Jul 17, 2010

Είναι ένα δωμάτιο λατρείας (Λύδιος 54)

_


«Είναι ένα δωμάτιο λατρείας» απαντάει σα να μου λέει «Μου αρέσει η μουσική δωματίου».

«Δωμάτιο λατρείας; Τι διάολο είναι πάλι αυτό;» τρίβω το μέτωπο μου εντελώς ξαφνιασμένος και αποπροσανατολισμένος.

«Α, α, α» κάνει κοφτά και παιχνιδιάρικα, χαζογελώντας σαν παρασιτεμένη έφηβη.

«Ραφαήλ τι έχουμε πει μωρό μου; Δεν χρησιμοποιούμε κακό λεξιλόγιο όταν μιλάμε, όσο ταραγμένοι και αν είμαστε.»

Αναστενάζει βαθιά. «Τέτοια πράγματα κάνουν μόνο όσοι είναι άξιοι της μοίρας τους Ραφαήλ. Και εσύ δεν είσαι. Όμως ποτέ πια τέτοιες λέξεις! Το υπόσχεσαι στη μανούλα;»

Την κοιτούσα εντελώς αποσβολωμένος, σαν ηλίθιος. Ήθελα να κουνήσω το κεφάλι μου πέρα δώθε, μήπως και συνέλθω, αλλά ο πόνος ήταν τόσο μεγάλος, σαν ένα χοντρό μαχαίρι να διαπερνούσε τα οπτικά μου νεύρα, που δεν το τόλμησα.

«Το υπόσχεσαι στη μανούλα;» ρωτάει ανυπόμονη τώρα και χτυπώντας το τακούνι της νευρικά.

«Δε μου λες Δωροσεβάστεια, με δουλεύεις; Τι έχεις πάθει; Τι είναι αυτό;»

«Το υπόσχεσαι στη μανούλα;» σχεδόν ουρλιάζει τώρα και τα μάτια της πετάγονται ελαφρώς έξω από τις κόγχες τους.

Στρέφω το κεφάλι μου προς τη μία πλευρά του δωματίου για να μην τη βλέπω να ωρύεται μπροστά μου. Αυτή και οι τρέλες της! Πάντα τα ίδια και τα ίδια. Το πορτραίτο που βλέπω μπροστά μου δείχνει τον άντρα δίχως πρόσωπο να κρατάει ένα ζευγάρι πουέντ και να γέρνει ελαφρώς το κεφάλι του προς τον αριστερό του ώμο. Σα να προσπαθεί να ακούσει ένα μυστικό ή να αναρωτιέται αν το θα μπορέσει με τον ώμο του να ξύσει το αυτί του. Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο έχει αυτιά. Κοχυλένια. Σα διάφανες σπείρες.

Ξαφνικά το χέρι της Δωροσεβάστειας προσπαθεί να μου ανοίξει τα σαγόνια και το πρόσωπό της βρίσκεται τόσο κοντά στο δικό μου ώστε βλέπω πεντακάθαρα τις βαθιές αηδιαστικές αυλακιές στο πλάι της μύτης της. Σαν κάποιος να τράβηξε έναν δρόμο εκεί για να μπορεί να γλιστρά όταν θέλει να ξεφύγει από το κυνηγητό της. Στο πρόσωπο της μητέρας μου κατοικούν μικροί αόρατοι εχθροί που γνωρίζουν πώς να μπαίνουν μες στο κεφάλι της και να την τρελαίνουν εντελώς. Τα δάχτυλά της με πιέζουν τόσο που τελικά φωνάζω από τον πόνο.

«Λιγόψυχε Ραφαήλ, πάντα δειλός ήσουν ακόμη και στα πιο ασήμαντα. Είμαι η γενναιότερη όλων. Η γενναιότερη, το ακούς; Το ακούς;»

Επιμένει να ρωτάει και να ξαναρωτάει καθώς τώρα και τα δυο της χέρια συνεργάζονται με αξιοθαύμαστη για την ηλικία της, δύναμη για να μου τεντώσουν το σαγόνι. 


image: Claude Verlinde

3 σχόλια:

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ said...

Έξοχο!!!
Μα πως διατηρείτε τη φόρμα σας;

regina b. said...

Ευχαριστώ! Διατηρώ τη φόρμα μου; Λέτε; Αισθανόμουν πολύ κολλημένη τον τελευταίο καιρό. Άλλαξα δυο φορές το τέλος της ιστορίας. Και δεν είχα καν όρεξη να τη δουλέψω.

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ said...

Καλό αυτό. Δείγμα σπουδαίας δουλειάς.