Feb 23, 2010

Πίσω από το παραβάν (Λύδιος 51)


Το κούμπωμα του κολάρου ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία κάθε πρωί. Επι μισή ώρα χτένιζε τα μαλλιά της σε έναν σφιχτό κότσο έτσι ώστε  ο κατάλευκος λαιμός της να φαντάζει ακόμη πιο μακρύς και αλλόκοτος από ό,τι ήταν.  Η Λύκεα είχε τον πιο παράξενο γυναικείο λαιμό που μπορούσε κανείς να φανταστεί ποτέ. Ήταν τόσο μακρύς και τόσο λευκός ώστε έδινε την αίσθηση ενός πλαστικού αφύσικου μίσχου που μπορούσε να  λυγίσει και να πάρει διάφορα σχήματα. Η ίδια θεωρούσε πως ο λαιμός της ήταν το τελειότερο σημείο επάνω της κι ένα από τα πιο αρμονικά δημιουργήματα που θα μπορούσε να είχε φτιάξει ένας θεός , αν υπήρχαν θεοί. Ο πατέρας της τον συνέκρινε με το πιο ακριβό ελεφαντόδοτο κι ήταν το αγαπημένο του σημείο όταν την κάθιζε στα γόνατά του. Της έδινε πεταχτά φιλιά στην βαθιά σκοτεινή γουβίτσα του στερνικού οστού και η Λύκεα ξεκαρδίζονταν στα γέλια, ανατριχιάζοντας ολόκληρη, καθώς τον άκουγε να επαινεί ξανά και ξανά την τελειότητα της ομορφιάς της κόρης του για το γαλακτερό χρώμα και το αγαλμάτινο μήκος του σβέρκου της.

'Οταν τελείωνε με το φτιάξιμο του περίτεχνου κότσου, καθόταν στο βελούδινο υπερυψωμένο ταμπουρέ μπροστά από την τουαλέττα της και κάρφωνε με αληθινή περιέργεια τα μάτια της πάνω  στην αυστηρή φιγούρα του νεαρού κοριτσιού που την κοιτούσε μέσα από τον καθρέφτη. Το χτένισμα αυτό την έκανε να φαίνεται μεγαλύτερη από όσο ήταν κι αυτό της άρεσε. Έγερνε το κεφάλι της αργά προς τα δεξιά κι ύστερα προς τα αριστερά, θαυμάζοντας την απαλή καμπύλη που δημιουργούσε αυτή η ελαφριά κλίση, ακριβώς στο σημείο εκείνο  που ο λαιμός ξεπρόβαλε σα λευκό μαλακό φίδι πίσω από τη μικρή κρυψώνα των λοβών. Σκεφτόταν ότι ήταν όμορφη κι έπειτα πασάλειβε όλο το λαιμό της γύρω γύρω και πάνω κάτω με ένα από τα πανάκριβα αρώματα που της έκανε δώρο ο πατέρας της. Οι κινήσεις της ήταν πανομοιότυπες με τις κινήσεις των παλαιστών πριν βγουν στην παλαίστρα, τη στιγμή που πασπαλίζουν τους χοντρούς λαιμούς τους και τα σκληρά χέρια με ταλκ. Ακόμα κι ο τρόπος που τίναζε το κεφάλι της στο τέλος του πασαλείμματος ήταν ο τρόπος του παλαιστή που προσπαθεί να ξεφορτωθεί τα ενοχλητικά υπολείμματα σκόνης που αιωρούνται γύρω του. Η Λύκεα προσπαθούσε να εξαφανίσει και την παραμικρή παραπανίσια υγρότητα του αρώματος, παραπανίσια από αυτήν που η ίδια επιθυμούσε, πριν κουμπώσει το σκυλίσιο κολάρο πάνω στο λαιμό της. Είχε προσέξει πως αν άφηνε το άρωμα στο λαιμό για οκτώ δευτερόλεπτα, τα οποία μετρούσε σιωπηλή μέσα της κι αν τίναζε το κεφάλι της δυο φορές πριν το κολάρο ακουμπήσει πάνω στη σάρκα του λαιμού της, τότε όλη η ουσία της μυρωδιάς του αρώματος, το κατακάθι πάνω από το κατακάθι, οι φυσαλίδες πίσω από τις φυσαλίδες  και η πρώτη βαθιά ανάσα που ανοίγει σαν πολύτιμο κενό μέσα στο μπουκάλι, κλειδώνονταν πίσω από το άγριο πετσί που  κολλούσε γερά στο δέρμα της και σε κάθε κίνηση του κεφαλιού της ορμούσαν στην ατμόσφαιρα ακράτητα, σφίγγοντας σαν αόρατη τανάλια ηδυπάθειας όποιον άτυχο βρίσκονταν δίπλα της.  

Το κολάρο ήταν δερμάτινο, σε βαθύ μωβ χρώμα και στο πίσω μέρος του είχε ένα χοντρό κρικάκι από όπου κάποιος θα μπορούσε να δέσει μια αλυσίδα. Ο Λύδιος ακόμη και σήμερα λέει πως κάποια βράδυα ξυπνάει από τα βαθιά ουρλιαχτά της μητέρας του. Ξέρει πως δεν είναι αλήθεια, η μητερα του έχει πεθάνει τόσα χρόνια, αλλά ξέρει επίσης πως οποιαδήποτε στιγμή της νύχτας η μακαρίτισσα μπορεί να μπει στο δωμάτιο του και να σέρνεται στα γόνατά της, με την αλυσίδα περασμένη στο λαιμό και τη μουσούδα της να οσφρίζεται με μανία το πάτωμα, ακολουθώντας ίχνη και μυρωδιές σαν κανονική σκύλα. Και τότε όλα εμφανίζονται πάλι, ολόιδια και απαράλλαχτα, σα μια επαναληπτική παράσταση ειρωνίας της οποίας ο σκοπός είναι να θυμίσει στο Λύδιο πως ο χρόνος είναι μια χοάνη αναμνήσεων που γίνονται στιγμές. Πριν καν καταλάβει πως όλη αυτή η ασυναίσθητη και αέναη διαδικασία τυπώνεται σαν πολύτιμη δαγκεροτυπία στο θρόισμα ελάχιστων δευτερολέπτων που διαρκεί η εικόνα, ο ήχος, η γεύση και το άγγιγμα. 

Ο παππούς του εμφανίζεται στο άνοιγμα της πόρτας και προστάζει τη μητέρα του να κάτσει στα γόνατά της. Κλείνει δίχως θόρυβο την πόρτα πίσω του και πλησιάζοντας το ανθρώπινο ζώο που σέρνεται αργά αργά στη μέση του δωματίου, περνάει με μια επιδέξια γρήγορη κίνηση μια χοντρή αλυσίδα από αυτές που δένουν τα τσοπανόσκυλα, στον κρίκο του κολάρου. Η έκφραση της απόλυτης ευτυχίας απλώνεται στο πρόσωπο της Λύκεας. Σιωπηλά σκύβει κι αρχίσει να γλύφει τα παπούτσια του πατέρα της. Τα ρουθούνια του τρεμοπαίζουν νευρικά και το σώμα του γίνεται στητό και άκαμπτο.

"Αν μας έβλεπε τώρα η μητέρα σου, θα ήταν εξαιρετικά δυστυχισμένη και απρόβλεπτα επιθετική. Κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει το δέσιμο που έχουμε εμείς οι δύο μεταξύ μας. Σωστά μικρή μου αγαπούλα;''

Η Λύκεα κουνάει καταφατικά το κεφάλι της και ο μακρύς λαιμός της φαίνεται σαν κάτασπρος μίσχος που ταλαντεύεται νευρικά μες στο σκοτάδι. Τα σάλια της στάζουν στο πάτωμα, μπροστά από τις σόλες του πατέρα της. Εκείνος σκύβει και τη φιλάει βαθιά στο στόμα κρατώντας σχεδόν όλο της το πρόσωπο μέσα στα χέρια του. Ο Λύδιος είναι κρυμμένος πίσω από τα φύλλα του κινέζικου παραβάν. Τα μικρά του πόδια καταλαβαίνουν πως το θέαμα που παρακολουθεί έχει κάτι το αφύσικα παράξενο κι αρχίζουν να τρέμουν. Σάλια αρχίζουν να τρέχουν κι απ'το δικό του στόμα και πριν προλάβει να τα μαζέψει με τα χέρια του, ουρεί πάνω στο παντελόνι του. Και τη στιγμή που ο παππούς του γονατίζει κι αυτός στα τέσσερα, ο Λύδιος ορμά έξω από το παραβάν και χώνει τα γέματα ούρα δαχτυλά του μέσα στα μάτια της μητέρας του, ουρλιάζοντας υστερικά.


προηγούμενο μέρος εδώ

image (the swimmer) : Jane Brike

1 σχόλια:

agrampelli said...

Σκοτεινό, σαν νύχτα χωρίς φεγγάρι...Μου αφήνει μια ανατριχίλα στο σβέρκο...
Πανέμορφο!