Skip to main content

Posts

Μπεε, Θεοτοκά

Ο Θεοτοκάς ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος. Mεγαλωμένος από την αυταρχική γιαγιά του, η οποία είχε αναλάβει την προστασία του από τότε που και οι δύο γονείς του κάηκαν στη μεγαλύτερη πυρκαγιά που είχε δει ποτέ η Κορθία. Κορθία ήταν και το όνομα της γιαγιάς , βαφτισμένης  με το όνομα της πόλης. Ο πατέρας της υπήρξε δήμαρχος και τι καλύτερο για να πείσει τους ψηφοφόρους του για τον ενθουσιασμό του, από το να δώσει στη μοναδική του κόρη το όνομα της πόλης;
Η γιαγιά κατέστρεψε τον Θεοτοκά. Αυτό ήταν ένα κοινό μυστικό. Ήταν τόσο ιδιότροπη και τόσο αλαζονική που επόμενο ήταν ο Θεοτοκάς να πάρει τα χούγια της. Ξυπνούσε το πρωί και ήθελε έτοιμους τους ζελέδες του. Σε συγκεκριμένη σειρά. Πρώτα το ζελέ βερύκοκο, μετά κάστανο και στο τέλος μούρο για να μπορέσει ο ουρανίσκος του να το απολαύσει όσο περισσότερο γινόταν, δίχως να ανακατεύσει τη γεύση μετά με άλλα φρούτα. Τη φρυγανιά του μισοκαμένη αλλά όχι πολύ τραγανή γιατί αλλιώς θα τη πετούσε στο κεφάλι της Κορθίας, παίρνοντας εκδίκηση για όσα είχε π…
Recent posts

Η μαύρη καπελιέρα 2

«Η Μαύρη Καπελιέρα είναι γυναίκα μου κύριε Δανιήλ.»
Η έκπληξή μου ήταν τόσο μεγάλη ώστε περιορίστηκα σε ένα απλό κούνημα του κεφαλιού.
«Τι μου λέτε» ψέλλισα. «Λυπάμαι πολύ, τα συλλυπητήρια μου για τα πεθερικά σας»
Ανασήκωσε τους ώμους του.
«Πάει σχεδόν ένας χρόνος. Και ποτέ μου δε τους συμπάθησα. Μεγαλοαστοί. Υπερήφανοι για τη θολή κατάγωγή τους, δηκτικοί με όλους και σφιχτοί με τα χρήματα. Ειδικά η κυρία. Δεν ήθελαν καν να παντρευτώ την κόρη τους. Υποφέραμε στην αρχή με τα καμώματά τους. Η γυναίκα μου κόντεψε να τρελλαθεί. Πολύ σκληροί άνθρωποι.»
«Η κυρία; Αποκαλέσατε την πεθερά σας κυρία.»
«Έτσι την αποκαλούσα πάντα. Κυρία Αργώ. Αυτό ήταν το μικρό της όνομα, ολοι νομίζουν ότι ήταν ψευδώνυμο ή κάποιο παρατσούκλι. Άλλη μια ιδιοτροπία της οικογένειας. Τα σπάνια ονόματα. Πως να μπορέσει η κυρία Αργώ να δεχθεί το γεγονός ότι ο γαμπρός της λέγονταν Παύλος και κυρίως ότι είχε ταπεινή καταγωγή;»
Χαμογέλασε.  «Ξέρετε τι μου έλεγε;»

«Τι σας έλεγε;»
«Παύλε, αν και το ονομά σου το είχαν βασιλι…

Η μαύρη καπελιέρα

Τι συμπέρασμα θα μπορούσε να βγάλει κάποιος για τη Μαύρη Καπελιέρα; Αν την έβλεπε για πρώτη φορά, σίγουρα θα σκεφτόταν ότι κάτι δεν πάει καλά . Καθόταν κάθε απόγευμα στην ίδια θέση, αφού είχε παραγγείλει μια πορτοκαλάδα και μια σούπα τα οποία ποτέ δεν άγγιζε. Σταύρωνε τα χέρια μπροστά από το στομάχι της και κοιτούσε επίμονα και αφηρημένα όποιον πελάτη βρισκόταν εντός του οπτικού της πεδίου.
Κάποιοι θύμωναν. Τη ρωτούσαν για ποιο λόγο τους κοιτάζει. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν απαντούσε. Ακόμη κι όταν γίνονταν πιο επιθετικοί προσβάλλοντάς την, δεν ανοιγόκλεινε ούτε τα βλέφαρά της. Άλλοι γελούσαν μεταξύ τους, θεωρώντας την ανισόρροπη και κάποιοι άλλοι αισθάνονταν αμήχανα και άλλαζαν θέση. Η Μαύρη Καπελιέρα δεν κοιτούσε αυτούς. Ούτε μέσα σε αυτούς, όπως κάποιοι υπέθεταν νομίζοντας ότι είχε κάποιο διαισθητικό χάρισμα. Το βλέμμα της εστίαζε στον τοίχο, σε ένα συγκεκριμένο σημείο ανάμεσα στη βιβλιοθήκη και στο μπουφέ με τα εκκεντρικά σερβίτσια. Μια μικρή ρωγμή, ένα ελαφρύ σκάσιμο στον τοίχο βρισκ…

Το έλασμα

Ξύπνησα τα ξημερώματα από ένα έντονο όνειρο. Ένας άντρας ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα επιδίδονταν με περίεργη αφοσίωση σε μια πράξη μαζοχισμού. Ο άντρας προφανώς ήμουν εγώ ή μπορεί να ήταν κάποιος που θα ήθελα να μιμηθώ. Κρατούσε το ένα του πόδι ψηλά και είχε περάσει στο μεσαίο δάχτυλο κάτι σα μεταλλικό λεπτό έλασμα. Η μία πλευρά του ελάσματος είχε μια επίσης μεταλλική μακριά λαβή, ψιλή σα συρματάκι. Σε κάθε τράβηγμα της λαβής το έλασμα γύρω από το δάχτυλο έσφιγγε σε σημείο που έφερνε δάκρυα στον άντρα. Μόλις τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, ήταν ξεκάθαρο πως ο άντρας –που θα ονομάσω Τόμας γιατί είναι ένα εύκολο όνομα- έπεφτε σε ένα είδος έκστασης. Ο Τόμας απολάμβανε τα δάκρυά του, αυτό ήταν φως φανάρι. Όμως όσο το έλασμα έσφιγγε περισσότερο, τον καταλάμβανε μια αλλόκοτη αγωνία την οποία μπορούσα να ζήσω ως εντελώς δική μου μέσα στο όνειρο. Ο Τόμας αισθανόταν πως βρισκόταν μπροστά σε ένα τέρας που όρμησε ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο για να του καταβροχθίσει το πόδι. Ο φρικτός πόνος που …

Ο χρόνος είναι άπειρος

(η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 3)
Όταν ο Αύγουστος ξαναγύρισε στην πλατεία, ο ήλιος έκαιγε τα πάντα. Οι περισσότεροι χωρικοί κάθονταν γύρω στα μικρά καφενεία συζητώντας για την απεραντοσύνη του χρόνου και το κρεβάτι του Αυγούστου που είχε εξαφανιστεί από την πλατεία το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε. Όλοι έπιναν πικρό Σεμπάστα με αμύγδαλα, το τοπικό ποτό που σερβίρονταν μόνο την ημέρα του εορτασμού του Αγίου Σεβαστιανού. Κάποιοι έκοβαν βόλτες τριγύρω, χαζεύοντας το εμπόρευμα των μικροπωλητών. Τα κατάμαυρα μαλλιά των γυναικών έλαμπαν και ο τριποδισμός των φρεσκοβαμμένων παπουτσιών τους ακούγονταν σαν τις ξύλινες χάντρες του ροζάριου όταν χτυπούν η μια πάνω στην άλλη. Ο Αύγουστος έκλεισε τα μάτια του για λίγο και αισθάνθηκε την αντανάκλαση του ήλιου πάνω στα βλέφαρά του. Μια έκρηξη πορτοκαλοκίτρινων χρωμάτων πλημμύρισε τους βολβούς. Αυτές οι γυναίκες ήταν όμορφες. Τα σκούρα μαλλιά τους τον έκαναν να νοιώθει δύναμη. Οι άντρες στα καφενεία με τα Σεμπάστα μπροστά τους ήταν κι εκείνοι όμορφοι…

Το αυγό του Αγίου Σεβαστιανού

(η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 2)


Ήταν ένας βροχερός Οκτώβριος όταν ο Αύγουστος αποφάσισε ότι θα έπρεπε να βρει τρόπο να σπάσει το δικό του κοσμικό αυγό και να διασκορπίσει το χάος που ήταν κλειδωμένο στον κρόκο εδώ και αιώνες. Κουβάλησε το κρεβάτι του στη μέση της πλατείας έτσι ώστε κάθε βράδυ να κοιμάται κάτω από αυτό.
Οι χωρικοί πίστεψαν ότι είχε τρελαθεί εντελώς αλλά δεν είπαν τίποτα. Δεν υπήρχε καμία αντίδραση και κανένας δεν ήταν αρκετά τολμηρός ώστε να μετακινήσει το κρεβάτι ή να διώξει τον Αύγουστο. Μέχρι που έφτασαν να προσποιούνται ότι το κρεβάτι δεν ήταν εκεί όταν αυτοί κάθονταν στα καφενεία γύρω από την πλατεία. Έδιναν παραγγελίες για ποτά, γελούσαν δυνατά, συζητούσαν για οτιδήποτε, αλλά όχι για το κρεβάτι που είχε βρει τη θέση του στο πιο κεντρικό σημείο του χωριού τους. Ήτανένααόρατοκρεβάτι. Περνούσανδίπλατουπρωίκαιβράδυ. Σιωπηλοί και απορροφημένοι στις σκέψεις τους. Ο Αύγουστος κρυμμένος κάτω από το κρεβάτι κοιτούσε τις πατούσες τους και τα παπούτσια τους  όλη μέρα. Απέκτ…

Η φαρέτρα κάτω από το κρεβάτι 1

Στον Αύγουστο άρεσε να αυτοαποκαλείται ''Φαρέτρα''.  Έλεγε στους άλλους ''Γεια σας παρακαλώ να θυμάστε, είμαι ο Φαρέτρα και όχι ο Αύγουστος.'' Οι άνθρωποι έσκαγαν στα γέλια ακούγοντάς τον, αλλά δεν τον ένοιαζε. Η καρδιά του ήταν μια ντελικάτη καρδιά, αφοσιωμένη μυστικά στις  λεπτές έννοιες και ερμηνείες των σκιών και των βεβαιοτήτων που περιτριγυρίζουν το πεπρωμένο όλων των ανθρώπων. Ήξερε πως είχε το μοναδικό μυαλό στο χωριό που μπορούσε να σκεφθεί έξω από τα πλαίσια μιας περιορισμένης ζωής και καλλιεργούσε τέτοια όνειρα για τη μοίρα των σκέψεών του ώστε τα πρωινά ξυπνούσε εκστατικός, τρέμοντας μέσα στον ιδρώτα, προσπαθώντας να αδράξει τα αόρατα μονοπάτια που οδηγούσαν στις λαμπρές αποκαλύψεις των μοναδικών ιδεών του.
Αυτά τα μονοπάτια χόρευαν γύρω από το κεφάλι του σαν κινηματογραφικές εικόνες, αιωρούνταν πάνω από τα μαλλιά του, πάνω από το κρεβάτι του, προσδοκώντας το άδραγμά του. Αλλά αντίθετα με τη χαρούμενη φύση του, γνώριζε πώς να περιμένει και να…