οικειότητας που ένοιωσα εκεί μέσα από την αρχή. Με το που έκλεισαν οι πόρτες πίσω μου και σφράγισα τα μάτια μου στο χαμηλό φως του σκοτεινού μεσημεριού, ξαπλώνοντας ανάσκελα πάνω στο μονό κρεβάτι, ήξερα πως ήμουν στο μέρος όπου πάντα έπρεπε να βρίσκομαι. Οι σκιές του δωματίου χαμήλωσαν και έγλυψαν μία μία τα κλειστά μου βλέφαρα. Μόνο όταν αισθάνθηκα το βάρος και της τελευταίας σκιάς που κρυβόταν πάνω στο ταβάνι και πίσω από τις κουρτίνες, μόνο τότε σηκώθηκα και άρχισα να τακτοποιώ τα ρούχα μου σφυρίζοντας και πειράζοντας το θείο Λύδιο, κάτι που μέχρι τότε δεν είχα ποτέ μου τολμήσει να κάνω.
Ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής μου και νομίζω θα ήταν και του θείου Λύδιου αν δεν ταλανιζόταν από την απουσία της Αντιόχειας. Όμως ως εκεί! Δεν είχα σκοπό να τον αφήσω να μου χαλάσει τις ημέρες μου σε εκείνον τον θεσπέσιο κήπο με τους υπέροχους συνασθενείς. Άρχισα να τον αποφεύγω όπως ο διάβολος το λιβάνι. Κρυβόμουν για να μη με ανακαλύψει, κατάπινα αμάσητο το φαγητό για να προλάβω να τρέξω έξω με τους καινούριους φίλους μου, έριχνα με τρόπο μισά υπνωτικά χάπια στο νερό του και έδινα κρυφά λεφτά στις νοσοκόμες για να τον κρατούν απασχολημένο. Μα πως τόσα χρόνια είχα χάσει τον πραγματικό σκοπό της ζωής μου που δεν ήταν άλλος από το μην έχω κανέναν σκοπό παρά να κόβω βόλτες μέσα στο καταπράσινο προαύλιο ενός ιδιωτικού ψυχιατρείου; Οι πιο υπέροχοι άνθρωποι κρύβονται μέσα σε τέτοια μέρη. Κι εγώ το ανακάλυψα πολύ γρήγορα πιάνοντας φιλία με όλους ανεξαιρέτως. Γρήγορα έγινα πολύ δημοφιλής και αν τα πράγματα ήταν αλλιώς δεν θα προλάβαινα να δέχομαι προσκλήσεις για πάρτι. Όλοι ήθελαν να κάνουν παρέα μαζί μου και να περπατήσουμε δίπλα δίπλα το οφιοειδές μονοπάτι του ψυχιατρείου που οδηγούσε σε ένα ψηλό λοφίσκο με θέα ως τα φανάρια της εθνικής οδού. Κι εγώ δεν άφηνα ανικανοποίητο κανέναν. Έκοβα περιπάτους με όλους τους ασθενείς, γευμάτιζα μαζί με τους περισσότερους και τα απογεύματα τα λέγαμε σαν καλοί φίλοι στη μεγάλη σάλα εκδηλώσεων.
Ο θείος Λύδιος όμως απαιτούσε να μην τον πλησιάζει κανείς. Μιλούσε μόνο στους γιατρούς και στο νοσηλευτικό προσωπικό και απέφευγε τους υπόλοιπους ασθενείς θεωρώντας πως δεν έχει καμία σχέση μαζί τους.
Μία από τις ασθενείς, η Σκάλα, προσκολλήθηκε σα βδέλλα επάνω του, δυσκολεύοντας σε αφόρητο βαθμό τις ήδη περιορισμένες εκεί μέσα κινήσεις του. Τον περίμενε τα πρωινά με θρησκευτική λατρεία έξω από την πόρτα του, καθισμένη οκλαδόν, με τα φουντωτά μαλλιά της να πλαισιώνουν το γελαστό της πρόσωπο σαν οργισμένο φωτοστέφανο. Μόλις ο θείος Λύδιος ξεπρόβαλε ντυμένος με τα μαλακά παντελόνια του, κοιτώντας ευθεία μπροστά , σήκωνε επιδεικτικά το πόδι του, σαν άλογο που προσπαθεί να περάσει ένα εμπόδιο και πηδούσε από πάνω της. Η Σκάλα τότε σηκωνόταν, τακτοποιούσε το παιδικό καροτσάκι που έσερνε μαζί της παντού και συνέχιζε να ακολουθεί αμίλητη τον θείο Λύδιο. Χαμογελούσε ελαφρά , σαν άνθρωπος που έχει βρει ξαφνικά το θείο σκοπό της ζωής του. Στην αρχή εκείνος προσπαθούσε να τη διώξει. «Ξου, ξου» της έκανε με τα χέρια του λες και επρόκειτο για κάποιο αδέσποτο σκυλί. Βλέποντας πως η Σκάλα δεν καταλάβαινε τίποτα, έπαψε να ασχολείται και δεν γύριζε καν να την κοιτάξει όσο εκείνη βάδιζε σαν φάντασμα πίσω του, με τα μακριά της ρούχα να δένονται σαν κινέζικο κιμονό γύρω από την μέση της. Βάδιζε λες και ήταν τυλιγμένη σε έναν τεράστιο επίδεσμο. Μικρά κοφτά βήματα και ξαφνικά σπασίματα της μέσης. Που και που η μαλακή φωνή της ακούγονταν να μουρμουρίζει κάτι ακαταλαβίστικο. Μια μέρα την ακολούθησα κι εγώ επίτηδες με μόνο σκοπό να ακούσω τι επιτέλους μουρμουρίζει. Θα πρέπει να παρουσιάζαμε πολύ αστείο θέαμα. Μια πομπή τρελών μέσα στον μεσημεριανό ήλιο να κόβει βόλτες γύρω από το σιντριβάνι.
«Σκάλα, Σκάλα» σφύριξα πίσω από την πλάτη της και τσίμπησα τον γοφό της.
«Σκάλα, Σκάλα» επέμενα, καθώς εκείνη δεν ταράχτηκε. «Τι μουρμουρίζεις; Τι λες συνεχώς πίσω από τον θείο μου;»
Όταν σταμάτησε απότομα και γύρισε προς το μέρος μου έμεινα έκθαμβος από το γαλάζιο των ματιών της. Δεν την είχα ξαναδεί από τόσο κοντά και δεν είχα ποτέ συναντήσει την γλυκιά διάφανη θάλασσα του καλοκαιρινού μεσημεριού σε ανθρώπινα μάτια. Έστω και αν αυτά ανήκαν σε μια τρελή. Αυτόματα αισθάνθηκα ένα σφοδρό κύμα αληθινής συμπόνιας να πνίγει το στήθος μου.
«Σήμερα διδάσκω τον θείο σου για τα σύννεφα» είπε σε απόλυτα σοβαρό τόνο.
«Για τα σύννεφα;»
«Μμμ» έκανε σαν γατί που γουργουρίζει και χαμογέλασε πλατιά καθώς έσκυψε να φτιάξει τα σκεπάσματα πάνω στο άδειο καρότσι.
Και τότε είδα τον θείο Λύδιο να γυρίζει προς το μέρος της. Τα μάτια του γυάλιζαν σαν φλογισμένοι ήλιοι. Πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της. Υπήρχε κάτι στην έκφρασή του που δεν είχα ξαναδεί.
«Και το σύννεφο της Αντιόχειας; Που είναι το σύννεφο της Αντιόχειας;»
«Εδώ» έκανε εκείνη τονίζοντας τη λέξη με στόμφο και παίρνοντας την παλάμη του την ακούμπησε πάνω στο στομάχι του.
Ο θείος Λύδιος γύρισε και με κοίταξε, χαμογελώντας.
«Έχει δίκιο» μουρμούρισε και τη φίλησε δυνατά στα δυο της μάγουλα.
«Έχει δίκιο ανιψιέ. Μέσα στο στομάχι μου είναι το σύννεφο της Αντιόχειας. Από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια!»
Ακούμπησα δειλά το χέρι μου πάνω στο στομάχι του. Η Σκάλα μας κοιτούσε τρισευτυχισμένη από τη χαρά της. Έχοντας ξεχάσει τι κάνουν οι άνθρωποι όταν χαίρονται, πήγαινε μπρος πίσω, με μικρά βηματάκια, τραβώντας με θόρυβο το φανταστικό μωρό της.
Εκείνη τη στιγμή μονάχα στάθηκα ικανός να κατανοήσω για δευτερόλεπτα το μυστήριο του θείου Λύδιου. Είδα σαν όραμα σε αποκάλυψη τον μακρύ μίσχο που τον ένωνε με εκείνη τη γυναίκα, τη γυναίκα ενός άλλου όπως έλεγε μορφάζοντας η μητέρα μου. Μέσα στο κέντρο του σώματός του, στο χαμηλότερο σημείο του στομαχιού του, βρίσκονταν το λεπτοδουλεμένο κέλυφος ενός σκληρού αυγού και μέσα στο αυγό κουλουριαζόταν η Αντιόχεια, δένοντας τα μαύρα μακριά μαλλιά της πάνω στον αόρατο βλαστό που ξεκινούσε από τον αφαλό του. Κάθε της ανάσα, ο παραμικρός στεναγμός της πλημμύριζε με μικρούς σπασμούς το σώμα του θείου Λύδιου και κάθε αναπνοή που εκείνος έπαιρνε, έκανε το αυγό να αστράφτει σαν ασημένιος πλανήτης.
Μίσχοι, βλαστοί, πέταλα, λουλούδια. Ήταν σαν μια κρυφή συνομωσία μεταξύ τους. Λες και η κοινή μοίρα τους έπρεπε να ζωγραφιστεί από άνθη και να χωθεί στο χώμα με πραγματικές ρίζες.
Όμως φυσικά τότε ήταν ακόμη η αρχή. Δε γνώριζαν ούτε ότι είχαν κοινή μοίρα, ούτε πως τα λουλούδια θα έπαιζαν τόσο σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της επαφής μεταξύ τους ακόμη κι όταν βρίσκονταν ο ένας μακριά από τον άλλο.
Η μητέρα μου εδέησε να μας επισκεφθεί μετά μετά από δυο ολόκληρους μήνες παραμονής μας εκεί. Ρουφώντας τα λιπόσαρκα μάγουλά της με σοβαρότητα, σέρβιρε την πορτοκαλάδα της και έπειτα έγειρε βαρύθυμα στην πλάτη της κουνιστής καρέκλας, ατενίζοντας μάλλον αδιάφορη, παρά αμήχανη, τα βάθη του αμαζόνειου κήπου μας. Καθόμασταν και οι τρεις μας στη μικρή βεράντα του δωματίου που μας φιλοξενούσε. Η βεράντα αυτή κρέμονταν σα γιγαντιαίο σκουλαρίκι πάνω από το αυτί του κτιρίου. Έχοντας μελετήσει πολύ καλά το οίκημα, είχα διαπιστώσει πως η όλη του δομή και κατασκευή θύμιζε αυτήν ενός ανθρώπινου προσώπου. Στο σημείο όπου βρισκόταν η βεράντα μας, υπήρχε το αριστερό αυτί του κτιρίου.
«Μη ρωτήσεις σε παρακαλώ πως περνάμε εδώ» είπε μάλλον επιθετικά ο θείος Λύδιος για να ξεκινήσει τη συζήτηση που έπρεπε να ξεκινήσει.
Αντί να του δώσει σημασία η μητέρα μου, προσπάθησε να κοιτάξει ακόμη μακρύτερα, μισοκλείνοντας τα μάτια της κι έπειτα δήλωσε:
«Εχθές το απόγευμα πέρασε από το σπίτι σου, η τσούλα με την οποία έχεις σχέση. Η γυναίκα του δικαστή.»
Ο θείος Λύδιος ταράχτηκε τόσο ώστε τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν ξαφνικά.
«Αν ξαναμιλήσεις άσχημα για αυτήν, θα σε χτυπήσω. Το ορκίζομαι.»
«Τότε είναι που δεν θα βγεις ποτέ από εδώ μέσα. Γιατί ήρθα με σκοπό να σας βγάλω. Ο γιος μου δεν φταίει σε τίποτα να είναι εδώ κλεισμένος μαζί σου. Το ξέρω πως είναι ηλίθιος αλλά μια μητέρα έχει χρέος να βοηθάει το παιδί της ακόμη κι όταν αυτό είναι ηλίθιο. Έτσι δεν είναι;»
«Ευχαριστώ μητέρα» ψέλλισα ως ηλίθιος για να μην τη στενοχωρήσω ακόμη περισσότερο.
«Τι σου είπε η Αντιόχεια; Που την έβαλες να καθίσει; Ήρθε μόνη της;»
«Ήρθε μόνη της, ήθελε να μάθει νέα σου και να μας πει τα δικά της. Αυτό σημαίνει θράσος όπως καταλαβαίνεις..»
«Καταλαβαίνω Δωροσεβάστεια, καταλαβαίνω που να με πάρει και να με σηκώσει. Ελπίζω μόνο να της φέρθηκες με ευγένεια.»
«Φυσικά και της φέρθηκα με ευγένεια. Ξεχνάς ποια είμαι νομίζω και από πού κατάγομαι. Όμως πρέπει να πω πως εκείνη δε φέρθηκε με καμία ευγένεια, πράγμα φυσικό βέβαια. Λίγο πολύ είχε έρθει για παρηγοριά. Λύδιε, λυπάμαι που θα στο πω αλλά η Αντιόχεια είναι τρελή εκατό τοις εκατό. Αυτή έπρεπε να βρίσκεται εδώ κι όχι εσύ!»
«Παρόλο που δεν έχεις κάνει και πολλά πράγματα ως τώρα για να με βγάλεις έξω από εδώ, ούτε εμένα, ούτε το γιο σου, εν τούτοις τα λες πολύ ωραία! Συνέχισε..»
Ο δικαστής είχε μάθει για τη σχέση του Λύδιου με τη γυναίκα του ή τουλάχιστον το είχε υποψιαστεί. Προσπάθησε να αυτοκτονήσει ψεκάζοντας με κατσαριδοκτόνο το στόμα του, μπροστά από τον καθρέφτη της τουαλέτας. Ο μεγάλος τους γιος που τον είχε βρει να αφρίζει στο πάτωμα, είχε πάθει σοκ και δεν μπορούσε να μιλήσει –υστερική αλαλία ή κάτι παρόμοιο- ενώ ο μικρός δεν φάνηκε να ταράζεται ιδιαιτέρως. Γονατισμένος πάνω από το σώμα του δικαστή, σκάλιζε τα ρουθούνια του με μια βατονέτα, προσπαθώντας να βάλει σε σειρά τις ατίθασες τριχούλες. Όμως η Αντιόχεια ήταν αποφασισμένη να μη χωρίσει με τον Λύδιο. Επισκέφθηκε τον δικαστή στο νοσοκομείο, του χάρισε ένα όμορφο πακετάκι και όταν ο δικαστής το άνοιξε με βουρκωμένα μάτια, είδε ένα ίδιο ακριβώς κατσαριδοκτόνο σε μεγαλύτερο μπουκάλι. Την προηγούμενη φορά δε σου έφτασε. Ελπίζω τώρα να είναι αρκετό του είχε πει κι είχε κάνει μεταβολή δείχνοντας ξεκάθαρα πως δεν άντεχε πλέον να είναι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του, ούτε για πέντε λεπτά.
«Ελπίζω μόνο να καταλάβεις για τι είδους γυναίκα μιλάμε!» σχολίασε η μητέρα μου, μετά την μακρά σιωπή που ακολούθησε την αφήγησή της. Τα λόγια της είχαν κάνει τέτοια εντύπωση στον θείο Λύδιο που είχε μείνει καρφωμένος ακίνητος στην καρέκλα του σα να είχε κεραυνοβοληθεί.
« Αυτή η γυναίκα είναι πλασμένη για μένα. Θέλω να την παντρευτώ!»
«Τρελάθηκες Λύδιε; Ξεχνάς πως είναι ήδη παντρεμένη;» αναφώνησε σχεδόν στριγγλίζοντας, η μητέρα μου.
«Δωροσεβάστεια, βούλωσέ το και βγάλε μας από εδώ, αμέσως!»
Το κορμί του πετάχτηκε θυμωμένο, σαν αστραπή, όρθιο και στάθηκε μπροστά από την μητέρα μου η οποία αν και αδιάφορη πάντα για αυτά, δεν μπόρεσε να μην παρατηρήσει το φούσκωμα στο παντελόνι του. Ήταν στην ίδια ευθεία με τα μάτια της. Ο θείος Λύδιος είχε άγρια στύση. Ο τρόπος που είχε αντιδράσει η Αντιόχεια στην παρολίγον αυτοκτονία του άντρα της τον είχαν κάνει άγριο θηρίο για αυτήν. Η μητέρα μου έκλεισε μηχανικά τα μάτια της και τα ξανάνοιξε το ίδιο μηχανικά. Η στύση βρισκόταν εκεί μπροστά της, λίγα εκατοστά μακριά από τα μάτια της. Και ίσως αν δεν βρισκόμουν κι εγώ λίγα εκατοστά πιο δίπλα της, να είχε απλώσει τα χέρια της για να πιάσει τον απαγορευμένο καρπό. Ο θείος Λύδιος βρισκόταν σε απόλυτη έκσταση. Μουρμούριζε σχεδόν μουγκρίζοντας το όνομα της Αντιόχειας και πηγαινοερχόταν σαν λιοντάρι στο κλουβί.
«Βγάλε μας από εδώ είπα! Ακόμη κάθεσαι;» ούρλιαξε ξαφνικά τόσο δυνατά που η μητέρα μου πετάχτηκε αυτομάτως από τη θέση της σαν κάποιος να την είχε κουρδίσει. Ο ιδρώτας κυλούσε σε ψιλές σταγονίτσες από το μέτωπό της και ανέπνεε με τόση βιαιότητα που το λιγνό στήθος της ανεβοκατέβαινε με τρομακτική ταχύτητα. Εξαφανίστηκε σε δευτερόλεπτα και εμείς το άλλο πρωί βρισκόμασταν στο σπίτι μας, αφού δώσαμε συγκινητικούς όρκους επιστροφής στο προσωπικό που δεν ήθελε να μας αποχωριστεί με τίποτα.
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΡΟΣ
Η' ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η επιστροφή του Λύδιου από το ψυχιατρείο σηματοδότησε μια σειρά περιπλοκών και αλλοπρόσαλλων αλλαγών στη ζωή όλων μας.
Η μητέρα μου άρχισε να ψευδίζει με υστερικό τρόπο, κυρίως όταν βρίσκονταν κοντά στον πρώτο της ξάδελφο. Προσπαθούσε να χαμογελά ατάραχη για να μη δείχνει την ντροπή που ένοιωθε, όμως οι συλλαβές αρνούνταν να βγουν σε μια σωστή σειρά από τα χείλη της. Πρόφερε το όνομα του Λύδιου ως Δύλιο και το δικό μου ως Φαραήλ. Ήμουν πια ένας λησμονημένος απόγονος κάποιου βιβλικού προγόνου και τα βράδυα μπορούσα να τραγουδώ με τη λύρα μου στο παραθυρό μου. Με προέτρεπε να αγοράσω μια και να εξασκηθώ στους λαρυγγισμούς συνοδεία των χορδών που έτριζαν σαν καλοτεντωμένα δέρματα. Ένα βράδυ εμφανίστηκε με ένα παράξενο μουσικό όργανο που μου δήλωσε πως πρόκειται για αρχαίου μεσοποταμιακού τύπου λύρα -την έλεγε ''Ρυλα'''- και με παρακάλεσε να ξεκινήσω να αυτοδιδάσκομαι γιατί δεν μπορούσε να περιμένει άλλο.
Είχε αρχίσει ήδη να της σαλεύει για τα καλά. Παρατήρησα πως όταν ο Λύδιος ερχόταν στο σπίτι μας, μου έκανε κρυφά νοήματα να φέρω τη λύρα και δάγκωνε τόσο σκληρά τα χείλη της όταν εκείνος μιλούσε, ώστε τα έκανε να αιμορραγούν.
"Πρέπει να διασκεδάζουμε τον καλεσμένο μας! Μην είσαι αγενής Φαραήλ! Την επόμενη φορά θα φέρεις τη ρύλα και θα παίξεις εκείνον το θεσπέσιο θλιμμένο σκοπό που παίζεις τα βράδια.'' μου έλεγε όταν ο Λύδιος έφευγε.
''Μα δεν παίζω τίποτα τα βράδια!'' διαμαρτυρήθηκα.
"Σκασμός Φαραήλ! Αν έπαιζες όμως, ξέρω πως θα διάλεγες ακριβώς αυτόν τον σκοπό."
''Είσαι παλαβή!" φώναζα και εξαφανιζόμουν για να μη βλέπω το υπεροπτικό ανασήκωμα των φρυδιών και το τερατώδες τρεμόπαιγμα των ρουθουνιών της που ανοιγόκλειναν σαν πέταλα σαρκοβόρου φυτού καθώς με κοιτούσε με γλαρή ειρωνεία από πάνω ως κάτω.
Όσο αφορά εμένα η περιπλοκή ήταν σωματική. Τα μαλλιά μου σταμάτησαν να μακραίνουν όπως και τα νύχια μου. Ένας νεκρός ήταν πιο ζωντανός από μένα σε αυτό το θέμα. Ανήσυχος άρχισα να μετράω το μήκος των τριχών μου και να παρατηρώ τα νύχια μου σε όσο πιο δυνατό φως μπορούσα. Το δωμάτιο μου γέμισε λάμπες και μεζούρες. Κάθε μήνα μετρούσα τα μαλλιά μου και κάθε εβδομάδα τα νύχια μου. Όμως τίποτα. Και τα δυο είχαν νεκρωθεί. Τα μαλλιά άρχισαν να σκληραίνουν τόσο πολύ ώστε μπορούσα πλέον να τα τραβάω και να τα βγάζω τούφες τούφες όταν δεν είχα κάτι άλλο να κάνω. Κοιτούσα το καραφλό σημείο που λαμπύριζε με ευγενική απορία και αισθανόμουν το βάρος της τραγικότητας που μπορεί να κουβαλά ένα κομμάτι κρανιακού δέρματος. Συμπαθούσα όλα τα γυμνά σημεία του κεφαλιού μου που εγώ ο ίδιος δημιουργούσα και στο τέλος σκέφτηκα τι εκπληκτική σύλληψη θα ήταν να μείνω χωρίς ούτε μισή τρίχα και να αλλάζω περούκες. Κάθε μέρα θα μπορούσα να ντύνω με διαφορετικό τρόπο την εκτυφλωτική ιλαρότητα του κρανίου μου και να εκπλήσσω τους πάντες. Αφοσιώθηκα λοιπόν με πραγματική προσκόλληση στο να τραβάω τις τούφες των μαλλιών μου. Όμως καθώς δεν είχα υπολογίσει τον απρόβλεπτο παράγοντα της άρνησης κάποιων εξ αυτών να ξεριζωθούν, κατέληξα να έχω ένα κεφάλι που έμοιαζε με μουχλιασμένη επιφάνεια κάποιας υδαρής μάζας. Οι μαύρες θυσανωτές τούφες απλώνονταν σαν αποικία μαυριδερών αηδιαστικών μυκήτων, γύρω από τα αυτιά και στο πιο ψηλό μέρος του κεφαλιού. Ο θείος Λύδιος έλεγε πως το ψυχιατρείο μου είχε κάνει καλό και πως μου έδειξε τρόπους να προκαλώ καθαρόαιμη έκπληξη στους άλλους. Πλήρωνε για τις πανάκριβες περούκες μου αλλά και για το εβδομαδιαίο μανικιούρ πεντικιούρ των νυχιών μου τα οποία από την ακινησία είχαν αρχίσει να σκληραίνουν και να κιτρινίζουν σα γλιτσιασμένες πέτρες. Οι γιατροί πάλι δεν μπορούσαν να δώσουν κάποιο όνομα στην περίεργη αυτή ασθένεια. Πιθανολογούσαν πως επρόκειτο για σωματική διαταραχή ψυχολογικής φύσης και πως μάλλον θα επανερχόμουν κάποια στιγμή στην παλιά μου κατάσταση. Οι μπούκλες μου θα άρχιζαν πάλι να φυτρώνουν σαν ακράτητα βοστρυχωτά κύματα και τα νύχια μου θα μεγάλωναν σαν ρωμαλέες οπλές κενταύρων. Όλα βασίζονταν στην ψυχολογία μου. Ειδικά όταν έμαθαν πως είχα νοσηλευτεί στο ψυχιατρείο μαζί με τον Λύδιο κούνησαν όλοι μαζί τα κεφάλια τους σαν παιδικές κουδουνίστρες. Τι άλλο θα μπορούσα να περιμένω άραγε; Να σταματήσω να εκκρίνω σωματικά υγρά;
Ο τρίτος άνθρωπος που επηρεάστηκε, σωματικά, από την επιστροφή του Λύδιου ήταν η Αντιόχεια η οποία ξαφνικά άρχισε να κυκλοφορεί μέσα στο σπίτι της, μπροστά στον άντρα της και στους γιους της, γυμνόστηθη, συλλογιζόμενη με πραγματική ηδυπάθεια πόσο άρεσε αυτό στον Λύδιο. Συνήθως έτσι περπατούσε μπροστά του, προσφέροντάς του την απόλυτη θέα στο γυμνό ολοστρόγγυλο βαρύ στήθος. Ο Λύδιος μασούσε αργά το φαγητό του, σκούπιζε με μπατοναριστές κινήσεις τα καλογραμμένα χείλη του κι έπειτα τραβούσε κοντά του την Αντιόχεια και κολλούσε λαίμαργα το στόμα του στις θηλές της, γλύφοντας αργά και δαγκώνοντας. Η Αντιόχεια δεν γελούσε. Δεν ακουγόταν η παραμικρή φωνή από το στόμα της όταν ο Λύδιος την τραβούσε πάνω του. Παρακολουθούσε σχεδόν ανέκφραστη τα χείλη του και τα δόντια του να ρουφούν το στήθος της και μόνο όταν εκείνος σταματούσε για να αναπνεύσει, κοιτώντας τα μάτια της, έγερνε το κεφάλι της πίσω αφήνοντας έναν μακρόσυρτο και πνιχτό αναστεναγμό να της ξεφύγει.
Ο Λύδιος πάντα απαιτούσε να βγάζει τη μπλούζα της και το στηθόδεσμό της όταν έμπαινε μέσα στο σπίτι του. Και τώρα η Αντιόχεια περπατούσε μισόγυμνη στις κρεβατοκάμαρες, στην κουζίνα και στο μπάνιο του σπιτιού της. Οι γιοι της κοιτούσαν με γουρλωμένα μάτια το στήθος, που κάποτε είχαν θηλάσει, να περιφέρεται απειλητικό και παράξενο μπροστά τους καθημερινά. Ο δικαστής κόντευε να παρανοήσει. Στην αρχή έβαλε τις φωνές και τη διέταξε να ντυθεί. Στο γεμάτο απάθεια βλέμμα της, που του έριξε ως απάντηση, αντέταξε τρέμοντας σύγκορμος ένα δυνατό χαστούκι που ήταν μια χειρονομία εντελώς αντίθετη του χαρακτήρα του. Η Αντιόχεια του είχε ρίξει ένα ακόμη δυνατότερο χαστούκι και ακάθεκτη προχώρησε να συνεχίσει τις δουλειές της με τις σκούρες ρώγες ελεύθερες να απορροφούν τις μυρωδιές των μπαχαρικών που γέμιζαν την κουζίνα. Ο άντρας της κατέληξε να φεύγει από το σπίτι όσες περισσότερες ώρες μπορούσε, παίρνοντας και τα παιδιά μαζί του. Τα παιδιά ρωτούσαν πολλές ερωτήσεις κι εκείνος έστεκε αμήχανος και εκνευρισμένος με την τρέλα της γυναίκας του. Μουρμούριζε πως η μητέρα τους είναι πολύ ελευθερίων ηθών, εκείνα ρωτούσαν τι είναι το ''ελευθερίων ηθών'', αυτός απαντούσε ''θα μάθετε όταν μεγαλώσετε'' και τα έσερνε ακόμη πιο σφιχτά από τις μικρές τους παλάμες.
Ο Λύδιος ήταν σα να μάγευε τους πάντες. Όλοι ήμασταν υπνωτισμένοι υπό την περίεργη και αλλόκοτη επιρροή του. Αρκούσε ένα βαθύ βλέμμα του ή ένα μικρό χαμόγελό του για να προκαλέσει αλυσίδα παράξενων αντιδράσεων σε όποιο ανθρώπινο σώμα βρίσκονταν πιο κοντά του. Κι εμείς είχαμε την ατυχία να βρισκόμαστε συνεχώς κοντά του. Οι συνέπειες ήταν μόνιμες και επίμονες. Ήταν σαν να καίμε όλοι μαζί από πυρετό. Σαν να μπορούσε να μας ρίξει στις φλόγες και μετά να μας βγάλει τσουρουφλισμένους γελώντας για το θαυμάσιο παιχνίδι που είχε σκεφτεί.
Ο ίδιος δε φαινόταν να προσέχει τα συμπτώματα υστερικής λατρείας, που ξεσπούσαν έχοντας ως επίκεντρο τα σώματά μας και το μυαλό μας. Όλα είχαν γίνει μια μαλακή ζύμη στα χέρια του. Με ένα του φύσημα μπορούσε να δώσει πνοή στα πιο τρελά παραληρήματα. Αυτό ήταν ο λόγος που τον λάτρευα. Ο,τιδήποτε μπορούσε να συμβεί όταν εκείνος ήταν τριγύρω. Η είσοδος του σε ένα δωμάτιο, σήμαινε την αυτόματη κατάργηση των ορίων ανάμεσα στον κόσμο και σε ό,τι εκτείνονταν πέρα ή μέσα σε αυτόν. Τα πάντα μπορούσαν να συμβούν αλλά και να μη συμβούν. Όλα ήταν μια βεβαιότητα αλλά και μια ισχνή πιθανότητα. Κι ο εκείνος απολάμβανε τις εκρήξεις που η παρουσία του δημιουργούσε. Και οι υπόλοιποι περιστρεφόμασταν σα μικροί τρελοί πλανήτες γύρω από τον ήλιο, επιζητώντας απεγνωσμένα να αλλοιώσει κάθε εκατοστό της επιφάνειάς μας.
Ο κόσμος ψιθύριζε πάντα για την αχαλίνωτη σεξουαλική ζωή του και για τις ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις της νεότητας του οι οποίες υπέβοσκαν πίσω από το πάθος του για τη γυναίκα του δικαστή και για τις οποίες δεν υπήρξε ποτέ κάποια συγκεκριμένη απόδειξη παρά μόνο φήμες. Κι ο Λύδιος αρέσκονταν στις φήμες. Τις έβρισκε πολύ διασκεδαστικές και αναγκαίες, για αυτό και τρελαίνονταν στο να τις καλλιεργεί σπείροντας και θεριεύοντας συνεχώς τις υποψίες.
Ένα μεσημέρι, κι ενώ ήταν ακόμη 16 χρονών, φίλησε στο στόμα με όλη την μανία της ηλικίας του, έναν συμμαθητή του. Τα δύο αγόρια περπατούσαν αργά στον τεράστιο κήπο του σπιτιού του Λύδιου όταν ο Λύδιος ξαφνικά είδε με την άκρη του ματιού του, την Αλεξανδριανή να παίρνει τον καφέ της στο αίθριο. Ήταν ντυμένη στην τρίχα και παρόλο που η μέρα ήταν μουντή, η γιαγιά του φορούσε γυαλιά ηλίου κι ένα θεόρατο ολόλευκο καπέλο. Είχε ανοιχτό ένα βιβλίο μπροστά της το οποίο ούτε είχε καν κοιτάξει εφόσον η προσοχή της ήταν ολοκληρωτικά στραμμένη προς τα δύο αγόρια.
"Σκατόγρια" μουρμούρισε ο έφηβος Λύδιος και όταν ο φίλος του τον ρώτησε αδιάφορα τι είπε, τότε ο Λύδιος γύρισε σα μανιασμένος κι έπιασε το κεφάλι του παιδιού στα δυο του χέρια. Πριν το αγόρι προλάβει να διαμαρτυρηθεί ή να αντιδράσει, ο Λύδιος είχε κολλήσει τα χείλη του στα χείλη του, σφίγγοντας ταυτόχρονα σαν τρελός τα ζυγωματικά του σα να ήθελε να τα συντρίψει. Σαν πρόσωπο τρομερού ζώου, το πρόσωπό του είχε γείρει, σχεδόν δαγκώνοντας το άλλο πρόσωπο και τα κλειστά του βλέφαρα είχαν μια τέτοια λάμψη που ο συμμαθητής του παρέλυσε εντελώς και απέκτησε μια μεγαλόπρεπη στύση.
Η Αλεξανδριανή κοίταξε με τρόμο τα δύο παιδιά και το αριστερό της γόνατο άρχισε να τρέμει. Σιωπηλή γύρισε την επόμενη σελίδα του βιβλίου. Τα γράμματα έτρεχαν το ένα πίσω από το άλλο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Αργά αργά έφερε το ποτήρι με το νερό στο στεγνό της στόμα..
Ο Λύδιος παράτησε το συμμαθητή του το ίδιο απότομα όσο τον είχε αρπάξει και προχώρησε, ανέμελος, προς τη γιαγιά του.
"Καλημέρα γιαγιά" φώναξε με το πιο λαμπρό χαμόγελο του κόσμου και την άρπαξε από τους ώμους, σκάζοντας δυο υγρά παρατεταμένα φιλιά στα μάγουλά της.
"Τι διαβάζεις;" έκανε αδιάφορα και κάθισε δίπλα της.
Η Αλεξανδριανή αισθάνθηκε την υγρασία των χειλιών του εγγονού της πάνω στα μάγουλά της και προσπάθησε να χαμογελάσει ατάραχη. Πριν λίγα δευτερόλεπτα η υγρασία αυτή γεννήθηκε από το φιλί που είχαν ανταλλάξει τα δυο αγόρια. Η σκέψη της ήταν αποκρουστική. Κρατήθηκε μετά βίας να μη σκουπίσει το πρόσωπό της.
Παρατήρησε, κρυφά, την απάθεια του Λύδιου και αισθάνθηκε την ταραχή να φουντώνει μέσα της, με τον ίδιο τρόπο που φούντωνε με την απάθεια της κόρης της και του άντρα της πολλά χρόνια πριν. Τα οικογενειακά ίχνη συνέχιζαν να χαράζονται βαθιά και αναλλοίωτα στην πορεία που ακολουθούσαμε όλοι μας στο πέρασμα των χρόνων και των δεκαετιών, κάθε βήμα ήταν ίδιο με το προηγούμενο και το προηγούμενο ήταν ίδιο με το επόμενο. Ο άντρας της Αλεξανδριανής συνήθιζε να χτυπάει με τη ζώνη του τους υπηρέτες του, ενώ με το άλλο χέρι έφερνε ως αρσενική Εύα το φρεσκοκαθαρισμένο πρωινό μήλο στο στόμα του. Το δάγκωνε με λαιμαργία ενώ η ζώνη έπεφτε πάνω στις πλάτες ή στα οπίσθια όποιων άτυχων είχαν τη δυστυχία να βρεθούν μπροστά του. "Για όνομα του Θεού Άλτο, δεν είναι comme il faut να χτυπάς τους υπηρέτες και ειδικά με τη ζώνη! Και επιπλέον οι φωνές τους με ταράζουν!" Ο Άλτο μούγκριζε ελαφρά και σταματούσε να πάρει μια ανάσα. Οι υπηρέτες έτρεχαν σαν τα ποντίκια να κρυφτούν πίσω από τις καρέκλες και κάτω από τη βαριά μεγαλόπρεπη τραπεζαρία. "Θα σας βρω'' δήλωνε με σοβαρότητα και έχωνε βαθιά τα δόντια του στη σάρκα του μήλου, απολαμβάνοντας τη ζωώδη δύναμη που ένοιωθε να σφυροκοπά ακράτητη πίσω από το στήθος του.
Η Λύκεα ακολουθούσε τον πατέρα της σαν πιστό σκυλί και ήταν η πιο αφοσιωμένη βοηθός που θα μπορούσε να ζητήσει ποτέ του. Και οι δύο απολάμβαναν να βασανίζουν άλλους ανθρώπους. Συνελάμβαναν ένα σχέδιο βασανιστηρίων σχεδόν μαζί. Αρκούσε να κοιτάξουν ο ένας τα μάτια του άλλου κι αμέσως υπήρχε μια βαθιά παράξενη συνεννόηση. Η Λύκεα ήταν ψυχρός εκτελεστής των εντολών του. Την είχε μάθει να παραφυλάει, να κατασκοπεύει τους υπηρέτες και τους καλεσμένους και να του βρίσκει τα πιο ευφάνταστα εργαλεία βασανισμού. Ένα πρωί που ο Άλτο είχε ξυπνήσει με άσχημη, όπως είπε, διάθεση, η Λύκεα τον κοίταξε με λατρεία και έτρεξε στο δωμάτιο της. Ο Άλτο χαμογέλασε ευχαριστημένος όταν η μικρή του κόρη επέστρεψε ακουμπώντας μπροστά στα πόδια του, ένα κουτί γεμάτο έντομα τα οποία εξαπέλυσαν μαζί πάνω στα πόδια της μαγείρισσας επειδή το φαγητό είχε κρυώσει ελαφρώς πάνω από το επιτρεπόμενο όριο.
Τις περισσότερες φορές ο Άλτο επιθυμούσε να βιαιοπραγήσει εις βάρος κάποιου δίχως να υπάρχει λόγος. Η παράλογη επιθετικότητα του ήταν αποκλειστικό δημιούργημα της Αλεξανδριανής. Όταν παντρεύτηκαν τον πίεζε να τη χαστουκίζει ή να τη χτυπάει τις ώρες που κλείνονταν στην κρεβατοκάμαρα. Ήταν δειλός εκ φύσεως. Ονειρευόταν να περνάει τα απογεύματα σε πληκτικές συζητήσεις με τους πολλούς του φίλους ή να παίζει πινάκλ, πίνοντας καφέ με γλυκάνισο. Γλυκύτερο και νοστιμότερο ακόμη και από το στόμα της Αλεξανδριανής της οποίας οι παραξενιές στον έρωτα τον κατάντησαν να απολαμβάνει τα χτυπήματα περισσότερο και από την ίδια. H παράξενη ηδυπάθεια της γυναίκας του φαίνεται πως χτύπησε μια βαθιά φλέβα μέσα του και άνοιξε τους ασκούς της κρυμμένης του παράνοιας. Κι ενώ στην αρχή αδυνατούσε να χαστουκίσει έστω και τα γόνατά της δίχως να δυσανασχετήσει ή να αισθανθεί βαθιά προδομένος από την ερωτικότητα της, κατέληξε να τη χτυπάει τόσο ώστε η Αλεξανδριανή αποφάσισε πως ήταν καλύτερο πια να μην τον παρακαλάει να φέρνει και τη ζώνη του μαζί στο κρεβάτι. Οι μελανιές στα πλευρά της αργούσαν να φύγουν και ο πόνος της έφερνε λιποθυμία όταν προσπαθούσε να στρίψει τον κορμό της. Ο Άλτο γρύλιζε ανεξέλεγκτα καθώς την τραβούσε από τα πόδια και την έσερνε πάνω στο πάτωμα μέχρι να την πετάξει σα σακί πάνω στην πόρτα.'' Φτάνει Άλτο, φτάνει'' μουρμούριζε ξέπνοα η Αλεξανδριανή ''arrêtez-vous,arrêtez-vous"! Και οι φωνές της που παρακαλούσαν τον άντρα της σε δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο έφταναν μέχρι τον κάτω όροφο, κάνοντας τους υπηρέτες να χασκογελούν περιχαρείς, γιατί οι κραυγές πόνου δεν ήταν δικές τους. Κάποιοι είχαν συνηθίσει να στήνουν αυτί για να κουτσομπολέψουν τη συνήθεια των αφεντικών τους να λένε τα βρωμερότερα πράγματα ο ένας στον άλλον, χρησιμοποιώντας τον πληθυντικό ευγενείας. Οι συνήθειες των ανώτερων τάξεων ήταν πραγματικά ακατανόητες για αυτούς, όμως ο Αλτο κι η Αλεξανδριανή δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν, αν δεν μιλούσαν ο ένας στον άλλον με το ''εσείς'' και το ''εσάς''. Ο πληθυντικός μεταξύ τους, είχε μια μυστηριώδη γοητεία, ο ερωτικός κραδασμός που κρύβουν οι φράσεις ευγένειας ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, τους τραβούσε με μια ακατανίκητη έλξη που θέριευε ακόμη περισσότερο όταν η ευγένεια αυτή συνδυάζονταν με την εκφορά των πιο πρόστυχων λέξεων, που προέτρεπαν στις πιο οικείες των σωματικών πράξεων ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Οι κρόταφοι της Αλεξανδριανής ζαλίζονταν λες κι ένα σμήνος μελισσών πολιορκούσαν το εσωτερικό του κεφαλιού της. Το στήθος του Άλτο παραδινόταν στο πιο βαρύ σφυροκόπημα κι ένοιωθε πως δεν μπορούσε να κάνει δίχως αυτή τη γυναίκα. Παράλληλα μισούσε την απληστία της. Αισθανόταν πως ήθελε να του ρουφήξει το αίμα. Για αυτό και αποφάσισε πως θα έπινε εκείνος πρώτος το δικό της.
Την άφησε έγκυο. Όταν η Λύκεα γεννήθηκε δάγκωνε με μανία τις θηλές της μητέρας της. Η Αλεξανδριανή κοιτούσε αποκαμωμένη το βρέφος, προσπαθώντας να είναι τρυφερή μαζί του. Υπήρχαν κάποιες φορές που νόμιζε πως διέκρινε μια παράξενη λάμψη στα μάτια του μωρού, μα έδιωχνε αυτή τη σκέψη ως προϊόν της μεγάλης της κούρασης. Η Λύκεα ούρλιαζε όλη μέρα και κλωτσούσε σα τρελή την αγκαλιά της μητέρας της, προσπαθώντας να αποφύγει τα μισητά μπράτσα. Μόνο όταν την έπαιρνε ο πατέρας της στα χέρια του, κοιμόταν αμέσως, ευχαριστημένη και ικανοποιημένη που είχε κερδίσει, έστω για λίγο την προσοχή του. Μεγαλώνοντας έμαθε να εναντιώνεται σε ό,τι κι αν έλεγε η Αλεξανδριανή και να προσέχει μόνο τον Άλτο. Και ο Άλτο τη δίδαξε πoιοι ήταν οι καλύτεροι τρόποι για να τρελάνει τη μητέρα της. Σε ανύποπτες στιγμές η μικρή πεταγόταν, μπουσουλώντας, πίσω από τα έπιπλα και δάγκωνε με όλη της τη μανία τις γάμπες της Αλεξανδριανής, χώνοντας τα δόντια της όσο πιο βαθιά μπορούσε. Όταν την έβλεπε στον κήπο, της πετούσε πέτρες από το παράθυρο, πέτρες που είχε μαζέψει ειδικά για αυτόν τον σκοπό την προηγούμενη μέρα. "Φύγε τέρας" ούρλιαζε η Αλεξανδριανή και καταριόταν την κόρη της, με όλη της τη δύναμη, να μη δει χαρά στη ζωή της. Η μικρή Λύκεα, χτένιζε τα μαλλιά της με τα δάχτυλα της, στο σκοτεινό δώματιο του πάνω ορόφου και έδινε υποσχέσεις στο θαμπό είδωλό στον καθρέφτη, πως θα γεννούσε έναν γιο που θα τρέλαινε όλη την οικογένειά της μητέρας της. Οχτώ χρονών φανταζόταν ήδη τον εαυτό της με το γιο της αγκαλιά να εκδικείται με την τρομακτική ομορφιά του, κάθε αρσενικό και θηλυκό απόγονο της οικογένειας της Αλεξανδριανής. ''Αυτό το παιδί με μισεί" κλαψούριζε η Αλεξανδριανή στον άντρα της καθώς άλειφε με βούτυρο τις σικαλένιες φρυγανιές , μα η αλήθεια είναι πως δεν την ενδιέφερε και τόσο πολύ. Δεν αισθανόταν κάποιο ιδιαίτερο μητρικό αίσθημα να σκιρτά μέσα της. Η Λύκεα της προκαλούσε τρόμο από τότε που γεννήθηκε και μια έντονη απέχθεια. Αισθανόταν πως τα μάτια της μικρής την παρακολουθούσαν παντού. Πίσω από τις κουρτίνες, πίσω από τις πόρτες, στο απέναντι κάθισμα της τραπεζαρίας, στη λιμνούλα με τα χρυσόψαρα. Κανά δυο φορές η Αλεξανδριανή μπήκε στον πειρασμό να την πνίξει εκεί, όμως δεν είχε το θάρρος να το κάνει. Η σκέψη έκανε τα χέρια της να ιδρώσουν και την καρδιά της να αναπηδήσει τρομαγμένη στο στήθος της. Δεν θα άντεχε να την παρατήσει ο Άλτο για αυτό το βρωμόπαιδο. Άρχισε να ζωγραφίζει μικρά κορίτσια μπουκωμένα πορτοκαλί χρυσόψαρα. Στην αρχή στα τετράδιά της, μετά σε μεγάλα λευκά χαρτιά που ζήτησε να της φέρουν κι έπειτα στους τοίχους της κρεβατοκάμαρας.
Θα μπορούσε να την πνίξει με το μαξιλάρι την ώρα που κοιμόταν στο παιδικό κρεβατάκι, μα τα ξέπλεκα μαλλιά του μικρού κοριτσιού ήταν αυτά που πάντα την έκαναν να οπισθοχωρεί. Απλώνονταν σαν ξανθά πλοκάμια πάνω στο μαξιλάρι, σχηματίζοντας ένα αλλόκοτο φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της. Η Αλεξανδριανή ήταν σίγουρη πως το φωτοστέφανο αυτό λειτουργούσε ως ασπίδα προστασίας, μπορούσε να ακούσει τους ψιθύρους που μουρμούριζαν μεταξύ τους οι μπούκλες καθώς την πλησιάζε με το μαξιλάρι στα χέρια νυχοπατώντας. Μια νύχτα της φάνηκε πως η Λύκεα ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της καθώς την άκουσε να περπατάει στο σκοτάδι, όμως όταν πλησίασε διαπίστωσε πως η μικρή κοιμόταν με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στην κοιλιά όπως πάντα. Με φρίκη συνειδητοποίησε πως αυτό που είχε σηκωθεί ήταν ένα παράξενο ξανθό μαλλιαρό πλάσμα πάνω από το κεφάλι της μικρής που στριφογύριζε αργά σαν ξανθό μαλλί της γριάς.
Δεν είπε σε κανέναν για αυτό που είδε. Ήξερε πως ο άντρας της τη θεωρούσε μισότρελη και είχε ακούσει τους υπηρέτες να γελάνε κάποιες φορές πίσω από την πλάτη της, μα γνώριζε καλά πως να κρατάει το ύφος ανωτερότητας και την αγέρωχη έκφραση υπερηφάνειας ακόμη κι αν τα μάτια της έβλεπαν ένα ολόκληρο λούνα παρκ μέσα στην τραπεζαρία ή κορμούς δέντρων να ξεφυτρώνουν αργά μέσα από το πάτωμα. Μπορούσε απλώς να χαϊδέψει με το βλέμμα της την απαλή φλούδα των κορμών τους και αδιάφορη να προσποιηθεί πως ακούει με ενδιαφέρον τον Άλτο να αναλύει τα σχέδια του για μια πολιτική καριέρα. Ο Άλτο την ενδιάφερε μόνο για το κρεβάτι. Κατά τα άλλα οι περισσότερες συνήθειές του την ενοχλούσαν. Ο τρόπος που ξάπλωνε με τα χέρια πάνω από το κεφάλι του, τα μήλα που καθάριζε κάθε πρωί, το σιγανό γέλιο του, τα μαύρα παντελόνια, η αδυναμία που είχε στην κόρη του, οι χωλές πολιτικές του αναλύσεις. Όμως ήταν τόσο όμορφος που μπορούσε να του συγχωρέσει τα πάντα. Η Αλεξανδριανή ήταν από τις γυναίκες που γοητεύονταν μόνο από τους όμορφους άντρες. Οι υπόλοιποι ανήκαν στην ίδια κατηγορία με τα ζώα και δεν τους έριχνε ποτέ πάνω από μια δεύτερη ματιά. Θεωρούσε πραγματικά διεστραμμένες τις γυναίκες που αρέσκονταν στην παρέα τέτοιων αντρών και χαιρόταν όταν οι λιγοστές φίλες της τη ζήλευαν για την ανεπανάληπτη ομορφιά του Άλτο. Απολάμβανε το γεγονός ότι συζητούσαν πίσω από την πλάτη της τους τρόπους που εφάρμοζε για να τον κρατήσει κοντά της και φρόντιζε να κεντρίζει κάθε τόσο τη φαντασία τους με μια πιπεράτη λεπτομέρεια που δήθεν της ξέφυγε τυχαία ή από ανοησία. Εξάλλου δεν υπάρχει κάτι πιο πραγματικά όμορφο από το να παριστάνεις τον ανόητο. Η προσποίηση της ανοησίας τη συντάραζε βαθιά, γεμίζοντας κάθε φλέβα της με τη γνώση της απόλυτης ομορφιάς. Μιας ομορφιάς που ήξερε να χειρίζεται με μεγάλη άνεση και που λίγοι υποπτεύονται ότι υπάρχει. Όμως αυτό το παράξενο ξανθό μαλλί της γριάς που είχε δει να στριφογυρίζει πάνω από το κεφάλι της κόρης της, ενώ αυτή κοιμόταν, ξεπερνούσε τα όρια ακόμη κι εκείνης της ανοησίας που μπορούσε ο Άλτο να δεχτεί.
Θ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η Λύκεα συνέχιζε να μεγαλώνει μισώντας τη μητέρα της και ακολουθώντας συνεχώς τον πατέρα της. Ο Άλτο χαιρόταν με την προσκόλληση της κόρης του επάνω του. Ήταν το πιο σημαντικό πράγμα που είχε καταφέρει, σε όλη του τη ζωή. Να έχει κάποιον να τον λατρεύει με τέτοια δύναμη και αυταπάρνηση. Η Λύκεα μπορούσε να πέσει στις φλόγες για τον πατέρα της ή να κόψει τα δάχτυλά της για εκείνον. Όταν ήταν μικρότερη, ο Άλτο συνήθιζε να δένει ένα λεπτό σχοινάκι γύρω από τη μέση της κι έπειτα θηλύκωνε την άκρη του σχοινιού γύρω από τη ζώνη του. Έτσι μπορούσε να τη σέρνει μαζί του όπου κι ανπήγαινε.
"Το μικρό μου γατάκι'' της έλεγε τρυφερά και το μικρό γατάκι κοιτούσε με μίσος την Αλεξανδριανή καθώς εκείνη σχεδόν έντρομη προσπαθούσε να ανιχνεύσει μάταια στα μάτια της κόρης της ένα ελάχιστο ίχνος συμπάθειας. Καθώς η Λύκεα περνούσε στην εφηβεία έγινε ένα ακόμη πιο σκοτεινό πλάσμα από όσο ήταν. Τα μεσημέρια όταν γυρνούσε από το σχολείο, έδινε στον πατέρα της το σχοινάκι για να τη δέσει γύρω από τη μέση του κι εκείνος θα συνέχιζε να το κάνει με την ίδια ευχαρίστηση αν η Αλεξανδριανή δεν επαναστατούσε. "Επιτέλους, ο κόσμος γελάει μαζί σου! Η Λύκεα τώρα μεγάλωσε, είναι γυναίκα, δεν είναι δυνατόν να σέρνεις την κόρη σου με ένα σχοινί πίσω σου! Είναι γελοίο! Γελοίο!'' Ούρλιαζε λέγοντας αυτά τα λόγια, αλλιώς ο Άλτο δεν θα της έδινε καν σημασία, ώσπου κατάφερε να τον πείσει πως όντως το θέαμα ενός πατέρα να δένεται με ένα σχοινί με την έφηβη κόρη του είναι όχι μόνο ηλίθιο αλλά και ύποπτο για πολλούς.
Ο Άλτο αποχωρίστηκε το σχοινί απρόθυμα όμως γνώριζε πως η Λύκεα θα συνέχιζε να τρέχει πίσω του και να παρακολουθεί κάθε του κίνηση. Η Λύκεα από την άλλη μεριά, αισθάνθηκε ακόμη μεγαλύτερο μίσος για τη μητέρα της. Επιθυμούσε να τη δει να πεθάνει και ευχόταν κάθε μέρα κάποιος να της φέρει τα νέα του θανάτου της. Μισούσε το κάθε τι που είχε σχέση με εκείνη. Ένα βράδυ, σηκώθηκε μέσα στο σκοτάδι, κι ενώ όλο το σπίτι κοιμόταν πλησίασε αθόρυβα έξω από το δωμάτιο της μητέρας της. Ανοίγοντας πολύ σιγά την πόρτα αντίκρισε τον πατέρα της να δαγκώνει με πραγματική μανία τον γυμνό λαιμό της μητέρα της που ήταν τυλιγμένη γύρω του σαν λευκό φοβερό πλοκάμι. Το θέαμα την σόκαρε βαθιά. Ο πατέρα της έκανε έρωτα σε αυτήν την απαίσια γυναίκα και μάλιστα τα βαθιά μουγκρητά του έδειχναν πως βρισκόταν σε πραγματική έκσταση. Σήκωσε τη νυχτικιά της και ούρησε μπροστά από την πόρτα κλαίγοντας με βουβούς λυγμούς. Κι έπειτα περπάτησε ως το παραθυράκι του διαδρόμου, το άνοιξε, ανέβηκε στο περβάζι και πέταξε στο κενό.
Η προσπάθεια της να αυτοκτονήσει δεν είχε επιτυχία. Το στρώμα του χιονιού ήταν πολύ παχύ κι εκτός αυτού κατά την κάθοδο της χτύπησε πάνω σε κάτι, κανείς δεν βρήκε ποτέ τι ήταν αυτο που ανέκοψε την πτώση της, όμως η ίδια το θυμόταν καθαρά κι έλεγε πως ήταν ένα χέρι, ένα χέρι είχε ξεφυτρώσει από το πουθενά και την είχε συγκρατήσει από το να χτυπήσει θανάσιμα. Οι γιατροί έλεγαν πως παραμιλούσε αλλά εκτός από το σοκ της πτώσης δεν είχε κάτι άλλο εκτός από κάποιες ελαφριές κακώσεις. ''Είστε τυχεροί'' έλεγαν στον Άλτο και στην Αλεξανδριανή ''θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί, το ύψος ήταν μεγάλο. Είναι θαύμα το πως σώθηκε''.
Και μαζί της σώθηκε και το μωρό που κυοφορούσε.
Ο πατέρας του μωρού παρέμεινε άγνωστος. Η Λύκεα αρνιόταν να ανοίξει το στόμα της να πει οτιδήποτε. Κρατούσε το μωρό στα χέρια της και το έδινε με προσοχή στον πατέρα της και μόνο σε αυτόν. Αρνιόταν να αφήσει την Αλεξανδριανή να το αγγίξει. Τις νύχτες το κοίμιζε στο δωμάτιό της, κρατώντας το στην αγκαλιά της, περπατώντας πάνω κάτω και σιγοτραγουδώντας τις τέσσερις εποχές. Το φιλούσε στο μέτωπο με λατρεία και το έβαζε μέσα στην κούνια του σα να ήταν από πορσελάνη. Τις μέρες το περιέφερε σε όλα τα μέρη του σπιτιού , ακουμπισμένο στο στήθος της , σα να ήταν ένα είδος τρόπαιου που έπρεπε όλοι να δουν και κυρίως η μητέρα της.
"Ο πατέρας σου είναι ο πιο όμορφος άντρας στον κόσμο!" του έλεγε και του έδινε σκαστά φιλιά. Με την άκρη του ματιού της πρόσεχε τις αντιδράσεις της Αλεξανδριανής. Αν θα πει κάτι, αν θα κουνηθεί από τη θέση της, αν θα στρώσει νευρικά τις πιέτες της φούστας της και κυρίως αν θα την κοιτάξει. Το βλέμμα της φαινόταν να είναι ιδιαίτερα πολύτιμο για εκείνην. Άρχισε να παίρνει την Αλεξανδριανή από πίσω, με εκνευριστικό τρόπο και συχνότητα, μην αφήνοντας παράλληλα το μωρό από τα χέρια της. "Είσαι ο πρώτος γιος του! Το πρώτο του αγόρι και το μοναδικό! Μόνο η μαμά σου όμορφο μωράκι μου μπόρεσε να δώσει στον πατέρα σου ένα αγόρι! Μόνο εγώ! Εγώ πολύτιμε θησαυρέ μου!" και γαργαλούσε το μωρό μέχρι αυτό να μην αντέχει πια από τα γέλια. Τα ούρα του έτρεχαν έξω από τις πάνες του κι εκείνη το άλλαζε με μια τρυφερότητα που φάνταζε αλλόκοτη. Φιλούσε τις βρεγμένες πάνες του και μύριζε το βρεγμένο βαμβάκι τους με πραγματική ευχαρίστηση. "Μυρίζεις σαν τον μπαμπά σου, μικρό μου ανθρωπάκι!''. Τα χείλη της ζουλούσαν σαν τρελά τον αφαλό και την κοιλιά του μωρού.
Η Αλεξανδριανή δεν αντιδρούσε σε τίποτα. Καθόταν ατάραχη διαβάζοντας το περιόδικό της ή πίνοντας τον καφέ της. Βουτούσε με αργές κινήσεις τα μπισκότα της στο γάλα της και γυρνούσε το κεφάλι της προς το παράθυρο. Συνήθως έκανε κάποια παρατήρηση σε κάποια υπηρέτρια ή έδινε εντολές για κάποια δουλειά. Η Λύκεα ήταν σα να μην υπήρχε μπροστά της. Όμως την παρακολουθούσε κρυφά. Μητέρα και κόρη έπαιζαν ένα περίεργο παιχνίδι μεταξύ τους. Δίχως να ανταλλάσσουν ούτε μία λέξη, ήξερε η μία τις πιο μυστικές σκέψεις της άλλης και την προκαλούσε με αληθινά αριστοτεχνικό τρόπο να αφήσει τα πάντα να ξεχυθούν στην επιφάνεια. Σαν ένας βρώμικος υπόνομος που ξεχειλίζει. Τα ποντίκια είχαν ήδη αρχίσει να βγαίνουν στους δρόμους. Οι μουσούδες μύριζαν τον αέρα με ανυπομονησία και τα ποδαράκια τους ακούγονταν να τρέχουν σαν ποδαράκια μικρών διαβόλων πίσω από τις γωνίες των δρόμων και στα πατάρια των σπιτιών. Ο ήχος τους τρέλλαινε τα στήθη και των δύο γυναικών, κάτι σκοτεινό αναδεύονταν πίσω από το στέρνο και τις θηλές και ανακατεύονταν με το αίμα που κυλούσε μέσα στο σώμα τους.
Οι γνωστοί και οι συγγενείς απόρησαν με την απόφαση να κρατηθεί το μωρό. Ήταν κάτι παραπάνω από σκανδαλώδες και έγινε ακόμη χειρότερο όταν αποφασίστηκε η Λύκεα να συνεχίσει να ζει μέσα στο σπίτι με τον γιο της αντί να τη στείλουν σε κάποιο μοναστήρι όπως είχε ακουστεί.
Το αγόρι ονομάστηκε Λύδιος και διάλεξε το όνομά του μόνο του. Η Λύκεα αποφάσισε να το κρατήσει αβάφτιστο μέχρι την ηλικία των τεσσάρων ετών. Ως τότε το μωρό δεν είχε βγάλει τον παραμικρό ήχο από το στόμα του κι επιπλέον έδειχνε φανερή αδυναμία στη γιαγιά του. Της χαμογελούσε και τη ζητούσε συνεχώς. Τι παραπάνω θα μπορούσε να ζητήσει η Αλεξανδριανή που επιθυμούσε διακαώς να σκίσει στα δύο το αλαζονικό προσωπείο της κόρης της ;
Ο μικρός φοβόταν να περπατήσει και τις περισσότερες φορές πιανόταν από τους τοίχους και προχωρούσε πλαγιαστά σαν περίεργο ζωάκι. Ακουμπούσε το κεφάλι του πάνω τους και φαινόταν σα να προσπαθούσε να αφουγκραστεί την ανάσα του σπιτιού.
"Τι ανόητο παιδί" σχολίαζε δυνατά η Αλεξανδριανή για να εκνευρίσει την κόρη της κι εκείνη την κοιτούσε με μίσος, ξανά και ξανά. Ο Άλτο απέφευγε να πει το παραμικρό. Τις περισσότερες φορές προσπαθούσε να προσποιηθεί πως το μωρό δεν υπήρχε στο σπίτι, ειδικά όταν η Αλεξανδριανή βρισκόταν μπροστά του.
Όμως όταν εκείνη έλειπε, το χάιδευε στο κεφάλι, φοβισμένος. Κι όταν το αγόρι τον κοιτούσε βαθιά στα μάτια, αισθανόταν έναν οξύ πόνο να κεντρίζει το στομάχι του. Κρατιόταν με το ζόρι να μην αρπάξει το μωρό και το εκσφενδονίσει έξω από όποια πόρτα ή παράθυρο έβρισκε μπροστά του. Ήθελε τόσο πολύ να το σκοτώσει που οι εικόνες του νεκρού μωρού, τον έκαναν να ανατριχιάζει από μια παράξενη γλυκύτητα που μούδιαζε τα άκρα και το στέρνο του. Και ο εγγονός του λες και το ήξερε, μπορούσε να σταθεί με τις ώρες γονατιστός μπροστά του και να τον κοιτάζει επίμονα σα να ήθελε να βιδωθεί μέσα στο κεφάλι του. Και τότε ο πόνος του γινόταν ανυπόφορος. Κάτωχρος ζητούσε να του φέρουν τα πιο δυνατά αναλγητικά χάπια με τις χούφτες.
"Δε μιλάει, περπατάει σαν μικρός κάβουρας κι επιπλέον κοιτάζει σα βλαμμένο όποιον δει. Νομίζω πως ο εγγονός μας είναι πραγματικά ηλίθιος. Εσύ τι λες;"
Ο Άλτο συμφωνούσε γενικώς κι αορίστως, μην προσθέτοντας ή αφαιρώντας τίποτα. Κάθε συζήτηση σχετική του ήταν ανυπόφορη μα πίεζε τον εαυτό του να δείξει πως ενδιαφέρεται.
"Πρέπει να τον πάμε να τον δει κάποιος γιατρός..Θα πρότεινα να τον πάρουμε κρυφά από τη Λύκεα, ας πούμε την ώρα που κοιμάται. Πως σου φαίνεται; Δε νομίζω να μάς αφήσει αλλιώς και ο κόσμος σχολιάζει. Είναι τεσσάρων χρονών και φέρεται σα να είναι δέκα μηνών. Είμαι σίγουρη πως κάτι τρέχει. Ίσως να μην ακούει καλά! Ελπίζω να μην είναι σχιζοφρενής όπως εκείνος ο ξάδελφος σου που σκαρφάλωνε τις νύχτες γυμνός στα κεραμίδια και ούρλιαζε σα λύκος!
Η Αλεξανδριανή ξέσπαγε στα γέλια καθώς θυμόταν τον ξάδελφο του άντρα της που έβγαινε τα βράδια και δάγκωνε τις γάτες στις στέγες σαν κανονικό ζώο.
" Όπως βλέπω, αντικρίζεις τα πράγματα μόνο από τη δική σου πλευρά και βλέπεις μόνο ό,τι συμφέρει εσένα. Ξεχνάς. Να σου θυμίσω λοιπόν τον θείο σου που έβλεπε ιπτάμενα κιόσκια και νεκρούς να σέρνονται στο σαλόνι του; Να σου θυμίσω ότι τον έπιασαν να σπάει σταυρούς στα νεκροταφεία και ως τώρα βρίσκεται κλεισμένος στο ψυχιατρείο; Ή την αδελφή σου που έχωνε βελόνες στα νύχια της; Η οικογένεια σου είναι όλη για το τρελλοκομείο."
Ο Άλτο άνοιγε διάπλατα την εφημερίδα του με επιδεικτικό θόρυβο, καθώς τα έλεγε αυτά, για να την κάνει να αφηνιάσει περισσότερο. Δεν ανησυχούσε καθόλου για το μωρό κι αν ήταν στο χέρι του απλώς θα το εξαφάνιζε.
Η Λύκεα σα να μην είχε καμία επαφή με την πραγματικότητα, προσπαθούσε να μάθει τον τετράχρονο γιο της να διαβάζει. Καθόταν όλο το πρωινό και του έδειχνε τα γράμματα, χρωμάτιζε μαζί του κάθε άλφα και βήτα και τραγουδούσε τις ουρές του λάμδα και του δέλτα. Έβαζε χέρια στα ωμέγα και δάκρυα στα όμικρον. Έφτιαχνε παραμύθια με όλα τα γράμματα και υπομονετικά του έλεγε και ξαναέλεγε όλες τις συλλαβές. Ο μικρός έδειχνε να μαγεύεται και κρεμόταν από πάνω της ενθουσιασμένος. Οι μικρές του παλάμες γραπώνονταν από τις μαβιές ζακέτες της Λύκεας και το μικρό του στηθάκι ανεβοκατέβαινε αργά ευχαριστημένο καθώς άκουγε τον ήχο των γραμμάτων, σιωπηλό, δίχως μιλιά.
Μέχρι που ένα απόγευμα ανέβηκε στα γόνατα της Αλεξανδριανής πριν τρέξει η μητέρα του να τον πιάσει και είπε " Τον πρίγκιπα τον λένε Λύδιο.."
Η καρδιά της Αλεξανδριανής πλημμύρισε από μια πρωτόγνωρη τρυφερότητα. Η μυρωδιά του μωρού γέμισε τα ρουθούνια της, σα φρεσκοψημένο γλυκό.
"Ποιος πρίγκιπας μωρό μου;" ρώτησε ατάραχη λες και το αγόρι μιλούσε εδώ και χρόνια.
"Στο βιβλίο. Κι εμένα Λύδιο με λένε"
Οι λέξεις έρεαν σαν ποτάμι από το στόμα του. Οι προτάσεις του δεν είχαν το παραμικρό λάθος. Κι η προφορά του ήταν προφορά μεγάλου παιδιού, δίχως κανένα ψεύδισμα ή σύριγμα.
Ο Λύδιος που τα έκανε όλα με τους δικούς του ρυθμούς. Ο Λύδιος που απαιτούσε από τον φρενιασμένα περιστρεφόμενο, κόσμο να σταματήσει και να σκύψει μπροστά του, δηλώνοντας υποταγή. Ο Λύδιος που σήκωνε ατάραχα κι ειρωνικά το φρύδι του σε κάθε τι που επιχειρούσε να ανακόψει, εσκεμμένα ή ακουσίως την πορεία του. Κανείς δεν μπορούσε να τον εμποδίσει σε τίποτα και κανένας δεν είχε δικαίωμα να εκφράζει άλλες απόψεις μπροστά του. Οι δικές του ήταν οι καλύτερες γιατί το δικό του σώμα πετάγονταν γυμνό μέσα στο πλήθος των αγνώστων ανθρώπων που δεν επιθυμούσαν να γίνουν γνωστοί. Και η δική του φωνή εξέφραζε με τον πιο ζωντανά δονούμενο ήχο, το πως εκείνος αντιλαμβάνονταν τα περιρρέοντα, πτερόεντα και άχρηστα νοήματα γύρω του. Επομένως δε χρειάζονταν κανέναν να του σηκώσει το δάχτυλο κάτω από τη μύτη του, ούτε να του το χώσει μέσα στη μύτη του. Επιθυμούσε να κυλήσει σαν ανάλαφρο βαρελάκι στην κατηφόρα που είχε ήδη αισθανθεί ότι ένα άγνωστο χέρι τον είχε πετάξει. Κάποιος ή κάτι ήθελε να διασκεδάσει την ανία του και διάλεξε ανάμεσα σε άλλους και τον Λύδιο, για να μπορέσει να το κάνει. Δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να τον ενδιαφέρει για τους άλλους και για το αν νοιώθουν βαρελάκια, γλάροι, ζουζούνια ή βουνά. Τη δική του απόφαση την είχε πάρει.
Ο Λύδιος είχε γεννηθεί ως βαρελάκι και θα κομματιαζόταν ως βαρελάκι στο τέρμα του κατηφορικού δρόμου.
Για αυτόν ακριβώς το λόγο θεωρούσε αχρείαστο και εντελώς ηλίθιο να επιβεβαιώνει ή να απορρίπτει φήμες και σχόλια που είχαν ως επίκεντρο τον ίδιο και τις ασυνήθιστες αντιδράσεις του. Έλεγαν πως είναι αμφιφυλόφιλος ή ομοφυλόφιλος ; Γιατί να το δεχτεί ή γιατί να το αρνηθεί; Δεν έβρισκε νόημα σε κανένα από τα δύο. Θεωρούσε πιο ενδιαφέρον και πιο ειλικρινές να συντηρεί πάνω από το κεφάλι του τα σύννεφα των διττών ερμηνειών που επιδέχονταν οι πράξεις του, έμοιαζαν αστεία απειλητικά σαν το τσεκούρι που κρέμονταν από το ταβάνι, στο παλιό παραμύθι.
"Κι αν το τσεκούρι πέσει και κόψει το λαιμό μου; Τι θα συμβεί τότε, Ραφαήλ;" με ρωτούσε αστειευόμενος και περίμενε όπως πάντα να του απαντήσω.
''Αν θα πέσει το τσεκούρι δεν θα κόψει το λαιμό σου, γιατί ο λαιμός σου δεν κόβεται εύκολα'' απαντούσα, έχοντας μάθει πια σα μικρό ποιηματάκι την απάντηση που περίμενε και απαιτούσε. Ασυναίσθητα τότε, έφερνε το χέρι στο λαιμό του και άγγιζε απαλά τις χορδές που πάλλονταν πίσω από το μήλο του Αδάμ. Ικανοποιημένος, κουνούσε με ευχαρίστηση το κεφάλι του και χαμογελούσε σα μυθικός σουλτάνος, που μόλις είχε ξυπνήσει από τον πιο ηδονικό του ύπνο.
Αισθανόταν δυνατός και ανίκητος. Ακόμη κι όταν ήταν ολοφάνερο πως το μυαλό του ξέφευγε από τους δρόμους της λογικής, πλησιάζοντας στην τρέλα, ακόμη και τότε μου φαινόταν αδύνατον να μην τρέμω τις εκρήξεις των πιο βαθιών του ονείρων, των πιο καλά κρυμμένων εφιαλτών του. Λες και οι εφιάλτες του και τα όνειρα του, πλέκονταν, με έναν σκοτεινό ακατανόητο τρόπο, με τους τρόμους και φόβους που εγώ είχα μέσα μου.
Και καθώς η εξοδός του από το ψυχιατρείο, με είχε αφήσει σχεδόν δίχως μαλλιά και τα νύχια μου είχαν πια αρχίσει να γυρίζουν προς τα μέσα και να μπήγονται στο δέρμα και δεν είχαμε αφήσει κατάστημα για κατάστημα με περούκες δίχως να μας κάνουν υποκλίσεις, αποφάσισα πως είναι καιρός πια να αρχίσω να ακολουθώ - έστω και δειλά- τις σοφές συμβουλές του. Να ξαφνιάζω τους πάντες και τα πάντα, με ό,τι μέσα είχα διαθέσιμα. Προς το παρόν, είχα μόνο τις κατάμαυρες, αραιές και άγριες αφάνες των τριχών πάνω στο κεφάλι μου, δυο παλάμες όμοιες με οπλές άρρωστου αλόγου και στριφογυριστά δάχτυλα με νύχια σα βλαστούς θαλάσσιων λουλουδιών να μπαίνουν όλο και βαθύτερα μέσα στο δέρμα.
Όπου έμπαινα άρχισα να βγάζω μπροστά στους άλλους την περούκα που ο θείος Λύδιος μου είχε αγοράσει. Άφηνα σε κοινή θέα το σοκαριστικό θέαμα του κρανίου μου. Οι πωλητές κοιτούσαν κατάπληκτοι, φρικιάζοντας αλλά χαμογελώντας ευγενικά, οι τραπεζίτες ήταν λίγο πιο αγενείς καθώς προσπαθούσαν με τρόπο να τεντώσουν τους λαιμούς τους για να έχουν πανοραμική θέα στις φαγωμένες περιοχές του κεφαλιού μου. Χτυπούσα, δήθεν με ανυπομονησία, τα γδαρμένα μου νύχια πάνω στα γκισέ και όταν το βλέμμα όλων έπεφτε στα νεκρά μου δάχτυλα, φρόντιζα να επιδεικνύω με μεγάλη υπερηφάνεια τις τετραγωνισμένες πεπλατυσμένες άκρες τους, γεμάτες κίτρινα υπολείμματα από το δέρμα που ξύνονταν μόνο του.
Όσο περνούσε ο καιρός έδειχνα όλο και περισσότερα. Ο θείος Λύδιος με προέτρεπε να γίνω ακόμη πιο τολμηρός. Την ημέρα που έβγαλα μέσα σε ένα πολυκατάστημα τα παπούτσια και τις κάλτσες μου και έδειξα σε όλους την σπάνια αρρώστια των νυχιών μου, προκαλώντας μικρές γυναικείες κραυγές αηδίας και βαριές αγανακτισμένες αντρικές φωνές που πρόσταζαν έτσι γενικώς και αορίστως να βρεθεί κάποιος να με μαζέψει, ήξερα πως είχα δώσει τη μεγαλύτερη διασκέδαση στον Λύδιο.
Όταν τα μαλλιά μου άρχισαν να ξαναμακραίνουν κανονικά και τα νύχια μου γύρισαν στη σωστή θέση τους, η απογοήτευση του Λύδιου ήταν ολοφάνερη. Δεν άξιζα πια και πολλά πράγματα ως αξιοθέατο. Δεν μπορούσα να σοκάρω κανέναν και αυτό τον δυσαρεστούσε τόσο πολύ που σταδιακά έπαψε και να μου μιλάει. Σχεδόν. Όταν ήθελε κάτι μου το έδειχνε με το δάχτυλο. ΄Ετρεχα σαν πιστό σκυλάκι να εκτελέσω τις διαταγές του. Νομίζω, πως από τότε, απέκτησα τη συνήθεια να κρεμώ ελαφρά τη γλώσσα μου έξω από το στόμα μου. Χάρη σε μια σύμπτωση, είχα προσέξει πως αυτή μου η συνήθεια διασκέδαζε τον Λύδιο και αυτό με γέμισε με τόση χαρά που αμέσως φρόντισα να διογκώσω, με μεγαλύτερη υπερβολή και ξεχειλίζουσα χάρη, το θέαμα της κρεμασμένης γλώσσας μου. Άρχισα να μοιάζω με λαμπραντόρ.
"Νομίζω θα σου ταίριαζε ένα λουρί γύρω από το λαιμό. Πρέπει να αγοράσω ένα και να στο περάσω! Είσαι τόσο χαριτωμένος όταν κρεμάς τη γλώσσα σου έξω, σωστό σκυλί πολυτελείας. Μου θυμίζεις ξέρεις τη μακαρίτισσα τη μητέρα μου. Λίγο πριν πεθάνει είχε κι αυτή ακριβώς την ίδια συνήθεια. Το αίμα Ραφαήλ! Το αίμα..Λες να πεθάνεις κι εσύ σαν αυτή;''
Γελούσαμε και οι δύο γεμάτοι ικανοποίηση, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Ο Λύδιος για την ευστροφία του πνευματός του κι εγώ για την απώλεια του δικού μου.
Η μητέρα του είχε πεθάνει πολύ νέα σε ένα μυστηριώδες ατύχημα. Τη βρήκαν νεκρή στο ανοιχτό αυτοκίνητό της. Γύρω από το λαιμό της ήταν τυλιγμένο σφιχτά ένα πολύχρωμο φουλάρι του οποίου και οι δύο άκρες ήταν πιασμένες σα μακάβριες θηλιές στο χερούλι της πίσω πόρτας. Η Λύκεα οδηγούσε πάντα σα μανιακή, προσπαθώντας να κόψει την ανάσα της με τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα πίεσης του αέρα στα ρουθούνια και στα μισάνοιχτα χείλη της.
Ο Λύδιος έλεγε και ξανάλεγε και ξαναέλεγε πως η μητέρα του ήταν μια άλλη Ισιδώρα Ντάνκαν και επίσης τόνιζε και ξανατόνιζε πόσο πολύ αντιπαθούσε τη συγκεκριμένη χορεύτρια.
"Δεν είναι αστείο Ραφαήλ πως η μητέρα μου που μισούσε τόσο το χορό και ήταν το πιο αδέξιο πλάσμα που έχει γεννήσει ποτέ η φύση, πέθανε αντιγράφοντας τον τρόπο της Ντάνκαν; Αμφιβάλλω αν θα ξαναγεννηθεί τόσο ηλίθιο ον στην οικουμένη για τον επόμενο αιώνα, ίσως και περισσότερο. ''
Το μίσος για τη μητέρα του ήταν ανεξήγητο. Η Λύκεα έτρεφε υπερβολική αγάπη για το μονάδικό παιδί της. Το ασθενικό αγοράκι με τις αστείες φύτρες, σαν βολβούς κρεμμυδιών στο κεφάλι ήταν για εκείνην όλος ο κόσμος. Τα πάντα ξεκινούσαν και τελείωναν στα αδύναμα μπρατσάκια του μωρού της, στο μαλακό στομάχι του και στους τρυφερούς σα φιλετάκια, μηρούς του. Κι εκείνος από μικρός έτρεχε πίσω από τη Δωροσεβάστεια με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η Λύκεα έτρεχε πίσω από τον πατέρα της. Αδιαφορούσε πλήρως για την ασφυκτική λατρεία της νεαρής μητέρας του, όπως εκείνη αδιαφορούσε για τη δική της μητέρα.
Στην οικογένειά μας ήταν παράδοση να τρέχουμε όλοι πίσω από κάποιον άλλον. Αν αυτό σταματούσε, τότε η εύθραυστη ισορροπία που κρατούσε σα νήμα αράχνης όλο το οικόδομημα της οικογενειακής ανισορροπίας, θα κατέρρεε με εκκωφαντικό πάταγο. Οι αδυναμίες και τα κρυφά μυστικά θα άνεβαιναν στην επιφάνεια και θα επέπλεαν σαν φρικώδεις μέδουσες που κανείς δεν θα τολμούσε να κοιτάξει στα μάτια. Το γαιτανάκι μας, η κορδέλα που δενόμασταν ο ένας στη μέση ή στο στήθος ή στο λαιμό του άλλου ήταν η δικλείδα ασφαλείας.
Η Λύκεα πριν πεθάνει είχε αποκτήσει τη συνήθεια να δένει ένα λουρί σκύλου γύρω από το λαιμό της.
Το κούμπωμα του κολάρου ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία κάθε πρωί. Επι μισή ώρα χτένιζε τα μαλλιά της σε έναν σφιχτό κότσο έτσι ώστε ο κατάλευκος λαιμός της να φαντάζει ακόμη πιο μακρύς και αλλόκοτος από ό,τι ήταν. Η Λύκεα είχε τον πιο παράξενο γυναικείο λαιμό που μπορούσε κανείς να φανταστεί ποτέ. Ήταν τόσο μακρύς και τόσο λευκός ώστε έδινε την αίσθηση ενός πλαστικού αφύσικου μίσχου που μπορούσε να λυγίσει και να πάρει διάφορα σχήματα. Η ίδια θεωρούσε πως ο λαιμός της ήταν το τελειότερο σημείο επάνω της κι ένα από τα πιο αρμονικά δημιουργήματα που θα μπορούσε να είχε φτιάξει ένας θεός , αν υπήρχαν θεοί. Ο πατέρας της τον συνέκρινε με το πιο ακριβό ελεφαντόδοτο κι ήταν το αγαπημένο του σημείο όταν την κάθιζε στα γόνατά του. Της έδινε πεταχτά φιλιά στην βαθιά σκοτεινή γουβίτσα του στερνικού οστού και η Λύκεα ξεκαρδίζονταν στα γέλια, ανατριχιάζοντας ολόκληρη, καθώς τον άκουγε να επαινεί ξανά και ξανά την τελειότητα της ομορφιάς της κόρης του για το γαλακτερό χρώμα και το αγαλμάτινο μήκος του σβέρκου της.
'Οταν τελείωνε με το φτιάξιμο του περίτεχνου κότσου, καθόταν στο βελούδινο υπερυψωμένο ταμπουρέ μπροστά από την τουαλέττα της και κάρφωνε με αληθινή περιέργεια τα μάτια της πάνω στην αυστηρή φιγούρα του νεαρού κοριτσιού που την κοιτούσε μέσα από τον καθρέφτη. Το χτένισμα αυτό την έκανε να φαίνεται μεγαλύτερη από όσο ήταν κι αυτό της άρεσε. Έγερνε το κεφάλι της αργά προς τα δεξιά κι ύστερα προς τα αριστερά, θαυμάζοντας την απαλή καμπύλη που δημιουργούσε αυτή η ελαφριά κλίση, ακριβώς στο σημείο εκείνο που ο λαιμός ξεπρόβαλε σα λευκό μαλακό φίδι πίσω από τη μικρή κρυψώνα των λοβών. Σκεφτόταν ότι ήταν όμορφη κι έπειτα πασάλειβε όλο το λαιμό της γύρω γύρω και πάνω κάτω με ένα από τα πανάκριβα αρώματα που της έκανε δώρο ο πατέρας της. Οι κινήσεις της ήταν πανομοιότυπες με τις κινήσεις των παλαιστών πριν βγουν στην παλαίστρα, τη στιγμή που πασπαλίζουν τους χοντρούς λαιμούς τους και τα σκληρά χέρια με ταλκ. Ακόμα κι ο τρόπος που τίναζε το κεφάλι της στο τέλος του πασαλείμματος ήταν ο τρόπος του παλαιστή που προσπαθεί να ξεφορτωθεί τα ενοχλητικά υπολείμματα σκόνης που αιωρούνται γύρω του. Η Λύκεα προσπαθούσε να εξαφανίσει και την παραμικρή παραπανίσια υγρότητα του αρώματος, παραπανίσια από αυτήν που η ίδια επιθυμούσε, πριν κουμπώσει το σκυλίσιο κολάρο πάνω στο λαιμό της. Είχε προσέξει πως αν άφηνε το άρωμα στο λαιμό για οκτώ δευτερόλεπτα, τα οποία μετρούσε σιωπηλή μέσα της κι αν τίναζε το κεφάλι της δυο φορές πριν το κολάρο ακουμπήσει πάνω στη σάρκα του λαιμού της, τότε όλη η ουσία της μυρωδιάς του αρώματος, το κατακάθι πάνω από το κατακάθι, οι φυσαλίδες πίσω από τις φυσαλίδες και η πρώτη βαθιά ανάσα που ανοίγει σαν πολύτιμο κενό μέσα στο μπουκάλι, κλειδώνονταν πίσω από το άγριο πετσί που κολλούσε γερά στο δέρμα της και σε κάθε κίνηση του κεφαλιού της ορμούσαν στην ατμόσφαιρα ακράτητα, σφίγγοντας σαν αόρατη τανάλια ηδυπάθειας όποιον άτυχο βρίσκονταν δίπλα της.
Το κολάρο ήταν δερμάτινο, σε βαθύ μωβ χρώμα και στο πίσω μέρος του είχε ένα χοντρό κρικάκι από όπου κάποιος θα μπορούσε να δέσει μια αλυσίδα. Ο Λύδιος ακόμη και σήμερα λέει πως κάποια βράδυα ξυπνάει από τα βαθιά ουρλιαχτά της μητέρας του. Ξέρει πως δεν είναι αλήθεια, η μητερα του έχει πεθάνει τόσα χρόνια, αλλά ξέρει επίσης πως οποιαδήποτε στιγμή της νύχτας η μακαρίτισσα μπορεί να μπει στο δωμάτιο του και να σέρνεται στα γόνατά της, με την αλυσίδα περασμένη στο λαιμό και τη μουσούδα της να οσφρίζεται με μανία το πάτωμα, ακολουθώντας ίχνη και μυρωδιές σαν κανονική σκύλα. Και τότε όλα εμφανίζονται πάλι, ολόιδια και απαράλλαχτα, σα μια επαναληπτική παράσταση ειρωνίας της οποίας ο σκοπός είναι να θυμίσει στο Λύδιο πως ο χρόνος είναι μια χοάνη αναμνήσεων που γίνονται στιγμές. Πριν καν καταλάβει πως όλη αυτή η ασυναίσθητη και αέναη διαδικασία τυπώνεται σαν πολύτιμη δαγκεροτυπία στο θρόισμα ελάχιστων δευτερολέπτων που διαρκεί η εικόνα, ο ήχος, η γεύση και το άγγιγμα.
Ο παππούς του εμφανίζεται στο άνοιγμα της πόρτας και προστάζει τη μητέρα του να κάτσει στα γόνατά της. Κλείνει δίχως θόρυβο την πόρτα πίσω του και πλησιάζοντας το ανθρώπινο ζώο που σέρνεται αργά αργά στη μέση του δωματίου, περνάει με μια επιδέξια γρήγορη κίνηση μια χοντρή αλυσίδα από αυτές που δένουν τα τσοπανόσκυλα, στον κρίκο του κολάρου. Η έκφραση της απόλυτης ευτυχίας απλώνεται στο πρόσωπο της Λύκεας. Σιωπηλά σκύβει κι αρχίσει να γλύφει τα παπούτσια του πατέρα της. Τα ρουθούνια του τρεμοπαίζουν νευρικά και το σώμα του γίνεται στητό και άκαμπτο.
"Αν μας έβλεπε τώρα η μητέρα σου, θα ήταν εξαιρετικά δυστυχισμένη και απρόβλεπτα επιθετική. Κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει το δέσιμο που έχουμε εμείς οι δύο μεταξύ μας. Σωστά μικρή μου αγαπούλα;''
Η Λύκεα κουνάει καταφατικά το κεφάλι της και ο μακρύς λαιμός της φαίνεται σαν κάτασπρος μίσχος που ταλαντεύεται νευρικά μες στο σκοτάδι. Τα σάλια της στάζουν στο πάτωμα, μπροστά από τις σόλες του πατέρα της. Εκείνος σκύβει και τη φιλάει βαθιά στο στόμα κρατώντας σχεδόν όλο της το πρόσωπο μέσα στα χέρια του. Ο Λύδιος είναι κρυμμένος πίσω από τα φύλλα του κινέζικου παραβάν. Τα μικρά του πόδια καταλαβαίνουν πως το θέαμα που παρακολουθεί έχει κάτι το αφύσικα παράξενο κι αρχίζουν να τρέμουν. Σάλια αρχίζουν να τρέχουν κι απ'το δικό του στόμα και πριν προλάβει να τα μαζέψει με τα χέρια του, ουρεί πάνω στο παντελόνι του. Και τη στιγμή που ο παππούς του γονατίζει κι αυτός στα τέσσερα, ο Λύδιος ορμά έξω από το παραβάν και χώνει τα γέματα ούρα δαχτυλά του μέσα στα μάτια της μητέρας του, ουρλιάζοντας υστερικά.
Ι' ΚΕΦΑΛΑΙΟ
''Από εκείνη τη στιγμή, ζω με το διάβολο. Πρέπει όμως να καταλάβεις πως αυτός δε βρίσκεται μέσα μου. Για ποιο λόγο να μπει εκείνος μέσα μου; Είμαι πολύ καλύτερος από το διάβολο Ραφαήλ. Εγώ τον βρήκα και μπήκα κάτω από το δέρμα του, άκουσα το βόμβο από το ζεστό του αίμα, είδα από κοντά τα μάτια του και γεύτηκα την αλμυρότητα της ανάσας του. Η ανάσα του διαβόλου είναι αλμυρή Ραφαήλ. Κι αν τη γευτείς μια φορά, επειδή εσύ το θέλησες κι όχι εκείνος, τότε ξαναγυρνάς. Και ξαναγυρνάς. Μέχρι να τον κάνεις ολότελα δικό σου. Ώσπου το βουητό που πλημμυρίζει τις φλέβες του να μην μπορεί να αντισταθεί στο δικό σου και να μην μπορεί να κατοικήσει πουθενά αλλού παρά μόνο μέσα στο δικό σου σώμα, στο δικό σου μυαλό, στη δική σου ψυχή. Ο διάβολος είναι παθιασμένος μαζί μου Ραφαήλ. Αναγνώρισε τη δύναμή μου πάνω του. Τον έχω υποτάξει. Ο διάβολος είναι το πιστό μου κουτάβι Ραφαήλ. Μπορώ να χαιδέψω τη μουσούδα του, όποτε θέλω. Να τον κλωτσήσω στα πλευρά όποτε θέλω. Να φτύσω πάνω του, όποτε θέλω. Να τον ταϊσω στο στόμα, όποτε θέλω. Να τον αφηνιάσω ή να τον ησυχάσω τόσο γρήγορα που να παρακαλάει να μη φύγω από μέσα του ποτέ. ''
Όταν τον άκουγα να μιλάει έτσι, προσπαθούσα να καταλάβω τι ακριβώς εννοεί. Αν κάποιο παράξενο ή κρυφό νόημα βρίσκονταν στα λόγια του. Αν με κορόιδευε ή αν μιλούσε σοβαρά. Σιγά σιγά έμαθα όχι μόνο να μην αμφισβητώ τι λέει, αλλά επιθυμούσα σαν τρελλός να μπορέσω να αισθανθώ ό,τι ακριβώς εκείνος αισθανόταν. Να κυριεύσω κι εγώ κάποιον δαίμονα ή ένα μυθικό κτήνος.
"Βλέπω πως με κοιτάς διερευνητικά Ραφαήλ. Ψάχνεις να βρεις σε αυτά που σου λέω την είσοδο που θα σου επιτρέψει να μπεις στον κόσμο των τεράτων που περιμένουν να εξημερωθούν. Με θαυμάζεις επειδή εγώ εξημέρωσα το μεγαλύτερο από αυτά τα τέρατα, τον βασιλιά των τεράτων, έτσι δεν είναι; Πες μου αλήθεια, πως τα φαντάζεσαι αυτά τα τέρατα; Μαντρωμένα σαν άγρια πρόβατα, περιφραγμένα από τον ασφαλέστερο φράχτη ή ελεύθερα στις πιο παράξενες πεδιάδες που έχει ποτέ φανταστεί άνθρωπος, λουσμένα στην ομορφιά του δυνατότερου φωτός; Πες μου Ραφαήλ. Μη με κοιτάς σαν ηλίθιος. Είσαι εξυπνότερος από ό,τι δείχνεις. Το ξέρω πια.''
Η μητέρα μου μας άκουγε συνήθως σιωπηλή καθώς κουνούσε με πραγματική μανία το σώμα της στην κουνιστή πολυθρόνα. Ο εκνευριστικά μονότονος θόρυβος του επίπλου πάνω στο παλιό πάτωμα εισχωρούσε σα μαχαίρι μέσα στο κεφάλι μου. Έβηχε και ρουφούσε τη μύτη της με πνιχτούς μικρούς ήχους, απομεινάρια της ευγενικής της ανατροφής κι έπειτα επαναλάμβανε τις λέξεις ''Βιάδολος, βιάδολος, βιάδολος''. Οι συλλαβές ακόμη χοροπηδούσαν μπερδεμένες πάνω στη γλώσσα της και έμπαιναν στη λάθος σειρά, κανοντάς την να ηχεί σαν κούκλα με χαλασμένο μηχανισμό.
''Ναι, Δωροσεβάστεια ''βιάδολος'' '' επαναλάμβανε ο Λύδιος. Εκείνη τότε μείωνε για λίγο τον ξέφρενο ρυθμό της ταλάντευσής της και του χαμογελούσε, ερωτευμένη και φλεγόμενη. Παραπονιόταν πως η σάρκα της έκαιγε και αν προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπους να την ανακουφίσουμε μας έδιωχνε με τις χειρότερες βρισιές από κοντά της.
"Πάντα το έλεγα πως είσαι τρελλή Δωροσεβάστεια και πως λάθος ανθρώπους κράτησαν στο ψυχιατρείο. Πάντα!''
''Νομίζεις ξάδελφε, αλλά κάτα βάθος κι εσύ ο ίδιος γνωρίζεις πως πλανάσαι πλάνη οικτρά. Ξέρεις πως είσαι λλετρός. Λλετρός, λλετρός, λλετρός!!'' φώναζε με τόσο δύναμη που μπορούσα να δω τα πνευμόνια της να φουσκώνουν κάτω από το κοκαλιάρικο στήθος της, σαν χαλασμένες φιάλες οξυγόνου έτοιμες να εκραγούν.
Και ήμασταν τρεις τρελλοί που κάθε μέρα προσπαθούσαν αρειμανίως να πληγώσουν ο ένας τον άλλον.
Βρίσκομαι σε ένα μεγάλο σαλόνι. Πολυτελείς πολυθρόνες βρίσκονται δεξιά και αριστερά. Θα έλεγα πως πρόκειται σίγουρα για ξενοδοχείο, αν οι τοίχοι δεν ήταν βαμμένοι μπλε και ζωγραφισμένοι με τα πορτραίτα ενός άντρα δίχως πρόσωπο και σε διάφορες στάσεις. Αλλοπρόσαλλες. Το πιο φανταχτερό ήταν ένα πορτραίτο που παρουσίαζε τον άντρα να φοράει έναν βαθύ πορφυρό μανδύα γύρω από τις πλάτες του, δεμένο με μια ολόχρυση πόρπη. Ανασήκωνε το άδειο πρόσωπό του ελαφρά και το δεξί του χέρι ήταν γύρω από τη μέση του σα να ετοιμαζόταν να χορέψει με κάποια αόρατη παρτενέρ.
Το κεφάλι μου είναι θολό και αισθάνομαι ζαλισμένος. Προσπαθώ να θυμηθώ που βρισκόμουν πριν αλλά όλα στριφογυρίζουν μέσα στο κεφάλι μου.
Η μητέρα μου, γερασμένη αλλά στητή, πηγαινοέρχεται στο χώρο, ελέγχοντας συνεχώς τα γιγαντιαία πορτραίτα στον τοίχο. Φυσάει κάθε τόσο επάνω τους. Μου φαίνεται ότι θέλει να διώξει και τον παραμικρό κόκκο σκόνης. Ο κότσος της είναι χαλαρός και καθώς περπατάει χτυπάει μαλακά στη βάση του κρανίου της. Με κοιτάζει πλαγίως σα να συνειδητοποίησε πως την παρακολουθούσα.
« Συνήλθες αγάπη μου;»
Την κοιτάζω απορημένος.
«Κοιμήθηκες βαθιά, μετά την ένεση που σου έκανα. Πολύ βαθιά. Νομίζω πως πρέπει να έκλεισες 2 εικοσιτετράωρα τώρα. Ή μήπως είναι μια εβδομάδα; Λυπάμαι τόσο πολύ μικρέ μου Ραφαήλ που δε θυμάμαι, αλλά ξέρεις πως έχω ένα πρόβλημα με τη μνήμη μου.»
Με πλησιάζει και μου δίνει ένα βαθύ φιλί στο μέτωπο. Χαμογελά. Κλείνω τα μάτια και αντιλαμβάνομαι πως είμαι πραγματικά ζαλισμένος. Το δωμάτιο ίσως και να πλέει. Μου φαίνεται πως ακούω τον ήχο ενός κουπιού έξω από το αριστερό παράθυρο. Και το φτεροκόπημα ενός γλάρου.
«Πρέπει να πεινάς. Πεινάς καλέ μου; Πες στη μανούλα, να δει τι μπορεί να κάνει για σένα»
Την κοιτάζω πραγματικά απορημένος.
Η φούστα της είναι ξεφτισμένη στο στρίφωμα, αλλά τα παπούτσια της είναι εκτυφλωτικά. Ψηλά μαύρα παπούτσια, με μια βελούδινη φαρδιά κορδέλα στο χρώμα της ξερής λάσπης να τυλίγει το κου-ντεπιέ της. Στα γερασμένα χέρια της δε φοράει κανένα δαχτυλίδι. Μόνο μια βέρα. Και οι δύο καρποί της είναι γυμνοί.
«Θα σου φέρω να φας κάτι. Μην ανησυχείς μωρό μου.»
«Που βρισκόμαστε;» είναι το μόνο που καταφέρνω να ρωτήσω. «Τι είναι αυτό το δωμάτιο;»
«Είναι ένα δωμάτιο λατρείας» απαντάει απλά σα να μου λέει «Μου αρέσει η μουσική δωματίου».
«Δωμάτιο λατρείας; Τι διάολο είναι πάλι αυτό;» τρίβω το μέτωπο μου εντελώς ξαφνιασμένος .
«Α, α, α» κάνει κοφτά και παιχνιδιάρικα, χαζογελώντας σαν παρασιτεμένη έφηβη.
«Ραφαήλ τι έχουμε πει μωρό μου; Δεν χρησιμοποιούμε κακό λεξιλόγιο όταν μιλάμε, όσο ταραγμένοι και αν είμαστε.»
Αναστενάζει βαθιά. «Τέτοια πράγματα κάνουν μόνο όσοι είναι άξιοι της μοίρας τους Ραφαήλ. Και εσύ δεν είσαι. Όμως ποτέ πια τέτοιες λέξεις! Το υπόσχεσαι στη μανούλα;»
Την κοιτούσα εντελώς αποσβολωμένος, σαν ηλίθιος. Ήθελα να κουνήσω το κεφάλι μου πέρα δώθε, μήπως και συνέλθω, αλλά ο πόνος ήταν τόσο μεγάλος, σαν ένα χοντρό μαχαίρι να διαπερνούσε τα οπτικά μου νεύρα, που δεν το τόλμησα.
«Το υπόσχεσαι στη μανούλα;» ρωτάει ανυπόμονη τώρα και χτυπώντας το τακούνι της νευρικά.
«Δε μου λες Δωροσεβάστεια, με δουλεύεις; Τι έχεις πάθει; Τι είναι αυτό;»
«Το υπόσχεσαι στη μανούλα;» σχεδόν ουρλιάζει τώρα και τα μάτια της πετάγονται ελαφρώς έξω από τις κόγχες τους.
Στρέφω το κεφάλι μου από την άλλη για να μην τη βλέπω να ωρύεται μπροστά μου. Αυτή και οι τρέλες της! Πάντα τα ίδια και τα ίδια. Το πορτραίτο που βλέπω μπροστά μου δείχνει τον άντρα δίχως πρόσωπο να κρατάει ένα ζευγάρι πουέντ και να γέρνει ελαφρώς το κεφάλι του προς τον αριστερό του ώμο. Σα να προσπαθεί να ακούσει ένα μυστικό ή να αναρωτιέται αν το θα μπορέσει με τον ώμο του να ξύσει το αυτί του. Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο έχει αυτιά. Κοχυλένια. Σα διάφανες σπείρες.
Ξαφνικά το χέρι της Δωροσεβάστειας προσπαθεί να μου ανοίξει τα σαγόνια και το πρόσωπό της βρίσκεται τόσο κοντά στο δικό μου ώστε βλέπω πεντακάθαρα τις βαθιές αηδιαστικές αυλακιές στο πλάι της μύτης της. Σαν κάποιος να τράβηξε έναν δρόμο εκεί για να μπορεί να γλιστρά όταν θέλει να ξεφύγει από το κυνηγητό της. Στο πρόσωπο της μητέρας μου κατοικούν μικροί αόρατοι εχθροί που γνωρίζουν πώς να μπαίνουν μες στο κεφάλι της και να την τρελαίνουν εντελώς. Τα δάχτυλά της με πιέζουν τόσο που τελικά φωνάζω από τον πόνο.
«Λιγόψυχε Ραφαήλ, πάντα δειλός ήσουν ακόμη και στα πιο ασήμαντα. Είμαι η γενναιότερη όλων. Η γενναιότερη, το ακούς; Το ακούς;»
Επιμένει να ρωτάει και να ξαναρωτάει καθώς τώρα και τα δυο της χέρια συνεργάζονται με αξιοθαύμαστη για την ηλικία της, δύναμη για να μου τεντώσουν το σαγόνι.
« Αφού λοιπόν δεν υπόσχεσαι, θα σε μάθω εγώ να υπόσχεσαι!» Με μια απότομη κίνηση βγάζει απ’ την τσέπη της φούστας της, ένα μικρό κουτάκι και εξακολουθώντας να ανοίγει το σαγόνι μου σαν έμπειρος θηριοδαμαστής, αδειάζει το περιεχόμενο μέσα στο στόμα μου. Η γλώσσα μου φλέγεται. Τα μάτια μου πετάγονται από τις κόγχες τους και ο λαιμός μου στεγνώνει σε δευτερόλεπτα. Η τρελή με ανάγκασε να φάω πιπέρι! Κλωτσάω τα πόδια μου στον αέρα και σηκώνομαι έξαλλος, ψάχνοντας για νερό. Στέκεται και με κοιτάζει χαμογελώντας ειρωνικά, πολύ ευχαριστημένη με αυτό που έκανε.
«Κακό παιδί Ραφαήλ! Κακό! Κακό! Κακό!»
Βρίζω δίχως να μπορώ να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Χρησιμοποιώ τα χειρότερα λόγια που μπορεί κάποιος να ξεστομίσει και είμαι έτοιμος να τη χτυπήσω. Όλο μου το στήθος τρέμει από τη φλόγα που ξεχύθηκε μέσα του.
«Ναι, ναι, ναι» επαναλαμβάνει με ικανοποίηση, «χτύπα τη μητέρα σου!» και με πλησιάζει όλο και περισσότερο, σα να επιθυμεί πραγματικά να τη χτυπήσω. Με φρίκη διαπιστώνω πως η μοναδική πόρτα που υπάρχει μέσα στο δωμάτιο είναι κλειδωμένη. Ρουφάω σχεδόν όλο το κονιάκ που μου δίνει με μια γουλιά. Μου φαίνεται πως θα τρελαθώ.
«Πες μου τώρα αμέσως τι συμβαίνει! Αμέσως!» Ουρλιάζω σαν θηρίο. Είμαι έτοιμος να την κατασπαράξω αν συνεχίσει!
Πιάνει το χέρι μου μαλακά στο δικό της. Αισθάνομαι το τεντωμένο δέρμα της κρύο.
«Ήδη σου είπα, βρισκόμαστε στο δωμάτιο λατρείας, αλλά δε με αφήνεις να σου εξηγήσω περαιτέρω Ραφαήλ. Παραφέρεσαι, όπως πάντα. Νομίζω πως η κλειστοφοβία που είχες από μικρός δεν σε έχει ξεχάσει ακόμη. Έχω δίκιο;» αναρωτιέται ρητορικά και χαμογελά πάλι.
«Εξήγησε μου λοιπόν που να πάρει ο διάολος, εξήγησε μου να καταλάβω επιτέλους τι συμβαίνει εδώ μέσα!»
Ανοίγει αργά αργά τα πρώτα κουμπιά από το πουκάμισό της. Ένα μικρό κλειδάκι κρέμεται απ’ το λαιμό της. Το αρπάζω σπάζοντας το κορδόνι και ανοίγω την πόρτα με την ανυπομονησία ενός θαμμένου. Απόλυτο σκοτάδι με υποδέχεται. Μια παράξενη βαριά μυρωδιά υπάρχει στον χώρο.
«Περίμενε να ανοίξω τα φώτα, μη βιάζεσαι» μουρμουρίζει σχεδόν γελώντας χαρούμενα. Η φωνή της πάλλεται από ανυπομονησία και προσμονή για κάτι του οποίου η ύπαρξη είναι ολοφάνερο ότι την κάνει να ριγεί από ευτυχία. Μέσα στο δωμάτιο, στο κέντρο ακριβώς, υπάρχει ένα πολύ μεγάλο κρεβάτι με βαριά σκεπάσματα. Ένας άνθρωπος είναι ξαπλωμένος, σα να κοιμάται. Τα πόδια μου τρέμουν. Η ανάσα παγώνει στο στήθος μου. Δεν έχω κουράγιο να πλησιάσω, αλλά πρέπει, το ξέρω, ξαφνικά τα έχω καταλάβει όλα αν και ακόμη κάτι μέσα μου αντιστέκεται να παραδεχθεί την τρέλα της παράστασης που η μητέρα μου έχει οργανώσει.
«Έλα Ραφαήλ, πλησίασε, μα τι μαρμάρωσες και στέκεσαι σα χαζός; Προχώρησε σου λέω» και γεμάτη χαρά, σα μικρό κοριτσάκι με τραβά προς το κρεβάτι.
Μου έρχεται λιποθυμία. Ο θείος Λύδιος είναι ξαπλωμένος, με τις κουβέρτες τακτοποιημένες κάτω από το στήθος του, όλόισιες και ατσαλάκωτες. Τα μάτια του είναι κλειστά. Το πρόσωπο του έχει ένα περίεργο χάλκινο χρώμα. Τα άσπρα του μαλλιά είναι πατημένα μέχρι μανίας κάτω από ένα σκισμένο λεπτό φιλέ και το στόμα του δείχνει πεισματικά κλειστό σαν να είναι κολλημένο με κόλλα.
«Θεέ μου» ψιθυρίζω καθώς κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού και πιάνω το χέρι του Λύδιου. Κρύο σαν πάγος. Το πρόσωπό του το ίδιο, τα μάτια του, τα μάγουλά του, τα χείλη.
«Ο θείος Λύδιος ανυπομονούσε τόσο να σε δει!»
Η Δωροσεβάστεια είναι τόσο ευτυχισμένη, τα μάτια της γελούν, τα δάχτυλά της παίζουν αμήχανα με τη ζώνη της και το μαργαριταρένιο κολιέ στο λαιμό της λάμπει ολόκληρο σαν τεράστιο χαμόγελο.
«Μα πες κάτι του θείου σου Ραφαήλ. Μη στέκεσαι έτσι. Ξέρεις τι αδυναμία σου έχει! Πριν από λίγο μου έλεγε πως θέλει οπωσδήποτε να σε δει. Και είναι ξεροκέφαλος! Παρόλο που οι επισκέψεις τον κουράζουν, εκεί επιμένει! Τι τρελό παιδί!»
Το γάργαρο γέλιο της ξεσπά τρυφερό και ερωτευμένο, γεμίζει κάθε γωνιά του δωματίου και είναι σα να πολλαπλασιάζεται. Σαν όλο το δωμάτιο να πλημμυρίζει μικρά γέλια που αντηχούν όλο και δυνατότερα κι ύστερα ξαφνικά σβήνουν. Με κοιτάζει σοβαρή και περιμένει.

5 σχόλια:
Επιτέλους!
αν δεν πιεζόμουν να το κάνω, δεν θα το έκανα!
χρειάζομαι κάποιον να με πιέζει να τελειώσω κάτι αλλιώς είμαι πιο αργή και από σαλιγκάρι
Χαιρετίζω τον καταπιεστή σας.
Ρεγγίνα χαίρομαι!
σ'ευχαριστώ Μέριλ!
Post a Comment