Όταν τα μαλλιά μου άρχισαν να ξαναμακραίνουν κανονικά και τα νύχια μου γύρισαν στη σωστή θέση τους, η απογοήτευση του Λύδιου ήταν ολοφάνερη. Δεν άξιζα πια και πολλά πράγματα ως αξιοθέατο. Δεν μπορούσα να σοκάρω κανέναν και αυτό τον δυσαρεστούσε τόσο πολύ που σταδιακά έπαψε και να μου μιλάει. Σχεδόν. Όταν ήθελε κάτι μου το έδειχνε με το δάχτυλο. ΄Ετρεχα σαν πιστό σκυλάκι να εκτελέσω τις διαταγές του. Νομίζω, πως από τότε, απέκτησα τη συνήθεια να κρεμώ ελαφρά τη γλώσσα μου έξω από το στόμα μου. Χάρη σε μια σύμπτωση, είχα προσέξει πως αυτή μου η συνήθεια διασκέδαζε τον Λύδιο και αυτό με γέμισε με τόση χαρά που αμέσως φρόντισα να διογκώσω, με μεγαλύτερη υπερβολή και ξεχειλίζουσα χάρη, το θέαμα της κρεμασμένης γλώσσας μου. Άρχισα να μοιάζω με λαμπραντόρ.
"Νομίζω θα σου ταίριαζε ένα λουρί γύρω από το λαιμό. Πρέπει να αγοράσω ένα και να στο περάσω! Είσαι τόσο χαριτωμένος όταν κρεμάς τη γλώσσα σου έξω, σωστό σκυλί πολυτελείας. Μου θυμίζεις ξέρεις τη μακαρίτισσα τη μητέρα μου. Λίγο πριν πεθάνει είχε κι αυτή ακριβώς την ίδια συνήθεια. Το αίμα Ραφαήλ! Το αίμα..Λες να πεθάνεις κι εσύ σαν αυτή;''
Γελούσαμε και οι δύο γεμάτοι ικανοποίηση, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Ο Λύδιος για την ευστροφία του πνευματός του κι εγώ για την απώλεια του δικού μου.
Η μητέρα του είχε πεθάνει πολύ νέα σε ένα μυστηριώδες ατύχημα. Τη βρήκαν νεκρή στο ανοιχτό αυτοκίνητό της. Γύρω από το λαιμό της ήταν τυλιγμένο σφιχτά ένα πολύχρωμο φουλάρι του οποίου και οι δύο άκρες ήταν πιασμένες σα μακάβριες θηλιές στο χερούλι της πίσω πόρτας. Η Λύκεα οδηγούσε πάντα σα μανιακή, προσπαθώντας να κόψει την ανάσα της με τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα πίεσης του αέρα στα ρουθούνια και στα μισάνοιχτα χείλη της.
Ο Λύδιος έλεγε και ξανάλεγε και ξαναέλεγε πως η μητέρα του ήταν μια άλλη Ισιδώρα Ντάνκαν και επίσης τόνιζε και ξανατόνιζε πόσο πολύ αντιπαθούσε τη συγκεκριμένη χορεύτρια.
"Δεν είναι αστείο Ραφαήλ πως η μητέρα μου που μισούσε τόσο το χορό και ήταν το πιο αδέξιο πλάσμα που έχει γεννήσει ποτέ η φύση, πέθανε αντιγράφοντας τον τρόπο της Ντάνκαν; Αμφιβάλλω αν θα ξαναγεννηθεί τόσο ηλίθιο ον στην οικουμένη για τον επόμενο αιώνα, ίσως και περισσότερο. ''
Το μίσος για τη μητέρα του ήταν ανεξήγητο. Η Λύκεα έτρεφε υπερβολική αγάπη για το μονάδικό παιδί της. Το ασθενικό αγοράκι με τις αστείες φύτρες, σαν βολβούς κρεμμυδιών στο κεφάλι ήταν για εκείνην όλος ο κόσμος. Τα πάντα ξεκινούσαν και τελείωναν στα αδύναμα μπρατσάκια του μωρού της, στο μαλακό στομάχι του και στους τρυφερούς σα φιλετάκια, μηρούς του. Κι εκείνος από μικρός έτρεχε πίσω από τη Δωροσεβάστεια με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η Λύκεα έτρεχε πίσω από τον πατέρα της. Αδιαφορούσε πλήρως για την ασφυκτική λατρεία της νεαρής μητέρας του, όπως εκείνη αδιαφορούσε για τη δική της μητέρα.
Στην οικογένειά μας ήταν παράδοση να τρέχουμε όλοι πίσω από κάποιον άλλον. Αν αυτό σταματούσε, τότε η εύθραυστη ισορροπία που κρατούσε σα νήμα αράχνης όλο το οικόδομημα της οικογενειακής ανισορροπίας, θα κατέρρεε με εκκωφαντικό πάταγο. Οι αδυναμίες και τα κρυφά μυστικά θα άνεβαιναν στην επιφάνεια και θα επέπλεαν σαν φρικώδεις μέδουσες που κανείς δεν θα τολμούσε να κοιτάξει στα μάτια. Το γαιτανάκι μας, η κορδέλα που δενόμασταν ο ένας στη μέση ή στο στήθος ή στο λαιμό του άλλου ήταν η δικλείδα ασφαλείας.
Η Λύκεα πριν πεθάνει είχε αποκτήσει τη συνήθεια να δένει ένα λουρί σκύλου γύρω από το λαιμό της.
image :Georges Mazilu

0 σχόλια:
Post a Comment