Nov 28, 2009

Λύδιος ξιφομάχος 43





Την άφησε έγκυο. Όταν η Λύκεα γεννήθηκε δάγκωνε με μανία τις θηλές της μητέρας της. Η Αλεξανδριανή κοιτούσε αποκαμωμένη το βρέφος, προσπαθώντας να είναι τρυφερή μαζί του. Υπήρχαν κάποιες φορές που νόμιζε πως διέκρινε μια παράξενη λάμψη στα μάτια του μωρού, μα γρήγορα έδιωχνε αυτή τη σκέψη ως αποτέλεσμα  κούρασης . Η Λύκεα ούρλιαζε  όλη μέρα και κλωτσούσε σαν τρελλή την αγκαλιά της μητέρας της, προσπαθώντας να αποφύγει τα μισητά μπράτσα. Μόνο όταν την έπαιρνε ο πατέρας της στα χέρια του, κοιμόταν αμέσως, ευχαριστημενη και ικανοποιημένη που είχε κερδίσει, έστω για λίγο την πρόσοχή του. Μεγαλώνοντας έμαθε να εναντιώνεται σε ό,τι κι αν έλεγε η Αλεξανδριανή και να προσέχει μόνο τον Άλτο. Και ο Άλτο τη δίδαξε πoιοι ήταν οι καλύτεροι τρόποι για να τρελλάνει τη μητέρα της. Σε ανύποπτες στιγμές η μικρή πεταγόταν, μπουσουλώντας, πίσω από τα έπιπλα και  δάγκωνε με όλη της τη μανία τις γάμπες της Αλεξανδριανής, χώνοντας τα δόντια της όσο πιο βαθιά μπορούσε. Όταν την έβλεπε στον κήπο, της πετούσε πέτρες από το παράθυρο, πέτρες που είχε μαζέψει ειδικά για αυτόν τον σκοπό την προηγούμενη μέρα. "Φύγε τέρας" ούρλιαζε η Αλεξανδριανή και καταριόταν την κόρη της, με όλη της τη δύναμη, να μη σώσει να δει χαρά στη ζωή της. Η μικρή Λύκεα, χτένιζε τα μαλλιά της με τα δάχτυλα της, στο σκοτεινό  δώματιο του πάνω ορόφου και έδινε υποσχέσεις στο θαμπό είδωλό στον καθρέφτη, πως θα γεννούσε έναν γιο που θα τρέλλαινε όλη την οικογένειά της μητέρας της. Οχτώ χρονών φανταζόταν ήδη τον εαυτό της με το γιο της αγκαλιά να εκδικείται με την τρομακτική όμορφιά του, κάθε αρσενικό και θηλυκό απόγονο της οικογένειας της  Αλεξανδριανής. ''Αυτό το παιδί με μισεί" κλαψούριζε η Αλεξανδριανή στον άντρα της καθώς άλειφε με βούτυρο τις σικαλένιες φρυγανιές , μα η αλήθεια είναι πως δεν την ενδιέφερε και τόσο πολύ. Δεν αισθανόταν κάποιο ιδιαίτερο μητρικό αίσθημα να σκιρτά μέσα της. Η Λύκεα της προκαλούσε  τρόμο από τότε που γεννήθηκε και μια έντονη απέχθεια. Αισθανόταν πως τα μάτια της μικρής την παρακολουθούσαν παντού. Πίσω από τις κουρτίνες, πίσω από τις πόρτες, στο απέναντι κάθισμα της τραπεζαρίας, στη λιμνούλα με τα χρυσόψαρα. Κανά δυο φορές η Αλεξανδριανή μπήκε στον πειρασμό να την πνίξει εκεί, όμως δεν είχε το θάρρος να το κάνει. Η σκέψη έκανε τα χέρια της να ιδρώσουν και την καρδιά της να αναπηδήσει  τρομαγμένη στο στήθος της. Δεν θα άντεχε να την παρατήσει ο Άλτο για αυτό το βρωμόπαιδο. Άρχισε να ζωγραφίζει μικρά κορίτσια μπουκωμένα πορτοκαλί χρυσόψαρα. Στην αρχή στα τετράδιά της, μετά σε μεγάλα λευκά χαρτιά που ζήτησε να της φέρουν κι έπειτα στους τοίχους της κρεβάτοκάμαρας .

image: Isabelle Bryer
το προηγούμενο μέρος εδώ


* Διόρθωση: κατά λάθος το όνομα ''Λύκεα'' γράφτηκε ως ''Δωροσεβάστεια'' στο προηγούμενο ποστ

Nov 24, 2009

Λύδιος ξιφομάχος 42




Παρατήρησε, κρυφά, την απάθεια του Λύδιου και αισθάνθηκε την ταραχή να φουντώνει μέσα της, με τον ίδιο τρόπο που φούντωνε με την απάθεια της κόρης της και του άντρα της πολλά χρόνια πριν. Τα οικογενειακά ίχνη συνέχιζαν να χαράζονται βαθιά και αναλλοίωτα στην πορεία που ακολουθούσαμε όλοι μας στο πέρασμα των χρόνων και των δεκαετιών, κάθε βήμα ήταν ίδιο με το προηγούμενο και το προηγούμενο ήταν ίδιο με το επόμενο. Ο άντρας της Αλεξανδριανής συνήθιζε να χτυπάει με τη ζώνη του τους υπηρέτες του, ενώ με το άλλο χέρι έφερνε ως αρσενική Εύα το φρεσκοκαθαρισμένο πρωινό μήλο στο στόμα του. Το δάγκωνε με λαιμαργία ενώ η ζώνη έπεφτε πάνω στις πλάτες ή στα οπίσθια όποιων άτυχων είχαν τη δυστυχία να βρεθούν μπροστά του. "Για όνομα του Θεού ΄Αλτο, δεν είναι comme il faut να χτυπάς τους υπηρέτες και ειδικά με τη ζωνη! Και επιπλέον οι φωνές τους με ταράζουν!" Ο Άλτο μούγκριζε ελαφρά και σταματούσε να πάρει μια ανάσα. Οι υπηρέτες έτρεχαν σαν τα ποντίκια να κρυφτούν πίσω από τις καρέκλες και κάτω από τη βαριά μεγαλόπρεπη τραπεζαρία. "Θα σας βρω'' δήλωνε με σοβαρότητα και έχωνε βαθιά τα δόντια του στη σάρκα του μήλου, απολαμβάνοντας τη ζωώδη δύναμη που ένοιωθε να σφυροκοπά ακράτητη  πίσω από το στήθος του.Και πάντα τους ξανάβρισκε και τους ξετρύπωνε όπου και να κρύβονταν.


Η Λύκεα ακολουθούσε τον πατέρα της σαν πιστό σκυλί και ήταν η πιο αφοσιωμένη βοηθός που θα μπορούσε να ζητήσει ποτέ του. Και οι δύο απολάμβαναν  να βασανίζουν  άλλους ανθρώπους. Συνελάμβαναν ένα σχέδιο βασανιστηρίων σχεδόν μαζί. Αρκούσε να κοιτάξουν ο ένας τα μάτια του άλλου κι αμέσως υπήρχε μια βαθιά παράξενη συνεννόηση. Η Λύκεα ήταν ψυχρός εκτελεστής των εντολών του πατέρα της. Την είχε μάθει να παραφυλάει, να κατασκοπεύει τους υπηρέτες και τους καλεσμένους και να του βρίσκει τα πιο ευφάνταστα εργαλεία βασανισμού. Ένα πρωί που ο Άλτο είχε ξυπνήσει με την χειρότερη διάθεση που είχε για χρόνια, όπως είπε, η Λύκεα τον κοίταξε με λατρεία και έτρεξε να του φέρει κάτι για να του φτιάξει τη διάθεση, όπως το σκυλάκι φέρνει λαχανιασμένο τις παντόφλες του κυρίου του. Ο Άλτο χαμογέλασε ευχαριστημένος όταν η μικρή του κόρη ακούμπησε μπροστά στα πόδια του, ένα κουτί γεμάτο μεγάλα έντομα τα οποία εξαπέλυσαν μαζί πάνω στα πόδια της δύστυχης μαγείρισσας επειδή το φαγητό είχε κρυώσει ελαφρώς πάνω από το επιτρεπόμενο όριο.


Τις περισσότερες φορές ο Άλτο επιθυμούσε να βιαιοπραγήσει εις βάρος κάποιου δίχως να υπάρχει λόγος. Η παράλογη επιθετικότητα του ήταν αποκλειστικό δημιούργημα της Αλεξανδριανής. Όταν παντρεύτηκαν τον πίεζε να τη χαστουκίζει ή να τη χτυπάει τις ώρες που κλείνονταν στην κρεβατοκάμαρα. Ήταν δειλός εκ φύσεως και δεν πίστευε στην άδικη μοίρα του, με τη γυναίκα που του έτυχε. Εκείνος ονειρευόταν να περνάει ήσυχα απογεύματα σε πληκτικές συζητήσεις με τους πολλούς του φίλους ή να παίζει πινάκλ, πίνοντας καφέ με γλυκάνισο που ήταν και ότι πιο ευωδιαστό και νόστιμο μπορούσε να γευτεί ο ουρανίσκος του. Ακόμη γλυκύτερο και νοστιμότερο και από το στόμα της Αλεξανδριανής. Το στόμα αυτό ήταν που τον φυλάκισε και δεν μπορούσε να αντισταθεί στις παραξενιές της στον έρωτα. Κατάντησε να απολαμβάνει τα χτυπήματα περισσότερο και από την ίδια. H παράξενη ηδυπάθεια της Αλεξανδριανής φαίνεται πως χτύπησε μια βαθιά  φλέβα μέσα του και άνοιξε τους ασκούς της κρυμένης του παράνοιας. Κι ενώ στην αρχή αδυνατούσε να χαστουκίσει έστω και τα γόνατά της δίχως να δυσανασχετήσει ή να αισθανθεί βαθιά προδομένος από την ερωτικότητα της γυναίκας του, κατέληξε να τη χτυπάει τόσο ώστε η Αλεξανδριανή αποφάσισε πως ήταν καλύτερο πια να μην τον παρακαλάει να φέρνει και τη ζώνη του μαζί στο κρεβάτι. Οι μελανιές στα πλευρά της αργούσαν να φύγουν και ο πόνος της έφερνε λιποθυμία όταν προσπαθούσε να στρίψει τον κορμό της. Ο Άλτο γρύλιζε ανεξέλεγκτα καθώς την τραβούσε από τα πόδια και την έσερνε πάνω στο πάτωμα μέχρι να την πετάξει σα σακί πάνω στην πόρτα.'' Φτάνει Άλτο, φτάνει'' μουρμούριζε ξέπνοα η Αλεξανδριανή ''arrêtez-vous,arrêtez-vous"! Και οι φωνές της που παρακαλούσαν τον άντρα της σε δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο έφταναν μέχρι τον κάτω όροφο, κάνοντας τους υπηρέτες να χασκογελούν περιχαρείς, γιατί οι κραυγές πόνου δεν ήταν δικές τους. Κάποιοι είχαν συνηθίσει να στήνουν αυτί για να κουτσομπολέψουν τη συνήθεια των αφεντικών τους να λένε τα βρωμερότερα πράγματα ο ένας στον άλλον, χρησιμοποιώντας τον πληθυντικό ευγενείας. Οι συνήθειες των ανώτερων τάξεων ήταν πραγματικά ακατανόητες για αυτούς, όμως ο Αλτο κι η Αλεξανδριανή δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν, αν δεν μιλούσαν ο ένας στον άλλον με το ''εσείς'' και το ''εσάς''. Ο πληθυντικός μεταξύ τους, είχε μια μυστηριώδη γοητεία, ο ερωτικός κραδασμός που κρύβουν οι φράσεις ευγένειας ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, τους τραβούσε με μια ακατανίκητη έλξη που θέριευε ακόμη περισσότερο όταν η ευγένεια αυτή συνδυάζονταν με την εκφορά των πιο πρόστυχων λέξεων, που προέτρεπαν στις πιο οικείες των σωματικών πράξεων ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Οι κρόταφοι της Αλεξανδριανής ζαλίζονταν λες κι ένα σμήνος μελισσών  πολιορκούσαν το εσωτερικό του κεφαλιού της. Το στήθος του Άλτο παραδινόταν στο πιο βαρύ σφυροκόπημα κι ένοιωθε πως δεν μπορούσε να κάνει δίχως αυτή τη γυναίκα. Παράλληλα μισούσε την απληστία της. Αισθανόταν πως ήθελε να του ρουφήξει το αίμα. Για αυτό και αποφάσισε πως θα έπινε εκείνος πρώτος το δικό της.


το προηγούμενο μέρος εδώ


image: Bill Hudson

Nov 14, 2009

Λύδιος ξιφομάχος 41




Ο ίδιος δε φαινόταν να προσέχει τις εκδηλώσεις υστερικής λατρείας, που ξεσπούσαν έχοντας ως επίκεντρο τα σώματά μας και το μυαλό μας. Όλα είχαν γίνει μια μαλακή ζύμη στα χέρια του Λύδιου. Με ένα του φύσημα μπορούσε να δώσει πνοή στα πιο τρελλά παραληρήματα. Αυτό ήταν ο λόγος που τον λάτρευα. Ο,τιδήποτε μπορούσε να γίνει όταν εκείνος ήταν τριγύρω. Η εισοδός του σε ένα δωμάτιο, σήμαινε την αυτόματη κατάργηση των ορίων ανάμεσα στον κόσμο και σε ό,τι εκτείνονταν πέρα  ή μέσα σε αυτόν. Τα πάντα μπορούσαν να συμβούν αλλά και να μη συμβούν. Όλα ήταν μια βεβαιότητα αλλά και μια ισχνή πιθανότητα. Κι ο εκείνος απολάμβανε τις εκρήξεις που η παρουσία του δημιουργούσε. 


Όλοι μας ήμασταν τόσο απασχολημένοι να περιστρεφόμαστε σα μικροί τρελλοί πλανήτες γύρω από τον ήλιο, επιζητώντας απεγνωσμένα να αλλοιώσει κάθε εκατοστό της επιφάνειάς μας, ώστε κανείς δεν πήρε χαμπάρι σε τι ακριβώς ιστορίες άρχισε ο Λύδιος να μπλέκει.


Όσο εμείς ήμασταν απορροφημένοι με τις μανίες μας, ο θείος Λύδιος βαριεστημένος  με το γεγονός ότι για μια ακόμη φορά γινόταν το επίκεντρο των ζωών μας, άρχισε να συσφίγγει τις σχέσεις του με κάποιους παλιούς φίλους του, βρίσκοντας προφανώς το ενδιαφέρον του να αναθερμαίνεται για τους ανθρώπους εκείνους που κάποτε είχαν μοιραστεί μαζί τις νεανικές ζωές τους. Φυσικά ο κόσμος ψιθύριζε ξανά για την αχαλίνωτη σεξουαλική ζωή του και για το πως επέστρεψε στις ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις της νεοτητάς του, για τις οποίες δεν υπήρξε  ποτέ κάποια συγκεκριμένη απόδειξη παρά μόνο φήμες. Κι ο Λύδιος αρέσκονταν στις φήμες. Τις έβρισκε πολύ διασκεδαστικές και αναγκαίες, για αυτό και τρελλαίνονταν στο να τις καλλιεργεί σπείροντας και θεριεύοντας συνεχώς τις υποψίες. 


Ένα μεσημέρι, κι ενώ ήταν ακόμη 16 χρονών, φίλησε στο στόμα με όλη την μανία της ηλικίας του, έναν συμμαθητή του. Τα δύο αγόρια περπατούσαν αργά στον τεράστιο κήπο του σπιτιού του Λύδιου όταν ξαφνικά είδε με την άκρη του ματιού του, την Αλεξανδριανή να παίρνει τον καφέ της στο αίθριο. Ήταν ντυμένη στην τρίχα και παρόλο που η μέρα ήταν μουντή, η γιαγιά του φορούσε γυαλιά ηλίου κι ένα θεόρατο ολόλευκο καπέλο. Είχε ανοιχτό ένα βιβλίο μπροστά της, σχετικό με κλασσικούς συνθέτες, το οποίο ούτε είχε καν κοιτάξει εφόσον η προσοχή της ήταν ολοκληρωτικά στραμμένη προς τα δύο αγόρια.


"Σκατόγρια" μουρμούρισε ο Λύδιος και όταν το άλλο παιδί τον ρώτησε αδιάφορα τι είπε, τότε ο Λύδιος γύρισε σα μανιασμένος κι έπιασε το κεφάλι του ανάμεσα στα δυο του χέρια. Πριν το αγόρι προλάβει να διαμαρτυρηθεί ή να αντιδράσει, ο Λύδιος είχε κολλήσει τα χείλη του στα χείλη του, σφίγγοντας ταυτόχρονα σαν τρελλός  τα ζυγωματικά του σα να ήθελε να τα συντρίψει. Σαν πρόσωπο τρομερού ζώου, το πρόσωπό του είχε γείρει σχεδόν δαγκώνοντας το άλλο πρόσωπο και τα κλειστά του βλέφαρα είχαν μια τέτοια λάμψη που ο συμμαθητής του παρέλυσε εντελώς και απέκτησε μια μεγαλόπρεπη στύση.


Η Αλεξανδριανή κοίταξε με τρόμο τα δύο παιδιά και το αριστερό της γόνατο άρχισε να τρέμει. Τα μάτια της στρογγύλεψαν και τα χείλη της μισάνοιξαν. Σιωπηλή γύρισε την επόμενη σελίδα του βιβλίου. Τα γράμματα έτρεχαν το ένα πίσω από το άλλο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Με αργές κινήσεις έφερε το ποτήρι με το νερό στο στεγνό της στόμα..


Ο Λύδιος παράτησε το συμμαθητή του το ίδιο απότομα όσο τον είχε αρπάξει και προχώρησε, ανέμελος, προς τη γιαγιά του.


"Καλημέρα γιαγιά" φώναξε με το πιο λαμπρό χαμόγελο του κόσμου και την άρπαξε από τους ώμους, σκάζοντας δυο υγρά παρατεταμένα φιλιά στα μάγουλά της.


"Τι διαβάζεις;" έκανε αδιάφορα και κάθησε δίπλα της.


Η Αλεξανδριανή αισθάνθηκε την υγρασία των χειλιών του εγγονού της πάνω στα μάγουλά της και προσπάθησε να χαμογελάσει ατάραχη. Πριν λίγα δευτερόλεπτα η υγρασία αυτή γεννήθηκε από το φιλί που είχαν ανταλλάξει τα δυο αγόρια. Η σκέψη της ήταν τόσο αποκρουστική που κρατήθηκε μετά βίας να μην σκουπίσει το πρόσωπό της.


image: Colette Calascione


το προηγούμενο μέρος  εδώ

Nov 10, 2009

Λύδιος ξιφομάχος 40



Ο τρίτος άνθρωπος που επηρεάστηκε, σωματικά, από την επιστροφή του Λύδιου ήταν η Αντιόχεια η οποία ξαφνικά άρχισε να κυκλοφορεί μέσα στο σπίτι της, μπροστά στον άντρα της και στους γιους της, γυμνόστηθη, συλλογιζόμενη με πραγματική ηδυπάθεια πόσο άρεσε αυτό στον Λύδιο. Συνήθως έτσι περπατούσε μπροστά του, προσφέροντάς του την απόλυτη θέα στο γυμνό ολοστρόγγυλο και βαρύ στήθος της. Ο Λύδιος μασούσε αργά το φάγητό του, σκούπιζε με μπατοναριστές κινήσεις τα καλογραμμένα χειλη του κι έπειτα τραβούσε κοντά του την Αντιόχεια και κολλούσε λαίμαργα το στόμα του στις θηλές της, γλύφοντας αργά και δαγκώνοντας. Η Αντιόχεια δεν γελούσε. Δεν ακουγόταν η παραμικρή φωνή από το στόμα της όταν ο Λύδιος την τραβούσε πάνω του. Παρακολουθούσε σχεδόν ανέκφραστη τα χείλη του και τα δόντια του να ρουφούν το στήθος της και μόνο όταν εκείνος σταματούσε για να αναπνεύσει, κοιτώντας τα μάτια της, έγερνε το κεφάλι της πίσω αφήνοντας έναν μακρόσυρτο και πνιχτό αναστεναγμό να της ξεφύγει.
      
Ο Λύδιος πάντα απαιτούσε να βγάζει τη μπλούζα της και το στηθόδεσμό της όταν έμπαινε μέσα στο σπίτι του. Και τώρα η Αντιόχεια περπατούσε μισόγυμνη στις κρεβατοκάμαρες, στην κουζίνα και στο μπάνιο του σπιτιού της. Οι γιοι της κοιτούσαν με γουρλωμένα μάτια το στήθος, που κάποτε είχαν θηλάσει, να περιφέρεται απειλητικό και παράξενο μπροστά τους καθημερινά. Ο δικαστής κόντευε να παρανοήσει. Στην αρχή έβαλε τις φωνές και τη διέταξε να ντυθεί. Στο γεμάτο απάθεια βλέμμα της, που του έριξε ως απάντηση, αντέταξε τρέμοντας σύγκορμος  ένα δυνατό χαστούκι που ήταν μια χειρονομία εντελώς αντίθετη του χαρακτήρα του. Η Αντιόχεια του είχε ρίξει ένα ακόμη δυνατότερο χαστούκι και ακάθεκτη προχώρησε να συνεχίσει τις δουλειές της με τις σκούρες ρώγες ελεύθερες  να απορροφούν τις μυρωδιές των μπαχαρικών που γέμιζαν την κουζίνα. Ο άντρας της κατέληξε να φεύγει από το σπίτι όσες περισσότερες ώρες μπορούσε, παίρνοντας και τα παιδιά μαζί του. Τα παιδιά ρωτούσαν πολλές ερωτήσεις κι εκείνος έστεκε αμήχανος και εκνευρισμένος με την τρέλλα της γυναίκας του. Μουρμούριζε πως η μητέρα τους είναι πολύ ελευθερίων ηθών, εκείνα ρωτούσαν τι είναι το ''ελευθερίων ηθών'', αυτός απαντούσε ''θα μάθετε όταν μεγαλώσετε'' και τα έσερνε ακόμη πιο σφιχτά από τις μικρές τους παλάμες.


Ο Λύδιος ήταν σα να μάγευε τους πάντες. Όλοι ήμασταν υπνωτισμένοι υπό την περίεργη και αλλόκοτη επιρροή του. Άρκούσε ένα βαθύ βλέμμα του ή ένα μικρό χαμόγελό του για να προκαλέσει αλυσίδα αντιδράσεων σε όποιο ανθρώπινο σώμα βρίσκονταν πιο κοντά του. Κι εμείς είχαμε την ατυχία να βρισκόμαστε συνεχώς κοντά του. Οι συνέπειες ήταν μόνιμες και επίμονες στην παρουσία τους και στην επανάληψή τους. Ήταν σαν όλοι να καίμε από πυρετό. Σαν να μπορούσε να μας ρίξει στις φλόγες όλους μαζί κι έναν έναν και μετά να μας βγάλει τσουρουφλισμένους γελώντας για το θαυμάσιο παιχνίδι που είχε σκεφτεί.



το προηγούμενο μέρος εδώ
image:  Esao Andrews