Apr 24, 2018

Ο λόγος λοιπόν


(a)


Ήταν δύστροπος. Με θυσανωτά φρύδια και στριφτό το επάνω χείλος σα να είχε μόλις δει κάτι τρομερά αηδιαστικό. Η μύτη του κυρτή με ένα χαρακτηριστικό εξόγκωμα στην κορυφή της. Το ίδιο ακριβώς εξόγκωμα έφεραν όλοι οι άντρες της οικογενείας. Ήταν κάτι σαν οικογενειακή σφραγίδα. «Άλλοι χρειάζονται θυρεούς και οικόσημα» έλεγε ο αδερφός του, «εμείς χρειαζόμαστε τις μύτες μας για να αναγνωριζόμαστε. Όπως ακριβώς κάνουν και τα σκυλιά. Τι δυστυχία κι αυτή. Να μοιάζουμε τόσο πολύ με σκύλους.»

Το πρόσωπό του συμπλήρωναν δυο θλιβερά μάτια με κλίση προς τις κάτω γωνίες του προσώπου, κάνοντας την τελική εικόνα του προσώπου του πολύ μπερδεμένη. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει αν είχε μόλις θυμώσει ή κλάψει. Αν και τα δυο αυτά δεν έχουν και τόσο μεγάλη διαφορά.

Όμως ναι, ήταν δύστροπος. Μισάνθρωπος και περιφρονητικός προς κάθε αδυναμία των άλλων. Αισθανόταν ότι μισούσε όλο τον κόσμο, μαζί και τον εαυτό του. Το ανθρώπινο είδος ήταν η μετουσίωση μιας περιρρέουσας δυστυχίας χωρίς αρχή και τέλος , περιφερόμενης αενάως στο σύμπαν που ξαφνικά βρήκε έναν τρόπο να διασκεδάσει τον εαυτό της μεταμορφώνοντάς τον σε ανθρώπινες αναπαραστάσεις. Αναρωτιόταν για ποιο λόγο είχε γεννηθεί αν και ήξερε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος, η μητέρα του ήταν μια ηλίθια αφοσιωμένη στη γυναικεία φύση της, ο πατέρας του ένα πραγματικό βδέλυγμα που είχε το νου του συνέχεια στις απατεωνιές και ο αδελφός του άλλος ένα ηλίθιος σε μια σειρά ηλιθίων. Δεν ήθελε καν να τους απευθύνει το λόγο, αλλά ζούσε μαζί τους, ακόμη και τώρα που οι γονείς είχαν μεγαλώσει τόσο ώστε να ξεχνάει την υπάρξή τους.


Η μόνη του απόλαυση ήταν η υποχόνδρια φύση του. Κάθε ημέρα αρρώσταινε και από κάτι. Κάθε ημέρα κάποια κατάρα του σώματος τον άρπαζε στα νύχια της και τον έλιωνε δίχως έλεος. Ένα σπυρί πάνω από το φρύδι σίγουρα ήταν καρκίνος έτοιμος να φάει όλο του το πρόσωπο, ένας κόμπος στο λαιμό αναμφίβολα μετρούσε τις τελευταίες του ώρες, ένας ξαφνικός πόνος στο στέρνο ήταν καρδιακή προσβολή και πνευμονία μαζί, μια κράμπα στο στομάχι αντανάκλαση της κίρρωσης του ήπατος που αποφάσισε να εκδηλωθεί σε έναν μη αλκοολικό, ένας ξαφνικός παλμός στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του, διαβήτης ο οποίος θα οδηγούσε στο κόψιμο όλου του ποδιού του. Επισκέπτονταν τους γιατρούς έχοντας έτοιμες τις διαγνώσεις. Ωχ Θεε μου, μουρμούριζαν οι περισσότεροι, μην αντέχοντας να τον βλέπουν άλλο, ήρθε ο τρελλός,  κατέφτασε ο ψυχοπαθής, ο απερίγραπτος, ο υποχόνδριος, ο εξαποδώ. Η παρουσία του στα γραφεία τους ισοδυναμούσε με απερίγραπτο τρόμο, ισοδύναμο της παρουσίας μιας φυσικής καταστροφής. Αν τυχόν προσπαθούσαν να τον ξεφορτωθούν ή αν τολμούσαν να εκφράσουν διαφορετική γνώμη, ταράζονταν τόσο ώστε μπορούσε να αντιδράσει μέχρι και με κατά μέτωπον επίθεση. Τέτοια ήταν η μανία του με τις αρρώστιες. Όμως ανόητος δεν ήταν. Πρόσεχε να μην ξεπεράσει τα όρια γιατί αν τα ξεπερνούσε κανένας γιατρός δε θα τον δέχονταν πια. Αυτό θα σήμαινε το τέλος του. Μόνο και μόνο με τη σκέψη ότι δε θα μπορούσε να επισκεφθεί έναν γιατρό κάθε ημέρα, τον έλουζε κρύος ιδρώτας. Πως θα έβγαζε τη μέρα του; Τι θα έκανε; Που θα πήγαινε; Πόσο γρήγορα θα πέθαινε από το σπυρί στο πλάι της μύτης ή από το σφάχτη στη μέση; Για πόσο θα λειτουργούσαν ακόμη τα νεφρά του και σε ποιο στάδιο κατάρρευσης βρίσκονταν; Γρήγορα δε θα μπορούσε να αναπνεύσει καλά, ήδη αισθάνονταν τον κόμπο του πανικού να κάθεται σαν καρούμπαλο στο φάρυγγά του. Σε τέτοιες στιγμές χρειάζονταν έναν τοίχο για να πιαστεί, συγγενείς και γνωστοί συχνά πυκνά τον πετύχαιναν στη μέση του δρόμου να μαγκώνεται με τα νύχια στους τοίχους κάθιδρος, ανήμπορος και να κάνει το παραμικρό βήμα, ανήμπορος να τους δει, ανήμπορος να τους ακούσει.


Θα μπορούσε βέβαια να περιφέρεται μέσα στα νοσοκομεία, αλλά κανένα νοσοκομείο δεν είναι το ίδιο με τα ιδιωτικά ιατρεία. Μέσα σε ένα ιδιωτικό ιατρείο αισθάνονταν θαλπωρή και ασφάλεια, ήταν βέβαιος ότι το πρόβλημά του θα έβρισκε γρήγορη θεραπεία και ότι ο γιατρός θα τον άκουγε με προσοχή, αφοσίωση κι επαγγελματική λαχτάρα. Ασθενείς σαν αυτόν θα έπρεπε να θεωρούνται μεγάλη τύχη. Συναντούσε το γιατρό έχοντας έτοιμη τη διάγνωση, κανένας γιατρός δε χρειάζονταν να κουραστεί μαζί του, γιατρέ ήρθα εδώ γιατί έχω καρδιακή ανεπάρκεια, να αυτά εδώ τα φάρμακα θα μου γράψετε και αυτές εδώ τις εξετάσεις χρειάζομαι. Θα έπαιρνε τα συνταγογραφούμενα χάπια ευλαβικά κι αν ο γιατρός ήταν από τους δύσκολους και αρνούνταν να γράψει κάποιο φάρμακο, τότε θα το έγραφε μόνος του κλέβοντας συνήθως κάποια σφραγίδα και κάποιο ιατρικό μπλοκάκι που θα ήταν ξεχασμένο πάνω στο ακατάστατο γραφείο. Γνώριζε όλα τα φάρμακα και είχε γίνει ειδικός σε κάθε χρήση τους, τίποτα ευκολότερο από το να γράψει αυτό που ήξερε ότι ήθελε.


Με τα νοσοκομεία ήταν διαφορετικά. Αν και απολάμβανε τη μυρωδιά τους, -όλο αυτό το αντισηπτικό, το οινόπνευμα, η οσμή της νοσοκομειακής καθαριότητας  τάραζαν όλο του το είναι-, στην ουσία καταλάβαινε πως εκεί δε θα του πρόσφεραν  την πρέπουσα προσοχή. Επιπλέον εκνευρίζονταν αφάνταστα από τους άλλους ασθενείς οι οποίοι περιφέρονταν στους διαδρόμους και στους θαλάμους σα ζόμπι. Ήταν αξιολύπητοι, όλοι έμοιαζαν λες και είχαν συνομωτήσει για να πάνε εκεί και να ψοφήσουν μέσα στα επόμενα πέντε λεπτά. «Ψοφήστε λοιπόν» σκεφτόταν με χαιρεκακία καθώς το κάτω χείλος του τρεμόπαιζε με ευχαρίστηση στην ιδέα ότι όλοι πέθαιναν μπροστά του σφαδάζοντας σα λιωμένες κατσαρίδες. Όλοι με το βλέμμα του μελλοθάνατου και ηλίθιες πυτζάμες ή θλιβερές ζακέτες με διάφανα κουμπιά και στραβά φερμουάρ. Μια βαθιά εισπνοή αποστειρωμένης γάζας τον επανέφερνε στην πραγματικότητα. Σηκώνονταν τότε από τις αίθουσες αναμονής κι έκοβε βόλτες στους κήπους που ήταν το ίδιο θλιβεροί με τους ασθενείς. Για το μόνο που άξιζαν ήταν τα καλά εξοπλισμένα τους εργαστήρια όπου έκανε τις εξετάσεις του. Οι εξετάσεις ήταν η μεγάλη του χαρά.
Αξονικοί τομογράφοι, μαγνητικές, κολονοσκοπήσεις, σπινθηρογραφήματα, βυθοσκοπήσεις ήταν τα κλειδιά της ευτυχίας.

image: John Bellany


Feb 4, 2018

Οι ρίζες που πετούν

«Ησυχάστε επιτέλους. Το χιόνι σας κάνει να παραληρείτε. Δεν υπάρχει ούτε γκιλοτίνα, ούτε κολυμπήθρα στον κήπο. Και καρφί στο τσάι; Τώρα βλέπετε και καρφιά;» Ο Αρλό βούτηξε τα δάχτυλα του στο τσάι και έβγαλε ένα τεράστιο καρφί από μέσα. «Κι αυτό τι είναι;» ρώτησε τρέμοντας. Ο συγκάτοικος του ανασήκωσε τους ώμους. «Αρλό απλώς είστε λίγο βλαμμένος. Ο εγκέφαλός σας δε λειτουργεί σωστά. Έχετε παραισθήσεις.» Ο Αρλό έβγαλε μια κραυγή σαν αρχαίος πολεμιστής και τινάχθηκε ολόκληρος στον αέρα. Προσγειώθηκε πάνω στον Τρούλη και με μανία έχωσε το καρφί στο μάγουλό του. Ο Τρούλη άρχισε να ουρλιάζει σα δαιμονισμένος. Ολη η κλινική μαζεύτηκε στο δωμάτιό τους. «Έλεεινε ψεύτη, ελεεινέ ψεύτη» επαναλάμβανε ο Αρλό τόσο αναστατωμένος που η ανάσα του κοβόταν σε κάθε λέξη. Χρειάστηκαν ένας νοσοκόμος κι ένας γιατρός για να τον ξεκολλήσουν από πάνω του. Το πρόσωπο του Τρούλη ήταν γεμάτο αίματα. Κι αυτός συνέχιζε να ουρλιάζει ακόμη και όταν απομάκρυναν τον Αρλό και προσπάθησαν να καθαρίσουν το πρόσωπό του. «Τι συνέβη;» ρώτησε ο γιατρός. Ο Τρούλη δεν ήθελε να μιλήσει. Κατέβασε το κεφάλι του κι έκανε πως κλαίει. Αυτό το κόλπο έπιανε πάντα. Ο νοσοκόμος του ταμπονάρισε το πρόσωπο με μια γάζα και ύστερα ο γιατρός έκανε τρία ράμματα.  «Τρούλη αν είναι να κλαις όλη την ώρα, δεν έχει νόημα. Θα σου αλλάξουμε δωμάτιο. Αυτό που έγινε ήταν επικίνδυνο.» Τον μετέφεραν στην επάνω πτέρυγα. Ο νέος του συγκάτοικος ήταν ένας νεαρός, αδύνατος και ψηλός, με φακίδες και μοντέρνα γυαλιά μυωπίας. Φορούσε ένα μαύρο τι σερτ που έγραφε New York με ασημένια γράμματα. «Γεια χαρά» τον χαιρέτισε εύθυμα. Ο νεαρός γύρισε και τον κοίταξε δίχως να ανταποδώσει. «Είμαι ο Τρούλη.»

«Τι έπαθε το πρόσωπό σου;»

Ο Τρούλη το σκέφτηκε για λίγο καθώς προσπαθούσε να μετρήσει τις φακίδες στη μύτη του νέου του συγκάτοικου. «Το πρόσωπό μου δεν έχει τίποτα. Πως σου ήρθε αυτό;» «Είσαι γεμάτος γρατζουνιές. Έχεις και τρία ράμματα στο μέτωπο.» Ο Τρούλη πλησίασε στην άκρη του κρεβατιού όπου κρέμοταν μια μικρή μεταλλική ταμπελίτσα με τα στοιχεία του συγκατοίκου του. Έσκυψε και διάβασε τα μικρά γράμματα. «Λοιπόν Σούλιντζαρ με το περίεργο όνομα. Φαντάζομαι θα σου έχουν πει ότι βλέπεις πράγματα που δεν υπάρχουνε. Και ότι  αυτo είναι η αρρώστιά σου. Σωστά;» Ως το βράδυ ο Τρούλη θα είχε πείσει το νεαρό ότι το πρόσωπό του δεν είχε ούτε ράμματα, ούτε χαρακιές. Ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιος γι'αυτό. Το πιο δύσκολο όμως δεν ήταν να τον κάνει να πάψει να βλέπει πράγματα που υπάρχουν, αλλά να τον πείσει να βλέπει πράγματα που δεν υπάρχουν.  Αυτό του είχε σταθεί αδύνατο με τον Αρλό καθώς του αντιστέκονταν με μοναδικό πείσμα και για τα ορατά και για τα αόρατα. Εδώ έπρεπε να χτιστεί μια σχέση εμπιστοσύνης και ο Σούλιντζαρ φαίνονταν λιγάκι απελπισμένος. Κάτι στο παρουσιαστικό του και στο ύφος του. Ο Τρούλη ήξερε να διαβάζει καλά τα σημάδια. Οι απελπισμένοι γίνονται εύκολα θηράματα, ακούγανε πάντα αυτό που ήθελε ο Τρούλη. «Σούλιντζαρ, θα μου επιτρέψεις να σε ρωτήσω πως απέκτησες αυτές τις φακίδες στο πρόσωπό σου;» Ο Σούλιντζαρ έδειξε έκπληκτος για λίγο. Η ερώτηση τον είχε μπερδέψει. «Τι εννοείς; Οι φακίδες είναι εκεί από τότε που γεννήθηκα.» «Ναι, αλλά ποιος σου τις έβαλε εκεί;» Ο Σούλιντζαρ χαμογέλασε διστακτικά. Ο νέος του συγκάτοικος έδειχνε διασκεδαστικός. Ειδικά ο τρόπος που καθόταν σταυροπόδι και χτυπούσε το επάνω του γονάτο με τα δαχτυλά του καθε τρεις και λίγο. «Η μητέρα μου και ο πατέρας μου υποθέτω.» «Καλά κάνεις και υποθέτεις. Γιατί η αλήθεια είναι διαφορετική.» Ο Σούλιντζαρ μισόκλεισε τα μάτια του και κοίταξε τον Τρούλη σα να είχε βαριά μυωπία. Για λίγη ώρα δε μιλούσε κανείς από τους δύο. 
«Δε νομίζω ότι μου αρέσεις. Θα πω στο γιατρό να σε στείλει σε άλλο δωμάτιο.» Ο Τρούλη γέλασε δυνατά. «Δεν είναι η τυχερή σου μέρα. Μόλις με έφεραν από αλλού. Ήμουν στο ίδιο δωμάτιο με έναν ηλίθιο. Τον ηλίθιο Αρλό. Τον ξέρεις; Ένας αδύνατος τύπος που κάθεται συνεχώς στο ίδιο παγκάκι πίνοντας τσάι πρωί, μεσημέρι, απόγευμα. Πάσχει από πλήρη έλλειψη παραισθήσεων. Έχει περάσει στο εντελώς αντίθετο ρεύμα. Πράγμα που σημαίνει ότι ήταν εντελώς για δέσιμο. Η πραγματικότητα είχε για αυτόν το βάρος δέκα ελεφάντων. Αν και μερικές φορές είχε κάποια ανάποδα επεισόδια. » Ο Σούλιντζαρ βούλωσε τα αυτιά του με μια απότομη κίνηση των χεριών του.

«Νομίζεις ότι πάω να ανοίξω ψιλή κουβεντούλα; Ή ότι προσπαθώ να σε πλησιάσω; Ή μήπως πιστεύεις ότι θέλω να σε φοβήσω; Αυτό πιστεύεις Σούλιντζαρ;» Καμία απάντηση δεν ήρθε από την άλλη μεριά. Ο Τρούλη αισθάνθηκε ζέστη στα μάγουλά του. Μα σε τι ζώα τον έριχναν τέλος πάντων; Αυτού του είδους η σιωπή τον ερέθιζε. «Σούλιντζαρ κοιταξέ με» είπε επιτακτικά. «Βγάλε τα χέρια σου από τα αυτιά και μη φέρεσαι σα να είσαι δέκα χρονών. Αλήθεια πιστεύεις ότι θα είχα κάποιου είδους ενδιαφέρον να συναναστραφώ μαζί σου; Φοράς μαύρη μπλούζα με ασημί γράμματα και είσαι γεμάτος φακίδες. Μου θυμίζεις μια θεία μου. Την Τορίνα. Η Τορίνα είχε το χειρότερο γούστο που έχω δει ποτέ μου. Και νομίζω φταίει το γεγονός ότι ήταν γεμάτη φακίδες. Οι άνθρωποι με φακίδες είναι κακόγουστοι. Το έχω μελετήσει το θέμα και δε με πείθει κανείς για το αντίθετο.» Ο Σούλιντζαρ άρχισε να σιγομουρμουρίζει κάτι κι έκλεισε τα μάτια του. «Λοιπόν άκου τι θα γίνει. Θα μετρήσουμε τις φακίδες στη μύτη σου. Μόνο αυτές. Αν είναι λιγότερες από εκατό θα φύγω. Στο υπόσχομαι. Αν όμως είναι επάνω από εκατό δεν το κουνάω ρούπι από εδώ μέσα. Σύμφωνοι;» Ο Σούλιντζαρ χαμήλωσε το κεφάλι. Αυτός ο άντρας μόλις είχει μπει στο δωμάτιό του και του ζητούσε να ψαχουλέψει το πρόσωπό του. Δεν ήθελε να τον αγγίζει κανείς. Ουτε να βάζει μαζι του στοιχήματα. «Θέλω να φύγεις» ψιθύρισε.

Ο Τρούλη γέλασε δυνατά κι ο Σούλιντζαρ αισθάνθηκε το γέλιο αυτό σαν ένα ήχο που προέρχονταν κατευθείαν μέσα από το δικό του στομάχι. «Σούλιντζαρ, φίλε μου, είναι πρακτικά αδύνατο να αλλάξω δυο δωμάτια μέσα σε μια ημέρα. Κάτι τέτοιο θα μου προκαλούσε μεγάλο πρόβλημα με τη διοίκηση που άλλο που δε θέλει για να μου κάνει τη ζωή δύσκολη. Ο υποδιευθυντής δε με χωνεύει και οι περισσότεροι γιατροί θέλουν να με ξαποστείλουν. Ανήμποροι να δεχθούν τη δική τους ανικανότητα, προσπαθούν να ρίξουν το φταίξιμο σε μένα για κάθε στραβό που γίνεται στην κλινική. Νομίζεις πως θα το δεχθώ; Οχι, δε θα το δεχτώ. Κι όταν σου υπόσχομαι ότι θα φύγω αν οι φακιδες σου είναι λιγότερες από εκατό, δεν εννοώ για πάντα ανόητε. Εννοώ για απόψε το βράδυ. Θα τη βγάλω σε έναν από τους καναπέδες του χωλ στον πάνω όροφο και θα σε αφήσω να κοιμηθείς ήρεμος.» «Είσαι ένας άνθρωπος που δε μου αρέσει. Δε σε θέλω μέσα στο δωμάτιό μου.» Η φωνή του Σούλιντζαρ έμοιαζε με παιδιού που ήταν έτοιμο να βάλει τα κλάματα. «Διώξε με τότε.» Ο Τρούλη κάθησε αναπαυτικά στη μεγάλη πολυθρόνα ανοίγοντας τα πόδια του προκλητικά.
«Νομίζω ξέρω τι θέλεις κι εσύ και τα ασημί σου γράμματα» χαμογέλασε αυτάρεσκα. Οι παλάμες του απλώθηκαν κοντά στον καβάλο του και σταμάτησαν λίγο πριν τον αγγίξουν.  Ο Σούλιντζαρ ανατρίχιασε. Αυτό παραπήγαινε. «Μπορείς να μείνεις» μουρμούρισε ηττημένος. Δε θα τσακωθώ άλλο μαζί σου.»

Ο Τρούλη είχε νικήσει. Άδειασε όλα τα πράγματά του στο πι και φι και βολεύτηκε στο κρεβάτι που έβλεπε στην πίσω πλευρά του κτιρίου. Από το στρογγυλό, σα φινιστρίνι, παράθυρο μπορούσε να δει τις βυζαντινές ακακίες και το μικρό δρομάκι με τα χιονισμένα κυπαρίσσια το οποίο οδηγούσε στις αποθήκες. Σιγοσφύριξε με καλή διάθεση. Είχε σκοπό να εκτοπίσει τον Σούλιντζερ από το ωραίο κρεβάτι του δίπλα στη μεγάλη βεράντα. Αλλά σιγά σιγά. Δεν υπήρχε λόγος για βιάση. Ειδικά τώρα που είχε κερδίσει την πρώτη του βραδυά εκεί. Ο Σούλιντζαρ ήταν παιχνιδάκι όπως όλοι οι άνθρωποι που επιθυμούν να κατακτηθούν αλλά δεν το γνωρίζουν μέχρι η λόγχη να πλήξει τα πλευρά τους. Και όταν θα τον έδιωχνε για τα καλά από εκεί, δε θα το ξανακουνούσε. Αυτό το ήξερε καλά. Δεν του άρεσε να αφήνει μέρη πίσω του έστω κι αν αυτά ήταν απλά δωμάτια. Ήταν κισσός πεντάλοβος με άνθη διγενή αλλά αυτό το γνώριζαν μόνο οι γιατροί. 


image: Adria Mercuri
Οι τέσσερις πρώτες προτάσεις του διηγήματος δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό dipGeneration no 2 στη στήλη μικροκειμένων Παίχνια, σε επιμέλεια Ιφιγένειας Σιαφάκα.










Jan 28, 2018

Ο καύσωνας



«Θε μου τι ζέστη», έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι, διώχνοντας με το χέρι της κάποιο ζουζούνι που προσγειωνόταν στο μπράτσο ή στο φουστάνι της. Η Έμμα ήταν σύζυγος βουλευτή, μεγαλωμένη μ’ ένα χρυσό κουτάλι στο στόμα. Εκπληκτικής ομορφιάς, με επιδερμίδα αλαβάστρινη, μακριές βλεφαρίδες και όλη τη συλλογή του Hermes από φουλάρια να κοσμούν την κρεβατοκαμάρά της πεταμένα σε διάφορες μεριές. Ένα τέτοιο φουλάρι φορούσε και τώρα στο λαιμό της. Απαλό κίτρινο με καταπράσινους φοίνικες και μια ζωηρόχρωμη μπανανιά μέσα σε μια γλάστρα. Η Έμμα δεν υπολόγιζε τα χρήματα όταν ήταν να ξοδέψει για τον καλλωπισμό της.

 

«Μια γυναίκα βουλευτή οφείλει να δείχνει το δρόμο της αξιοπρέπειας στους ψηφοφόρους του συζύγου της. Και η αξιοπρέπεια περνά από ένα φουλάρι Hermes», συνήθιζε να λέει σε όσους την έψεγαν για τα έξοδα που έκανε.

 

Κατέβαινε το δρόμο αργά, νοιώθωντας ότι βρισκόταν μέσα σε ένα  καμίνι και οι φλόγες την έτρωγαν. Έβγαλε από το τσαντάκι της μια στρογγυλή χρυσαφένια θήκη πούδρας και άρχισε να πουδράρει τη μύτη της. Η ζέστη έλιωνε το μακιγιάζ της, κι ας είχε στοιχίσει ένα σωρό χρήματα. Ο καύσωνας, που είχε χτυπήσει τα τελευταία εικοσιτετράωρα τις ακτές, έκανε την Έμμα σχεδόν να πονά σωματικά. Είχε γεννηθεί σε λάθος τόπο, γιατί η χώρα της ήταν μια από τις πιο ζεστές χώρες της Μεσογειακής λεκάνης.

 

«Έπρεπε να είχα γεννηθεί στις Άλπεις», μονολογούσε στον καθρέπτη της ή όταν έπαιρνε στην κουζίνα το πρωινό μαζί με την υπηρεσία της, τη Φλωρεντία. «Σε οποιαδήποτε βόρεια χώρα, ακόμα και στην Αλάσκα», αναστέναζε ξανά και ξανά. Η Φλωρεντία την κοιτούσε βαθιά στα μάτια σα να κατανοούσε πλήρως τη δυστυχία της και αναστέναζε κι εκείνη. «Θα έρθετε κυρία να σας τρίψω;» Η Έμμα την ακολουθούσε σαν υπνωτισμένη, λίγο τρίψιμο θα της έκανε καλό, θα ξεχνούσε πόσο υπέφερε, γιατί είναι πραγματικό βάσανο να ζεις μέσα σε καύσωνες, ανάμεσα σε ανθρώπους που ιδρώνουν και αδέσποτα σκυλιά που γαυγίζουν αποχαυνωμένα μέσα στους καυτούς δρόμους της πόλης. Κι εκείνα τα ταξί! Φούρνοι της κολάσεως. Οι περισσότεροι οδηγοί αρνούνταν να ανοίξουν το κλιματιστικό λόγω των εξωφρενικών αυξήσεων στις τιμές της βενζίνης που είχε επιβάλει η κυβέρνηση –κι ανάμεσά τους κι ο άντρας της.

 

Ένας τέτοιος οδηγός την είχε εκνευρίσει σήμερα το πρωί, παροτρύνοντας την να χρησιμοποιήσει τη βεντάλια της, γιατί εκείνος αρνούνταν να ανοίξει τον κλιματισμό. «Είναι χαλασμένος», της είπε ξερά. Η Έμμα δε χρησιμοποιούσε βεντάλιες. Όποτε έβλεπε γυναίκα να χρησιμοποιεί βεντάλια, μόρφαζε απαξιωτικά. «Δεν έχω βεντάλια, κύριε!» του είχε απαντήσει πιο ξερά εκείνη. «Ανοίξτε, σας παρακαλώ, τον κλιματισμό, ξέρω ότι λειτουργεί. Λέτε ψέματα»

 

«Γιατί λέω ψέματα;»

«Γιατί όλοι οι οδηγοί λέτε ψέματα».

«Δεν υπάρχει κλιματισμός. Θέλετε να σας κατεβάσω μήπως;»

«Προχώρα, σε παρακαλώ». Η φωνή της  ήταν αυστηρή. Θα του έδειχνε ποιος είχε το πάνω χέρι.

 

Μετά από δέκα λεπτά ο οδηγός τράβηξε χειρόφρενο. Όσο η Έμμα λαγοκοιμόταν στο πίσω κάθισμα, εξαντλημένη από τη φρικτή ζέστη, την είχε οδηγήσει στο πιο ψηλό σημείο του λόφου που δέσποζε στο κέντρο της πόλης.. Εκεί ακριβώς όπου ο ήλιος χτυπούσε αλύπητα.

 

«Κατεβείτε, κυρία. Αν δεν κατεβείτε, θα έρθω πίσω και θα σας βγάλω με το ζόρι. Αν με αναφέρετε, ξέρω ποια είστε. Θα σας βρω εύκολα. Γυναίκες σαν κι εσάς πρέπει να εξαφανίζονται από την κοινωνία».

 

Αναγκάστηκε να κατέβει το λόφο με τα πόδια. Ποτέ δεν τα είχε χρησιμοποιήσει τόσο πολύ. Τα ακριβά της παπούτσια μάτωσαν τα δάχτυλά της. Ο ιδρώτας έρεε άφθονος στην πλάτη της, στην κοιλιά της, πίσω απ’ τ’ αυτιά της, ανάμεσα στα μαλλιά της. Δυο τεράστιοι λεκέδες σχηματίσθηκαν στα πλευρά της από πάνω μέχρι κάτω. Το φουλάρι την έπνιγε. Το τέντωνε συνεχώς προς τα κάτω μέχρι που το τράβηξε απότομα από το λαιμό της και το πέταξε πίσω της, στραπατσαρισμένο και μούσκεμα. Σιχάθηκε τον ίδιο της τον εαυτό. 

 

 Το διήγημα Ο Καύσωνας δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο του Αλέξανδρου Κυπριώτη

 

Jan 1, 2018

Η τρύπα με τις κατσαρίδες




Το ατύχημα ήταν τρομερό. Το παλιό φορτηγάκι λοξοδρόμησε για λίγο, ο δρόμος δίπλα στην οικοδομή άνοιξε σα χαρτί κι αυτό ήταν. Το καπώ χώθηκε μέσα στην τρύπα και το πίσω μέρος βρέθηκε σχεδόν κάθετα στον αέρα. Όλα έγιναν μπροστά στα μάτια μου. Το φορτηγάκι είχε ένα ζωηρό πράσινο χρώμα και πριν γίνει το ατύχημα είχα προλάβει να δω πως μέσα βρίσκονταν ένας άντρας και δυο παιδιά. Ή μπορεί να ήταν ένας άντρας, μια γυναίκα κι ενα παιδί, δεν ήμουν σίγουρη. Έτρεξα προς τα εκεί φωνάζοντας. Η τρύπα είχε αρκετό βάθος και επειδή βρίσκονταν δίπλα σε οικοδομή μαδέρια και σανίδες είχαν πέσει από επάνω εμποδίζοντάς με από το να δω τι συμβαίνει ακριβώς. Ρώτησα με στριγγλιές κάποιον από εκεί κάτω αν είναι καλά, αλλά δεν έλαβα απάντηση. Μια νεαρή κοπέλα ήρθε και στάθηκε δίπλα μου, προσπαθώντας να δει κι αυτή τι είχε γίνει. Κανένας άλλος δεν πλησίασε. Ήμουν μόνο εγώ και η κοπέλα, μέσα σε ένα δρόμο όπου είχε συμβεί ένα τρομερό ατύχημα και όπου όλα κι όλοι συνέχιζαν την κανονική ροή τους. «Χμ» έκανε μόνο και ανασήκωσε τους ώμους της πριν αφοσιωθεί ξανά στο κινητο της τηλέφωνο. Ούρλιαξα πως πρέπει να τηλεφωνήσουμε στην αστυνομία και πως οι άνθρωποι εκεί μέσα κινδύνευαν. Είπα πως ήταν τρομερό, άρχισα να κλαίω, την παρακάλεσα να τηλεφωνήσει από το κινητό της, αλλά δε νομίζω πως με άκουγε καλά. Η μόνη της αντίδραση ήταν να μου πει «προτιμώ να τηλεφωνήσεις από κάποιο άλλο τηλέφωνο, αν δε σε πειράζει, είμαι τρομερά απασχολημένη, απλά δεν μπορείς να φανταστείς πόσο». Άρχισα να ψάχνω μέσα στην τσάντα μου σα μανιακή, όταν βρήκα το τηλέφωνο τα δάχτυλά μου έτρεμαν και δεν μπορούσα να πληκτρολογήσω το σωστό νούμερο. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι υπήρχαν τόσο απαθείς άνθρωποι.«Τι θα θέλατε;» απάντησε μια αντρική φωνή. «Ένα φοβερό ατύχημα έχει γίνει στην οδό Ερμή, τρέξτε γρήγορα σας παρακαλώ! Στείλτε κάποιον». «Στην οδό Καίσαρα» με διόρθωσε η κοπέλα δίπλα μου.

«Στην οδό Καίσαρα, με συγχωρείτε. Οδός Καίσαρα, ελάτε γρήγορα, είναι προς τη μεριά της θάλασσας.

«Εσείς ποια είστε;»

Η ερώτηση με ξάφνιασε.
«Τι σημασία έχει; Σας λέω έχει γίνει ένα μεγάλο ατύχημα εδώ κι ίσως υπάρχουν νεκροί. Πρέπει να τρέξετε!»

«Το πως θα κάνουμε τη δουλειά μας το γνωρίζουμε και δεν εκτιμάμε ιδιαιτέρως τις συστάσεις. Θέλω το όνομά σας πρώτα.»

Το όνομα μου είναι Υ.Ν.

«Είστε σίγουρη πως αυτό είναι το όνομά σας;»

«Ορίστε;»

«Λέω, είστε σίγουρη ότι αυτό είναι το όνομά σας;»

«Μα τι είναι αυτά που με ρωτάτε; Ελάτε γρήγορα σας παρακαλώ! Κάποιος μπορεί να πεθάνει!»
Νομίζω πως άρχισα να κλαίω σε αυτό το σημείο. Ο αστυνομικός περίμενε να κοπάσουν τα αναφιλλητά μου.

«Ψυχραιμία κυρία μου, θέλω να είμαι βέβαιος για το ποια είστε. Εξάλλου θα έχει σημασία και στην έρευνά μας. Δεν ξέρω ποια είστε, αν αυτό που λέτε είναι αλήθεια και επίσης τι ανάμιξη είχατε στο ατύχημα. Δε λέω ότι είχατε, αλλά ίσως να είχατε. Όλα αυτά θα φανούν. Επίσης μια τελευταία ερώτηση. Από που είστε;»

Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Άνθρωποι ήταν κλεισμένοι μέσα σε μια τρύπα, παγιδευμένοι σε λαμαρίνες μπροστά στα μάτια μου κι η αστυνομία με ρωτούσε ηλίθιες ερωτήσεις.

«Από τον Κρόνο!» ούρλιαξα.

«Από τον Κρόνο» τον άκουσα να μουρμουρίζει καθώς σημείωνε «Μάλιστα, από τον Κρόνο. Κάτι ακόμα. Σας αρέσει  η μουσική;»

Τα είχα χαμένα, αναρωτήθηκα αν είχα πάρει σωστά το νούμερο. Είχα πέσει σε κάποιον σαδιστή;
«Ναι, μου αρέσει η μουσική!» φώναξα σαν να ήμουν τρελλή και ακριβώς αυτό ήμουν εκείνη τη στιγμή.

«Μην αναστατώνεστε τόσο. Είμαι λάτρης ξέρετε της καλής μουσικής. Ίσως να μπορούσαμε να βγούμε μαζί κάποια στιγμή, να απολαύσουμε ένα ωραίο κοντσέρτο, να πάμε σε ένα ωραίο μέρος με καλή μουσική, ξέρετε συνηθισμένα πράγματα. Μπορεί όταν σας συναντήσω να θέλω να σας γνωρίσω καλύτερα.»

Άρχισα να τον βρίζω, να του λεω πως είναι απαράδεκτος, πως θα τον αναφέρω, πως είναι επικίνδυνος και χυδαίος. Το τηλέφωνο έκλεισε.

«Έβγαλες άκρη;» με ρώτησε με απάθεια η κοπέλα.

«Βοήθησέ με σε παρακαλώ να δούμε αν κάποιος ζει. Μπορούμε να μετακινήσουμε μαζί αυτή τη σανίδα και να φωνάξουμε. Ίσως πάρουμε κάποια απάντηση.»

«Δεν μπορώ. Τα αίματα με αναστατώνουν πολύ. Και μην εξάπτεσαι τόσο. Νομίζω πως το έχεις πάρει πολύ προσωπικά το θέμα. Η αστυνομία θα έρθει αφού τους κάλεσες. Περίμενε. Τουλάχιστον έρχονται γρήγορα.»

Κοίταξα γύρω μου. Κανένας άλλος δεν είχε σταματήσει να δει τι έγινε. Κανένας δεν είχε βγει σε κάποιο μπαλκόνι να κοιτάξει. Ο κρότος τη στιγμή του ατυχήματος ήταν σα να είχε σκάσει βόμβα, αλλά κανείς δεν είχε ταραχτεί. Και ο δρόμος μπροστά μας ήταν αφύσικα ήσυχος. Οι οδηγοί βλέποντας τι είχε γίνει, απλά άλλαζαν πορεία την τελευταία στιγμή. Κάθησα στο πεζοδρόμιο και έκρυψα το πρόσωπό μου στις παλάμες μου. Δεν ξέρω πόση ώρα καθόμουν έτσι, είχα όμως την αίσθηση πως ήταν μια αιωνιότητα. Ανοίγοντας κάθε τόσο τα δάχτυλά μου μπορούσα να δω τη θάλασσα πιο πέρα. Μια ωραία καταγάλανη θάλασσα.

«Ιδιαιτέρως συναισθηματική, πιθανόν διαταραγμένη» άκουσα ξαφνικά κάποιον να λέει. Ένας αστυνομικός στεκόταν από πάνω μου και σημείωνε στο μπλοκ του.

«Για να δούμε και το ατύχημα λοιπόν»

Ο γερανός της αστυνομίας μετακίνησε τις σανίδες που έκρυβαν το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Ένας μελαψός άντρας με ανοιχτόχρωμα  μαλλιά και παλιά ρούχα κείτονταν ανάποδα στο καπώ. Βογγούσε και παρακαλούσε κάποιον να τους σώσει «Έχω το παιδί μου και τη γυναίκα μου μέσα στο αυτοκίνητο, βοηθήστε μας. Σας παρακαλώ.»

«Το παιδί του και τη γυναίκα του» σημείωσε ξανά ο αστυνομικός και στράφηκε προς το μέρος μου.
«Εσείς, τι έχετε να πείτε για όλα αυτά;»

«Μα δε θα τον σώσετε; Ο άνθρωπος πεθαίνει κι εσείς ενδιαφέρεστε για το τι έχω να πω εγώ; Τρελλαθήκατε;  Που είναι το ασθενοφόρο; Δεν καλέσατε ασθενοφόρο;»

Ο αστυνομικός με τράβηξε απότομα προς τη μεριά της γιγαντιαίας τρύπας. «Κοιτάξτε λίγο καλύτερα σας παρακαλώ. Τι βλέπετε;»

«Έναν άντρα να πεθαίνει κι έναν ανίκανο αστυνομικό» απάντησα σε πολύ ήρεμο τόνο.

«Πρόκειται για γύφτο, κοιτάξτε καλύτερα!» με πρόσταξε τώρα.

Ο άντρας φορούσε φανταχτερό πράσινο γιλέκο, πολύχρωμο πουκάμισο και τα δάχτυλά του ήταν γεμάτα χρυσά δαχτυλίδια. Το φορτηγάκι ήταν εμπορικό και διάφορα χαλιά, άλλα τυλιγμένα σε ρολό άλλα ανοιχτά, είχαν πεταχτεί παντού.

«Όπως βλέπετε είναι γύφτος, τσιγγάνος, αθίγγανος, Ρομά, πως το λέτε εσείς που μονίμως ξαφνιάζεστε; Και στο φορτηγάκι βρίσκονται μια γύφτισσα κι ένα γυφτάκι. Δεν έχουν ανάγκη. Αυτοί οι άνθρωποι επιζούν των πάντων , σαν τις κατσαρίδες. Σήκω πάνω ρε!»

Το «σήκω πάνω ρε» απευθύνονταν στον άντρα, ο οποίος συνέχισε να βογγάει. Ήταν κάτι παραπάνω από φανερό πως ήταν χτυπημένος πολύ άσχημα.

Ήμουν βέβαια πως ο αστυνομικός ήταν παράφρων. Είχα τηλεφωνήσει στο τμήμα και το σήκωσε ένας παράφρων που είχε βρει τρόπο να εισχωρήσει στο σώμα.

«Δεν μπορεί να σηκωθεί» μουρμούρισα «είναι άσχημα χτυπημένος»

«Μαλακίες. Σήκω πάνω είπα, εδώ εμπρός πιάσε αυτό το ξύλο»

Ο άντρας τέντωσε τα χέρια του και πιάστηκε από το μαδέρι που του έτεινε ο αστυνομικός. Σηκώθηκε παραπατώντας. Γελούσε ακατάπαυστα και αίμα έβγαινε μέσα από το στόμα του.

«Είναι άσχημα χτυπημένος, δεν τον βλέπετε; Αιμοραγγεί.»

«Εγώ μια χαρά τον βλέπω να περπατάει. Περπάτα ρε!»

Ο άντρας έκανε ένα βήμα κι έπεσε με τα γόνατα στο πεζοδρόμιο, βγάζοντας μια τρομακτική κραυγή πόνου. «Η γυναίκα μου, το παιδί μου, βγάλτε τους σας παρακαλώ.»

«Η γυναίκα σου και το παιδί σου είναι δική σου ευθύνη. Όπως δική σου ευθύνη είναι και ο τρόπος που οδηγείς. Τι δουλειά είχες να περάσεις μπροστά από την οικοδομή; Δε βλέπεις ότι υπάρχει προειδοποιητικό; Ή τουλάχιστον υπήρχε, πριν το παρασύρεις και το διαλύσεις.»

Ο αστυνομικός έκλεισε το μπλοκ του και μου χαμογέλασε. «Θα μπορούσα να σας βάλω μέσα για ενόχληση της αστυνομίας δίχως λόγο και διατάραξη της κοινής ησυχίας. Είναι μεσημέρι κι εσείς φωνάζετε σαν υστερική. Επίσης θα μπορούσα να σας προσάψω προσβολή αστυνομικού οργάνου. Από την αρχή με βρίζετε συνεχώς. Αυτό κι αν είναι παράπτωμα! Αλλά σε μια γρήγορη έρευνα που έκανα για εσάς είδα πως είστε κόρη δικαστή και τους δικαστές δεν τους πειράζουμε, ειναι κάτι σα συνάδελφοι. Κι ας έχουν παιδιά σαν εσάς. Να δώσετε τα σέβη μου στον μπαμπά σας.»

Μια αλλόκοτη μανία με κατέλαβε και τον έσπρωξα μέσα στην τρύπα. Με ευχαρίστηση τον είδα να πέφτει στο πιο βαθύ μέρος με την πλάτη και το κεφάλι του κραυγάζοντας από έκπληξη και φόβο. Κι από πολύ πόνο ήλπισα. Άρχισα να τρέχω. Ευχόμουν να είχε πεθάνει. Ευχόμουν ο σβέρκος του να είχε σπάσει στην πτώση ή κάποιο ξύλο να είχε χωθεί μες στο κρανίο του. Άκουσα την κοπέλα πίσω να φωνάζει πως είχα ξεχάσει το τηλέφωνό μου.

image: Kiki Smith
Tο παραπάνω διήγημα στηρίχθηκε σε ένα όνειρο

Aug 6, 2017

Λαιμός Καμηλοπάρδαλης 2



Από τη στιγμή που άρχισα να περπατάω, άλλο ένα ζήτημα προέκυψε για τον κύριο Πικάρ. Ο υιοθετημένος γιος του λιποθυμούσε στα καλά καθούμενα. Κάποιο πρόβλημα που είχα κληρονομήσει από τους πραγματικούς γονείς μου, με έριχνε κάτω στα ξαφνικά. Οι γιατροί μίλησαν για κρίσεις πανικού που προέρχονταν από μεγάλο άγχος.

«Μα είναι μωρό, πως μπορεί ένα μωρό να έχει άγχος;» απορούσε ο κύριος Πικάρ.

Ένας γιατρός  του είπε κατάμουτρα «επιτέλους κυριε Πικάρ, κάθε μέρα είστε εδώ, δε βλέπετε πως το παιδί έχει πρόβλημα; Αρκεί να το κοιτάξετε για να το καταλάβετε. Γιατί ταλαιπωρείστε κάθε τόσο και ταλαιπωρείτε κι εμάς; Ο γιος σας είναι εξαιρετικά δύσμορφος. Το κακό είναι πως έχει υποσυνείδητη επίγνωση αυτής της δυσμορφίας του κι αυτό, πάλι υποσυνείδητα,του προκαλεί τις κρίσεις. Γνωρίζει πως κανένας δεν επιθυμεί να το πλησιάσει.»

Ο κύριος Πικάρ σηκώθηκε συνοφρυωμένος από τη θέση του, με πήρε ξανά στην αγκαλιά του και μου χαμογέλασε για μια ακόμη φορά «Φιλαράκο, αυτός είναι ένας άθλιος γιατρός.» Κι εγώ ξαναλιποθύμισα μέσα στα χέρια του.

«Αφού του αρέσει λοιπόν να λιποθυμάει, ας λιποθυμάει. Μπορώ να κάνω κάτι άλλο;» Κι από εκείνη τη στιγμή, ο κύριος Πικάρ με άφηνε να λιποθυμώ δίχως να τρομάζει, δίχως να μου φωνάζει να ξυπνήσω, δίχως να με ταρακουνά ή να με λούζει με κουβάδες νερό. Με άφηνε να κείτομαι ξερός στο πάτωμα ή έξω στην αυλή. Πηδούσε από πάνω μου αν του έκοβα το δρόμο και συνέχιζε ό,τι έκανε και πριν. Κι εγώ έμενα εκεί με τα χέρια συνήθως διάπλατα ανοιχτά και τους κοπτήρες μου να προεξέχουν από τα χείλη για να δείχνω ακόμη ασχημότερος.

Κάποια στιγμή, λίγο πριν πάω σχολείο, αποφάσισε να μου δώσει όνομα. Ως τότε ήμουν ο Φιλαράκος, αλλά αφού θα πήγαινα σχολείο δεν ήταν σωστό να πάω δίχως όνομα. Βαπτίστηκα επισήμως με το όνομα Γκαλίς Πικάρ και λιποθύμησα αμέσως μόλις το χέρι του παπά άγγιξε το κεφάλι μου. Ο παπάς έκανε γρήγορα το σταυρό του και αποφάνθηκε πως η λιποθυμία μου αυτή την ώρα που θα δεχόμουν τη χάρη του Θεού, ήταν ιδιαιτέρως ύποπτη, ειδικά αν τη συνδέαμε με το παρουσιαστικό μου που όσο μεγάλωνα τόσο έμοιαζε με αυτό ενός δαίμονα ο οποίος είχε ξεπηδήσει από τις σελίδες κάποιου βιβλίου μεσαιωνικής μαγείας.

Την πρώτη ημέρα που βαπτισμένος πια πάτησα το πόδι μου μέσα στη σχολική τάξη, επικράτησε πανζουρλισμός. Μερικά παιδιά άρχισαν να κλαίνε, άλλα άρχισαν να γελάνε και κανα δύο με πλησίασαν και προσπάθησαν να τραβήξουν τα μαλλιά μου ρωτώντας με αν είναι αληθινά. Αντί να τρομάξω ή να θυμώσω στάθηκα εντελώς μαγεμένος από εκείνο το ανεπάντεχο άγγιγμα στο κεφάλι μου κι όχι μόνο τους άφησα να μου τραβήξουν τα μαλλιά, αλλά τους παρότρυνα να κάνουν το ίδιο και στο υπόλοιπο πρόσωπο. Ο πρώτος μου τράβηξε τα καπάκια των ματιών για να δει αν μπορούν να ξεζαρώσουν και να δείξουν φυσιολογικά, ο δεύτερος μου τράβηξε τη μύτη για να δει αν μεγαλώνει κι άλλο και άλλος ένας έχωσε τα δάχτυλά του μέσα στο στόμα μου για να δει αν έχω δόντια κροκόδειλου όπως ψιθυρίζονταν. Ο δάσκαλος δεν αντέδρασε ιδιαίτερα εκτός από ένα ξερό «Όλοι στα θρανία σας. Δεν παίζουμε μέσα στην τάξη. Γκαλίς φρόνιμα σε παρακαλώ»

Ο κύριος Πικάρ σύντομα αποφάσισε ότι αυτό το σχολείο δεν ήταν για μένα. Με έγραψε σε ένα ακριβό ιδιωτικό, του οποίου τα δίδακτρα ήταν εξωφρενικα. Πληροφόρησε εξ αρχής τη διευθύντρια αν ο γιος του γινόταν στόχος κάποιας κοροϊδίας ή αδικίας, εκείνος θα μήνυε το σχολείο. Θα τους άρεσε;

«Φυσικά και όχι κύριε Πικάρ, μείνετε ήσυχος. Εξάλλου ο Γκαλίς είναι συμπαθέστατος. Έλα εδώ χρυσό μου.»

Την πλησίασα ανύποπτος για τον τρόμο που θα της προξενούσε η τραχύτητα του δέρματός μου και το αφύσικα προτεταμένο σαγόνι μου από κοντά. Είδα τα μάτια της να ανοίγουν, τα ρουθούνια της να συστέλλονται και αισθάνθηκα τη ζωώδη ανησυχία της. Μπορούσα να τη μυρίσω στον αέρα. Και για αυτό λιποθύμησα ξανά. Μπόρεσε να κρατήσει το ψεύτικο χαμόγελό της ακόμη κι όταν ανασήκωσα το κεφάλι μου ζαλισμένος προβάλλοντας τα σπηλαιώδη ρουθούνια μου τόσο κοντά στο πρόσωπό της. Η αταραξία της κέρδισε τον κύριο Πικάρ που πίστεψε ότι το περιβάλλον εκει θα ήταν το πιο κατάλληλο για εμένα.

image: φωτογραφία από το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα στο Ναύπλιο, Αυγή Μελέτη

Jul 20, 2017

Λαιμός καμηλοπάρδαλης


Γεννήθηκα άσχημος. Οι νοσοκόμες μόρφαζαν με απέχθεια κάθε φορά που πλησίαζαν στο κρεβατάκι μου. Η μητέρα μου με μίσησε. Δύο εβδομάδες μετά τη γέννησή μου με εγκατέλειψε στην όχθη ενός ποταμού. Είχα λαιμό καμηλοπάρδαλης, κεφάλι ποντικού, μαλλιά λέοντα και φωνή κόρακα που παγωνε το αιμα σε όσους την άκουγαν.

Το ποτάμι στο οποίο εγκαταλείφθηκα ήταν γεμάτο κροκόδειλους. Οι κροκόδειλοι δεν είναι ζώα ευαίσθητα, παρ’ολα αυτά στάθηκαν τρυφεροί μαζί μου. Το αλλόκοτο σαγόνι μου έμοιαζε με το ρύγχος τους και τα κλάματά μου με τα δικά τους. Κάτι από τα δύο τους συγκίνησε. Όλοι μαζί, ένας ένας κάθε φορά, έσπρωξαν το καλαθάκι μου κατά πλάτος της όχθης μέχρι που στο τέλος κατέληξα σε ένα στενό αγροτικό δρόμο γεμάτο χορτάρια. Εκεί με εγκατέλειψαν κι εκείνοι.

Ο κύριος Πικάρ με βρήκε όταν το αυτοκίνητό του κόντεψε να βγει από το δρόμο σε μια μανούβρα που έκανε για να αποφύγει να με πατήσει. Βγήκε από το αυτοκίνητο αγριεμένος και στάθηκε από πάνω μου με τα δυο πόδια ανοιχτά.

«Τι διάολο είναι αυτό το πράγμα;» αναφώνησε.

Έσκυψε από πάνω μου, κούνησε λίγο το άθλιο κουρέλι με το οποίο με είχε σκεπάσει η μητέρα μου και στραβομουτσούνιασε.

«Φιλαράκο είσαι ένα μάτσο χάλια» είπε και γέλασε δυνατά, πολύ ευχαριστημένος με το αστείο του. Πήρε το καλάθι μου και το έβαλε στη θέση του συνοδηγού. Εκεί σταμάτησα να κλαίω, παρηγορημένος από τη ζεστασιά του αυτοκινήτου και ευχαριστημένος από τη μουσική που ο κύριος Πικάρ είχε βάλει στο τέρμα. Άκουγε τον κουρέα της Σεβίλλης κι ήξερε όλα τα λόγια απ’εξω. Τραγουδούσε τόσο δυνατά που με έκανε να χαμογελάσω.

«Φιλαράκο, όταν χαμογελάς είσαι ακόμη πιο άσχημος!» είπε ξεσπώντας  σε τρανταχτά γέλια.

Αυτή ήταν η πρώτη μου ημέρα με τον κύριο Πικάρ. Τις επόμενες ημέρες έπρεπε να υπομείνω πλήθος συγγενών του που τον επισκέφθηκαν για να εξετάσουν από κοντά το παράξενο εύρημά του. Κεφάλια αχτένιστα έσκυβαν πάνω από το μικρό μου καλάθι και δάχτυλα γεμάτα περιέργεια ζουλούσαν την κοιλιά μου και ψαχούλευαν το πρόσωπό μου.

Κακάσχημο, μα πως είναι έτσι αυτό το μωρό, σίγουρα κάποια αιμομιξία, μα τι τερας, ήταν μερικές από τις φράσεις που μουρμούριζαν μεταξύ τους κοιτώντας με με πραγματική απέχθεια την οποία δεν προσπαθούσαν να κρύψουν. Ήταν εξάλλου ολοφάνερο ότι ήμουν ένα μίασμα της φύσης, οπότε η οποιαδήποτε έκφραση αποστροφής μπορούσε να γίνεται με υπερηφάνεια ως επιβεβαίωση αυτού του ολοφάνερου.

Ο κύριος Πικάρ χαμογελούσε στωικά και πότε πότε εμφανιζόταν θεόρατος πάνω από το κεφάλι μου, καπνίζοντας και φτύνοντας τον καπνό στο πλάι.

«Είσαι όντως πολύ άσχημος φιλαράκο, αλλά τι να κάνουμε; Να σε πνίξουμε ή να σε πετάξουμε στο ποτάμι όπως έκανε η μάνα σου;»

Αποφάσισε λοιπόν να με κρατήσει όσο κι αν οι φίλοι και η οικογένειά του προσπάθησαν με κάθε τρόπο να τον αποτρέψουν.

«Τρελλάθηκες; Ξένο παιδί θα μεγαλώσεις;»

«Δεν το βλέπεις; Είναι καθυστερημένο. Θέλεις να βάλεις φασαρίες στο κεφάλι σου;»

«Για όνομα του Θεού Πικάρ, είσαι 60 χρονών. Τόσα χρόνια ήσουν δίχως παιδιά, τώρα σου ήρθε; Και κοίτα το πως είναι! Πραγματικά αποκρουστικό! Τουλάχιστον αν ήταν λίγο ομορφότερο..»

«Αν ήταν ομορφότερο τι θα γινόταν;» απαντούσε ο Πικάρ, πάντα γελώντας και συνέχιζε να αδιαφορεί παντελώς για όσα σχόλια προκαλούσε η αποφαση του.

Μάλλον η ομορφιά δεν τον συγκινούσε ως ιδιότητα, αντίθετα με την ασχήμια μου η οποία φαινόταν να του ασκεί ένα είδος γοητείας. Ή προσπαθούσε με αυτόν τον τρόπο να σοκάρει τους πάντες, καθώς φτάνοντας στα εξήντα του ισως να αποφάσισε πως η ζωή του ήταν βαρετή κι έπρεπε να κάνει κάτι για να την αλλάξει.

Με έβαλε στο δικο του δωμάτιο. Τα βράδυα κοιμόμασταν μαζί. Ο Πικάρ, εγώ και τα δυο μεγαλόσωμα λαμπραντόρ που είχε. Τα πρωινά με έπαιρνε μαζί του όπου κι αν πήγαινε. Είχε αγοράσει ένα καλάθι πλάτης από αυτά που παίρνουν συνήθως οι μοντέρνοι πατέρες, το τροποποίησε ώστε να μετατρέπεται και σε καρότσι κι έτσι κρεμιόμουν δύστροπος και αγέλαστος πίσω του, ζουληγμένος ανάμεσα σε κουβέρτες και πανιά. Ο υπερβολικά μακρύς λαιμός μου ξεχώριζε πάνω από αυτό το κατασκεύασμα καθώς κουνιόταν ζαρωμένος σα μίσχος κάποιου σαρκοφάγου άνθους, μόνο που δεν υπήρχε πουθενά κάποιο άνθος. Το κεφάλι μου και το πρόσωπό μου μόνο με λουλούδια δεν έμοιαζαν. Κι εγώ λες και είχα επίγνωση του αποτροπιασμού που προκαλούσε η δυσμορφία μου από μια τόσο μικρή ηλικία, όλη την ώρα στρίγγλιζα ή έκανα απαίσιους μορφασμούς σουφρώνοντας το μουλαρίσιο σαγόνι μου και την τεράστια μύτη μου προκαλώντας εκφράσεις αηδίας στα πρόσωπα των περαστικών. Όταν βγήκαν και τα πρώτα μου δόντια, δεν ξεχώριζα καθόλου από κανονικό αρουραίο πλέον. Ένας αρουραίος με υπερμεγέθες κεφάλι.


image: collage 1) Self-portrait with a bird (after Holbein) Milorad Krstic 
                           2) Detail from a photo of Roland Topor




Ο λόγος λοιπόν

(a) Ήταν δύστροπος. Με θυσανωτά φρύδια και στριφτό το επάνω χείλος σα να είχε μόλις δει κάτι τρομερά αηδιαστικό. Η μύτη του κυρτ...